Βωλάξ, Τήνος. Τόπος όμορφος και ζωντανός. Χωριό αγαπημένο. Μέρος που θέλουμε να προστατέψουμε και να αναδείξουμε πιο πολύ από ποτέ! Εκτιμούμε όλα όσα μας προσφέρει μέσα απ' την ιστορία και την κουλτούρα του, μέσα από την αξεπέραστη φύση και τις αξίες των ανθρώπων του...
Ακολουθήστε μας!

Στις παζούλες του χωριού, με τις κουβέντες μας και τη καλή παρέα, κτίζαμε πολιτείες μέσα σε λίγα λεπτά. Το χωριό ξαναφτιάχναμε όλο από την αρχή. Γεφύρια του βάζαμε, αψίδες, δέντρα. Του προσθέταμε και κάμποσα σπίτια. Και ζώα. Όλα τα μεγαλώναμε και όλα τα αυξάναμε. Μέχρι που η παρέα άρχισε να μικραίνει συνεχώς, να μαζεύει. Και τότε χρειαστήκαμε φωτογραφίες για να θυμηθούμε πως πραγματικά ήταν το χωριό μας. Και άλλες ακόμη, για να βρούμε ποιοι είχαν φύγει απ' την παρέα...

Σε αυτές τις στιγμές των καταμετρήσεων και των απογραφών, μας έστειλε ο Mάνθος Φυρίγος δυο φωτογραφίες του Mάρκου του Γκανάνη, στις οποίες το Mαρκάκι μεταφέρει μεγάλες αρμαθιές –μεγαλύτερες από το μπόι του– για να δώσε τροφή στα ζώα του. Μαζί με τις φωτογραφίες μας έστειλε και το μικρό αυτό κείμενο:

«Πριν λίγο καιρό έφυγε από τη ζωή ο θείος μου, και πρώτος ξάδελφος του πατέρα μου, Μάρκος. Τον είχα συναντήσει λίγες φορές μέσα στο πέρασμα του χρόνου, αλλά αρκούσε για να αγαπήσω την απλότητα του, την μυρωδιά από τα φρύγανα και το χώμα που ανέδυαν το σώμα και τα ρούχα του, το χαμόγελό του, τον τρόπο που έβγαζε την τραγιάσκα του με συστολή μέσα στην εκκλησία. Θα ήθελα να είχα ξυπνήσει νωρίτερα. Θα ήθελα να είχα αγκαλιάσει περισσότερο τους αγαπημένους θείους και αδέλφια του πατέρα μου, που έχουν φύγει από την ζωή... Θα ήθελα, ακόμη, να πω ένα μικρό αντίο στον θείο μου, τον Μάρκο τον Φυρίγο».

Μάνθος Φυρίγος

Tα παλιά τα χρόνια οι γραμματιζούμενοι δεν ήταν πολλοί. Oι περισσότεροι παπάδες στα χωριά ήταν αυτοί που βοηθούσαν και συμβούλευαν τους κατοίκους ενός χωριού –αν και υπήρχαν πολλοί από αυτούς που δεν ήξεραν γράμματα.

Oι γιατροί ήταν και αυτοί ελάχιστοι σε όλο το νησί, αλλά ευτυχώς τον ρόλο αυτό τον κάλυπταν οι γυναίκες του χωριού που ήξεραν από πρακτική ιατρική, ενώ για τις γεννήσεις φυσικά υπήρχε η μαμή του χωριού. Oι δικηγόροι ήταν και αυτοί λιγοστοί. Yπήρχαν όμως και οι «ψευτοδικηγόροι», οι λεγόμενοι δικολάβοι. συνέχεια...

Δεν ήθελε να φύγει απ' το χωριό. Έπρεπε... Κάποιοι που ζούνε στην πρωτεύουσα πήγαν και τον είδαν. Οι υπόλοιποι του χωριού αγωνιούσαν, πήραν τηλέφωνα, ρώτησαν. Όλα συνέχισαν να κυλούν κανονικά. Άντε να εξηγήσεις τι σημαίνει κανονικά... Ας πούμε ότι όλα έδειχναν να ηρεμούν.

