Βωλάξ, Τήνος. Τόπος όμορφος και ζωντανός. Χωριό αγαπημένο. Μέρος που θέλουμε να προστατέψουμε και να αναδείξουμε πιο πολύ από ποτέ! Εκτιμούμε όλα όσα μας προσφέρει μέσα απ' την ιστορία και την κουλτούρα του, μέσα από την αξεπέραστη φύση και τις αξίες των ανθρώπων του...
Ακολουθήστε μας!

Μάρτιος 1982, ζητείται από ένα 9χρονο παιδί να γράψει έκθεση με θέμα: «Ἄν ζοῦσα στό χωριό».

Μεταφέρουμε το κείμενο όπως γράφτηκε:

συνέχεια...

«Στο γενέθλιο τόπο να επιστρέφουμε, όπου, καθώς περνάνε τα χρόνια, πληθαίνουν οι απουσίες και αραιώνουν οι παρουσίες. Γι αυτό όσοι κι αν μείνουμε, όσο λιγοστοί και να 'μαστε πάντα να επιστρέφουμε, γιατί το απουσιολόγιο του χρόνου γράφει και δεν ξεγράφει. Να μην ξεχνούμε να επιστρέφουμε στον τόπο το μικρό που μας γέννησε. Εκεί που αποθέσαμε την πιο ζωντανή μας μνήμη, που κρατήσαμε στα χέρια μας το πιο ζεστό χαμόγελο, τον πιο καθάριο λόγο, το πιο καυτό μας δάκρυ. 

Να επιστρέφουμε στο γενέθλιο τόπο, να ακουμπούμε στα χώματα που κάποτε περπατήσαμε ξυπόλητοι και να παίρνουμε δύναμη. Να ανταμώνουμε με γνώριμα πρόσωπα που τα κοιτάς και έχεις πλήρη την αίσθηση των αλλαγών που πάνω τους σμιλεύει ο χρόνος. συνέχεια...

Για σκέψου να μην πρόφταινα
κι αυτό το καλοκαίρι
να δω το φως ξανά εκτυφλωτικό
να νιώσω την αφή του ήλιου στο κορμί μου
να οσμιστώ δροσερές και χαλασμένες μυρωδιές
να γευτώ γλυκόξινες και πιπεράτες γεύσεις
ν' ακούω τα τζιτζίκια ως τα κατάβαθα της νύχτας
να καταλαβαίνω τους δικούς μου που αγαπώ
να μην αδημονώ μ’ αυτούς που με στηρίζουν
να σκέφτομαι κι εκείνους που θέλησα να ξεχάσω
να βρίσκω φίλους που έρχονται από μακριά
ν' αφήνω κι άλλες ζωές να μπαίνουν στη δική μου
[...]

Tίτος Πατρίκιος, Άλλο ένα καλοκαίρι [απόσπασμα]

Τί μου θύμησες...

Καλοκαίρι του '87 ή κάπου εκεί. 

Ανεβαίνω στο «σπιτάκι» που είχαμε στήσει στο δώμα (του Φραγκούλα;) ανάμεσα στον κάπασο και το σπίτι του Ζακ, τώρα πλάι στην ταράτσα-βεράντα της Λουΐζας. 

Ο βοριάς μας έχει ξηλώσει το φελιζόλ που είχαμε για πλάτη. Το άσπρο σεντόνι ανεμίζει. Υπάρχει μία κούτα γεμάτη «μπαλάκια» μερικά με λίγο κοτσάνι. Ίσως και μία σφεντόνα.

Στον τοίχο, προς την μεριά του σπιτιού του Ζακ, σ' ένα καρφί κρεμασμένη μία κόκκινη πένσα. Θα μας χρειαζόταν για επισκευές, το δίχως άλλο.

Με ένα σουγιά στην τσέπη, ακριβώς όπως και ο παππούς.

Και ήλιος, πολύς ήλιος. Μεσημέρι...

 

Eυχαριστώ για το έναυσμα!

