Βωλάξ, Τήνος. Τόπος όμορφος και ζωντανός. Χωριό αγαπημένο. Μέρος που θέλουμε να προστατέψουμε και να αναδείξουμε πιο πολύ από ποτέ! Εκτιμούμε όλα όσα μας προσφέρει μέσα απ' την ιστορία και την κουλτούρα του, μέσα από την αξεπέραστη φύση και τις αξίες των ανθρώπων του...
Ακολουθήστε μας!

[Μέσα δεκαετίας του '60]: Τον ενοχλούσε τον παππού που είχε έρθει Aθήνα. Τον ενοχλούσε πολύ. Γεμάτος παράπονα ήταν, καθημερινά. Αναγκάστηκε να φύγει από το χωριό και ήρθε στη πόλη με βαριά καρδιά. Και κάποια στιγμή, πόνεσε κι άλλο αυτή η βαριά καρδιά, στο στήθος συγκεκριμένα, και ακολούθησε το έμφραγμα...

Μετά το έμφραγμα βγήκε μια μικρή αναπηρική σύνταξη και τότε, για πρώτη φορά, έκανε πίσω στις αρχές του και παραχώρησε τα ζώα του στον Αλέκο Φυρίγο, προσδοκώντας κάποια στιγμή να γίνει ο ίδιος όπως ήταν κάποτε, να επιστρέψει στο χωριό και να ξαναπάρει πίσω τα ζωντανά, όλα, ένα προς ένα. Τέτοια όνειρα πρέπει να έβλεπε τις νύχτες, όμως η ζωή προχωράει χωρίς να ρωτήσει και ο παππούς κατάλαβε γρήγορα πως η Αθήνα είναι κινούμενη λάσπη όπου δύσκολα μπορεί να ξεφύγει κανείς.

Τό 'φερε από δω, τό 'φερε από κει, πέρασαν και κάμποσα χρόνια στο ενδιάμεσο, γιατί χρειάζεται χρόνο για να πάρεις μια τέτοια απόφαση, τα πούλησε τελικά τα ζώα, οριστικά αυτή τη φορά. Στο Φραγκούλα τα έδωσε που ήξερε πως θα τα προσέχει. Το σημείωσε μάλιστα στην ατζέντα που είχε στο ολοκαίνουργιο αθηναϊκό κομοδίνο, δίπλα στα φάρμακα. Έβαλε την ατζέντα στη θέση της και δεν ξαναμίλησε ποτέ γι' αυτά...

«20 [Σεπτεμβρίου] 1971. επουλισα τας ζοα μου στο Φρακίσκο Πιπερι δραχμας 7500»

Τον ρώτησα, ως παιδί, αλλά πάντα έβρισκε λόγους για να μην απαντήσει. Πότε έκανε πως βιαζόταν, πότε έψαχνε να βρει κάτι και γκρίνιαζε (πάντα κάποιοι άλλοι του είχαν αλλάξει θέση), πότε έπρεπε να κόψει λεμόνια γιατί τα χρειαζόταν η γιαγιά στο φαγητό. Μια φορά επέμενα και είπε, Έεεεε.

Εκεί τελείωσε η κουβέντα...

 

Χριστός Ανέστη,

Το ακούς, το νοιώθεις, το βλέπεις.

Το ακούς από τους ανθρώπους, το εύχεται ο ένας στον άλλο.

Το νοιώθεις από την γλυκύτητα της νυχτιάς.

Το βλέπεις σε όλη την φύση.

Όλοι με τα γιορτινά τους, για την μεγαλύτερη γιορτή της Χριστιανοσύνης.

Χρόνια πολλά σε όλους.

Τα αποτελέσματα της λαχειοφόρου αγοράς που πραγματοποιήθηκε στην μαράντα της Καλαμάν, βρίσκονται εδώ.

Για πιο εύκολη αναζήτηση, δείτε την στήλη με τους αριθμούς των λαχνών που κερδίζουν.

Χρόνια Πολλά με υγεία, αγάπη και ειρήνη σε όλους.

Ευχαριστούμε τα καταστήματα και τους φίλους του συλλόγου για τις προσφορές τους.
Σας ευχαριστούμε όλους για την παρουσία και την υποστήριξή σας.
Ευχαριστούμε όλους αυτούς που κόπιασαν για να γίνει το πανηγύρι.
Και του χρόνου.

Από την Τετ. 24 έως την Κυρ. 28 Ιουλίου 2019

Tο 16o Festival de la radio et de l'écoute εγκαθίσταται στον γειτονικό Κουμάρο αλλά απλώνεται και στα γύρω χωριά (Αγάπη, Τριαντάρος, Σκαλάδος και Βωλάξ), οικισμοί που μαζί το επίκεντρο του φεστιβάλ, το υπαίθριο θέατρο Κουμάρου, είναι τα βασικά σημεία που μας κάνουν να πιστεύουμε πως θα παρακολουθήσουμε ένα από τα πιο δυνατά φεστιβάλ ολόκληρου του καλοκαιριού. συνέχεια...

Ελάτε!

Η Ιστορία της νεότερης Ελλάδας αρχίζει ουσιαστικά από το 1821 και την ανεξαρτησία του Ελληνικού κράτους. Από το 1821 και μέχρι την άφιξη του Καποδίστρια το 1828, η Ελλάδα δεν ήταν αναγνωρισμένη σαν κράτος (παρόλο που είχε συνάψει σχετικά δάνεια) και για το λόγο αυτό αποκαλούταν με το όνομα «Προσωρινή Διοίκηση της Ελλάδος», όσο μαχόταν για την ύπαρξή της και την ανεξαρτησία της από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. 