Συνέχισε η ζωή. Φύσηξε, έβρεξε, βγήκε ήλιος, ξαναφύσηξε. Πέρασαν 130 ημέρες (ακριβώς) και πήγε άλλος ένας επισκέπτης να τον δει. Σήμερα 15 του μηνός. Δεν ήταν από τους συνηθισμένους. Ήταν αυτός που αδειάζει τα σπίτια από την σκιά των ανθρώπων. Ο Μάρκος πάντα φιλόξενος: τον δέχτηκε, θέλησε να τον κεράσει ρακί, του έδωσε πριν ένα μπισκότο –για να μη μεθύσει– και του ζήτησε να κάτσουν να τα πουν. Ο επισκέπτης δεν ήπιε. Τον πήρε απ' το χέρι κι έφυγαν μαζί. συνέχεια...

Δεν ήθελε να φύγει απ' το χωριό. Έπρεπε... Κάποιοι που ζούνε στη πρωτεύουσα πήγαν και τον είδαν. Οι υπόλοιποι του χωριού αγωνιούσαν. Πήραν τηλέφωνα, ρώτησαν.  συνέχεια...

Εφέτος κλείνουμε 15 χρόνια από την απώλεια του συνανθρώπου μας Νάσου· κλείνουμε 15 χρόνια –μια ολόκληρη ζωή– από το θλιβερό γεγονός του αιφνίδιου θανάτου του Προέδρου του Συλλόγου μας. Αντί άλλου κειμένου, μεταφέρουμε το άρθρο της Λουκίας που, αν και είχε γραφτεί εκείνα τα χρόνια, φαίνεται τόσο ζωντανό για όλους εμάς που τον γνωρίσαμε. Και είναι λογικό αφού ο συγχωριανός μας εξακολουθεί να «ζει» μέσα στις καρδιές μας.

«Το μόνο πράγμα που παίρνει μαζί του πεθαίνοντας ο άνθρωπος είναι το μικρό εκείνο μέρος της περιουσίας του που ίσα ίσα δεν ενδιαφέρει κανέναν άλλο. Κάτι λίγες αισθήσεις ή στιγμές·  δυο τρεις νότες κυμάτων, την ώρα που το μαλλί το παίρνει ο αέρας με τα γλυκά ψιθυρίσματα μες στο σκοτάδι· [...] ένα τραγούδι, βαρύθυμο, σαν βράχος μαύρος· και το δάκρυ, το δάκρυ της μιας φοράς [...]. 
Όλα όσα, μ’ άλλα λόγια, κάνουν την αληθινή του φωτογραφία, την καταδικασμένη,
να χαθεί και να μην επαναληφθεί ποτέ»

–Οδυσσέας Ελύτης


«Ήταν ένα βροχερό πρωινό του Δεκέμβρη όταν, η μητέρα μου, μου ανακοίνωσε ότι ο αγαπητός Ιγνάτιος (Νάσος) δεν βρισκόταν πια στη ζωή. Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Το αρχικό μου σοκ ακολούθησαν οι αναμνήσεις. συνέχεια...

Τα σύννεφα επάνω από το μικρό χωριό της Βωλάξ τρέχουν με τέτοια ταχύτητα που αν οι κάτοικοί της είχαν ιστιοφόρα και όχι χωράφια θα ήταν οι πιο πλούσιοι κάτοικοι σε όλη την Τήνο.

Ο αέρας φυσάει με τέτοια ταχύτητα σε αυτό το μέρος που τα σύννεφα περνάνε επάνω από το χωριό και, μέσα σε λίγα λεπτά, έχουν φτάσει στις μικρασιατικές ακτές, ενώ το φως που τα διαπερνάει αλλάζει συνεχώς την εικόνα του απίστευτου αυτού τοπίου.  συνέχεια...

Hommage στο Mαρκάκι

Μη νομίζεις. Δεν είναι πολλές φορές που ο Μάρκος είχε φύγει έξω από τα στενά (και τόσο αγαπημένα) όρια του χωριού. Στη Βωλάξ γεννήθηκε, εκεί μεγάλωσε, εκεί ζει, όλη του η ζωή εκεί. Άντε μια φορά, όταν ήταν φαντάρος, που τον πήραν αναγκαστικά από το χωριό –δε γινόταν κι αλλιώς. Ήταν το '44. Ένα χρόνο είχαν διαφορά με τον Γιάννη. Eκείνος ήταν μια κλάση μικρότερος, του '43.

Νομίζεις ότι όλα είναι δεδομένα και είναι ψέμα αυτό. Τον έστειλαν επάνω στην Κομοτηνή –Γκιουμουλτζίνα όπως τη λέγανε τότε. Δύσκολες και σκληρές εποχές κι ας τον πείραζε ο αδερφός του ότι «πήγε εκεί με τις χανούμισσες». συνέχεια...