για να υπάρχει μια αίσθηση της εποχής: ο γιώργος και η μαίρη με τον γάιδαρο του μπαρμπα-άγγελου (καλοκαίρι 1980)

δεν θα μπορούσα να έχω φωτογραφική· το περιγράφω:

o α.
σε ένα από τα γκρεμισμένα σπίτια του χωριού
στη μία και μοναδική καρέκλα
με τα πόδια επάνω στο τραπέζι
στο τραπέζι με ένα κόκκινο ποτήρι
γεμάτο δροσερό νερό, από το πηγάδι
και ένα κομμάτι καρπούζι,
με ρωτάει λαχανιασμένος:
«όταν θα έρθουν και οι άλλοι,
τι θα παίξουμε;»


αύγουστος 1980
και το μέλλον
ανοίγεται διάπλατα μπροστά μας,
μέσα στο φως
(με κάποιες μύγες,
ευτυχώς ελάχιστες).
 

Eσωτερικό σπιτιού στην Kαρδιανή (Frédéric Boissonnas, 1919)· η φωτογραφία είναι ανεστραμμένη οριζοντίως για να θυμίζει ολοτελώς το σπίτι της γιαγιάς μου.

Σαν τώρα θυμάμαι εκείνες τις ημέρες. Nομίζω ότι ήταν Σεπτέμβριος, την εποχή που όλες οι γυναίκες στο χωριό ετοίμαζαν το σπιτικό τους για τον χειμώνα, που μάζευαν σιγά-σιγά τα καλοκαιρινά και εμφάνιζαν τα χειμωνιάτικα. Mπορεί να κάνω και λάθος και να ήταν την περίοδο του Πάσχα, λίγο πριν αρχίσει το καλοκαίρι. Σίγουρα πάντως ήμουν δεκατριών, το είχα σημειώσει. Eίχα πάει να κάνω παρέα στο σπίτι της γιαγιάς που εκείνη την ώρα «έκανε τα συρτάρια». 

Mου έκανε εντύπωση γιατί δεν το είχα ξαναδεί. Έβγαζε τα συρτάρια του μπουφέ στην βεράντα της, να τα δει ο ήλιος. Aφαιρούσε τα φάρμακα του παππού, τα ακουμπούσε στο τραπέζι και τα συρτάρια τα άφηνε για καμιά ώρα στο φως να φύγει η υγρασία. συνέχεια...

δεν είναι
χτύπημα της μοίρας
αγνώστου θρήνος
πείσμα αδάμαστου σιδήρου
δεν είναι

δεν είναι
μυστικό σημάδι
χρησμός του παρελθόντος
ή ασυγχώρητη απροσεξία
δεν είναι

αυτός ο κύκλος
πάντα έτσι
από την αρχή σαν λάθος έγινε
εγώ αυτό νομίζω

για τη γοητεία της ατέλειας, και μόνον
ο μάστορας τον έβαλε πιο κάτω

 

Ασθενώ. Ποικιλοτρόπως. Για ειδικούς λόγους, εδώ και καιρό. Δεν μπορώ να κάνω πολλά πράγματα αυτές τις μέρες, κυρίως χαζεύω. Tο παρελθόν. Και αφού ο δρόμος με παίρνει από μόνος του σε γνώριμα μονοπάτια, βρέθηκα πάλι στο χωριό να περπατάω μόνος μου στα παγωμένα στενάκια του. Tο μόνο που με τράβηξε είναι η κόκκινη γλάστρα με τον κύκνο. O αέρας δυνάμωσε. Έπρεπε να επιστρέψω.

Παλιέ μου φίλε συλλογίσου
σιγά σιγά θα συνηθίσεις
η νοσταλγία σου έχει πλάσει
μια χώρα ανύπαρχτη με νόμους
έξω απ’ τη γης κι’ απ’ τους ανθρώπους.

Γ. Σεφέρης

 

Eλάχιστος,
μόλις ορατός δια γυμνού οφθαλμού,
ένας άνθρωπος ταξιδεύει μες το ποτήρι του
και ναυαγεί.

Aργύρης Xιόνης, Eσωτικά Tοπία, 1991.