Από την πλευρά των μεγάλων δυνάμεων η Ελλάδα επρόκειτο αρχικά να γίνει αυτόνομο κράτος υπό οθωμανική κυριαρχία, ωστόσο από το 1832, με τη Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης, αναγνωρίστηκε ως ένα ανεξάρτητο κράτος. συνέχεια...

Κυριακή των Βαίων σήμερα και ετοιμαζόμαστε για την Μεγάλη Εβδομάδα.

Ας κάνουμε μία προσευχή και ας ευχηθούμε να σταματήσει ο κύκλος της βίας που αφήνει πίσω του μόνο πόνο.

Καλό Πάσχα και καλή Ανάσταση.

«Το Βατικανό, το Βατικανό», ακουγόταν μια φωνή πίσω από το υπνοδωμάτιο της γιαγιάς —είχε ανοίξει το παράθυρο να μπει μέσα καθαρός αέρας. «Το Βατικανό» ακουγόταν και μετά βήματα να ανεβαίνουν τα σκαλιά. Κάθε ήχος αντηχούσε λες και απείχε λίγα μόλις εκατοστά από το αφτί —ελάχιστοι οι κάτοικοι του χωριού.

Το Μαρκάκι ήταν, ο Γκανάνης, μίλαγε μόνος του και έψαχνε το ραδιοφωνάκι παγκοσμίου λήψεως που είχε, να βρει τις λατινικές ψαλμωδίες. Σήκωνε την κεραία στον ουρανό και άφηνε το τρανζίστορ στα περίπατα ή στα τελευταία σκαλοπάτια, πάνω πάνω, γιατί εκεί έπιανε καλύτερα το «Βατικανό». Και το άφηνε να παίζει εκεί μέχρι αργά ή το κράταγε στα ροζιασμένα χέρια του και περπάταγε βαριά, μαζί με αυτό, μέχρι το εργαστήρι του με τα καλάθια.

Και όταν ερχόταν το απόγευμα, δυνάμωνε το tantum ergo στο ραδιοφωνάκι και έψελνε και κείνος με δύναμη. Και μια φορά θυμάμαι, σήκωσε τα χέρια του μπροστά στους ώμους, μιμούμενος τον δον Γιώργη Ανδριώτη, όπως εκείνος σήκωνε τον ήλιο και έδειχνε την όστια στους πιστούς.

Και όταν το Μαρκάκι τελείωσε κάποια στιγμή την αόρατη τελετουργία, μου χαμογέλασε τρυφερά και έβαλε τη δεξιά παλάμη στο στήθος ώστε να καταλάβω πόσο ικανοποιημένος έμεινε.

Λίγο αφαιρέθηκα και τον έχασα από τα μάτια μου. Είχε κλείσει γρήγορα το τρανζίστορ και είχε χωθεί στο σπίτι για να κοιμηθεί. Είχε αργήσει και έπρεπε το πρωί να βγάλει τις γελάδες του στη Σαββαγιάννη.

Μεγάλη Δευτέρα σήμερα, για τους Δυτικούς.
Καλή Ανάσταση να έχουμε όλοι μας!

«Αγρέλι μπορεί να είναι οπουδήποτε, όπου υπάρχει. Είναι διαφορετικό τοπώνυμο, οικογενειακό θα έλεγα. Λέει ο Πιπέρης, πάω στ’ αγρέλι, και εννοούσε εκεί, ο Σιγάλας αλλού, ο άλλος άλλο μέρος. Εμείς όταν λέγαμε «Πάω στ’ Αγρέλι», εννοούσαμε τις Γαρουφωλιές — αν και είχαμε και αγρέλι στη Λαούδ’. Μια ελιά μόνο εκεί, μια! [γελάει] Ένα χωράφι υπήρχε, έτυχε να φυτρώσει μια αγρελιά, ποιος ξέρει από πότε, ζούνε και οι ελιές πολλά χρόνια, αυτό ήταν. Μια ήταν, καλή της ώρα! Δεν υπήρχαν φυτώρια και τέτοια. Όπως άφηναν κληρονομιές χωράφια, αφήνανε και δέντρα. Αυτά που έκαναν καρπούς ήταν σημαντικά. Και αν η αγρελιά δεν είχε καλό καρπό, έκανες μπαστούνια με τα κλαδιά της. Χρήσιμη… συνέχεια...

Δεν είναι πρωταπριλιάτικο αστείο...

Υπάρχουν άνθρωποι των οποίων η γραμμή της ζωής είναι σύντομη στην παλάμη του χεριού τους, άνθρωποι αγνοί, που δεν (θέλουν να) δίνουν αφορμές σε κανέναν. Ένας τέτοιος άνθρωπος ήταν και η Μαρίνα του Δημήτρη του Παρασκευά. Ήρεμη, απλή, υποδειγματική μητέρα, που έφυγε έτσι, ξαφνικά, πριν προλάβουμε ούτε ένα γεια να πούμε.

Την θυμάμαι καθισμένη στην καρέκλα της αυλής της, να κοιτάει σιωπηλά όλους αυτούς τους ταξιδιώτες που έρχονται στο χωριό μας τους θερινούς μήνες. Και είπε να κάνει και αυτή ένα ταξίδι. Ένα μεγάλο ταξίδι. Σχεδόν μέσα από τα δόντια της, χαιρέτησε τον πιστό σκύλο της οικογένειας, και κίνησε σιωπηλά και γαλήνια για τον ουρανό.

Αν υπάρχει κάποια ανώτερη δύναμη εκεί έξω, ο Θεός ο ίδιος, να σε προσέχει! Στην οικογένεια και στους δικούς της ανθρώπους προσφέρουμε τα βαθύτατα συλλυπητήριά μας αυτή τη σκοτεινή μέρα.

Καλό Παράδεισο.