Χρόνια πριν, στο μέρος που λέγεται σήμερα Βωλάξ, ζούσε κάποιος που καταγόταν από το απέναντι νησί της Σύρου. Αυτός λοιπόν ο άντρας είχε παντρευτεί μια όμορφη κοπέλα από αυτόν εδώ τον τόπο. Ήρθε όπως και τόσοι άλλοι και κόλλησε στα μέρη μας. Άνθρωπος χαμηλών τόνων που δεν ενοχλήσε ποτέ κανέναν. Tου άρεσε να τραγουδάει στα γλέντια –είχε πολύ όμορφη φωνή– και τις Κυριακές ανέβαινε ψηλά επάνω στον πύργο του και κάθονταν μονάχος.

Τα χρόνια περνούσαν και τα πάντα κυλούσαν ομαλά. Μια Κυριακή όμως, μια περίεργη Κυριακή, εκεί που καθότανε ψηλά στον πύργο, είδε δράκοντες να πλησιάζουν τούτο τον τόπο. Ένιωσε κάτι να τον καλεί. Πετάχτηκε από τη θέση του και κατέβηκε σαν σίφουνας τις σκάλες. Ζήτησε με δυνατή φωνή απ' τη γυναίκα του να του φέρει το λευκό του άλογο. συνέχεια...

Τις πρώτες μέρες του χρόνιου νιώθω πιο ευάλωτος από ποτέ και όταν νιώθω έτσι, καταφεύγω σε πράγματα που μου φαίνονται οικεία: όπως οι κιτρινισμένες φωτογραφίες από την πρόσφατη καθημερινότητα της Βωλάξ...

Όταν το χωριό δεν είχε μεγαλώσει σε έκταση και εγώ σε ηλικία, όλα ερχόντουσαν μπρος στα μάτια μου. Όταν έτρεχα στα χωράφια και κρυβόμουν στα χαλάσματα έβλεπα δεκάδες άχρηστα πραγματάκια από εδώ και από 'κει: μικρά πανάκια κομμένα κορδέλες, κουμπιά από λουλουδάτα φουστάνια, μπλέ γυάλινα βαζάκια από φάρμακα, θραύσματα από πορσελάνινα φλυτζανάκια, σόλες από παπούτσια, μέχρι χαρτιά από τράπουλες –συνήθως με τους αριθμούς 6 και 7–, άλλο πάλι κι αυτό... συνέχεια...

Στα μονοπάτια του ονείρου

«Είχε μια φορά κι έναν καιρό ανάμεσά μας κάτι παλαβούς αλλιώτικους, κάτι όμορφους παλαβούς που δεν έμοιαζαν ούτε με τους σημερνούς ούτε ο ένας με τον άλλον. Χωρίς αυτούς θα έλειπε σίγουρα από ανάμεσά μας κάτι».

Ψάχνω τις σκόρπιες σκέψεις μου –όχι αυτές που έρχονται σαν αστραπή μέσα από το μυαλό μου και πάλι σαν σίφουνας φεύγουν απ' αυτό– τις άλλες, αυτές που βρίσκονται γραμμένες επάνω σε χαρτάκια ξεχασμένα στις τσέπες των φθαρμένων παντελονιών ή άλλα χαρτάκια, πιο μικρά, κρυμμένα μέσα σε παλιά μεταλλικά κουτιά από καραμέλες για το λαιμό. Ψάχνω τις σκέψεις μου που είναι παρατημένες, μαζί με άλλες κιτρινισμένες σελίδες, μέσα σε συρτάρια που έχω μήνες να ανοίξω. Πόσο καιρό λέω να τις τακτοποιήσω (όλες!) σε ένα καλό τετράδιο, που εδώ και καιρό έχω αγοράσει γι' αυτόν και μόνο τον σκοπό. Στα πιο πολλά χαρτάκια σημειώνω (μαζί με άλλες ακατάληπτες λέξεις) το όνομα του Ταζέλου. Για ποιο λόγο άραγε; Τι μου' χει έρθει; Βλέπω σινεμά στον ύπνο μου –όλοι βλέπουν όνειρα, ακόμη και οι άνθρωποι που γεννιούνται τυφλοί– και μου παρουσιάζεται ξανά ο Γιάννης ο Ταζέλος. συνέχεια...