Βωλάξ, Τήνος. Τόπος όμορφος και ζωντανός. Χωριό αγαπημένο. Μέρος που θέλουμε να προστατέψουμε και να αναδείξουμε πιο πολύ από ποτέ! Εκτιμούμε όλα όσα μας προσφέρει μέσα απ' την ιστορία και την κουλτούρα του, μέσα από την αξεπέραστη φύση και τις αξίες των ανθρώπων του...
Ακολουθήστε μας!

Ο frère Athanase –κατά κόσμον Αντώνιος Δελατόλλας 1911-1996– κατέγραψε σε 19 χειρόγραφες σελίδες, διαστάσεων Α4, την ιστορία της οικογένειάς του. Μεταφέρουμε εδώ, τα πιο ενδιαφέροντα αποσπάσματα από τις σημειώσεις του, με ιδιαίτερη έμφαση στα σχόλια για την μητέρα του, αφού η  καταγωγή της ήταν από το χωριό μας.

Η Μαρία Δελατόλλα, το γένος Φυρίγου (1880), αγάπησε με όλη της την καρδιά το χωριό. Αυτό το επιβεβαίωνε πολύ συχνά και η γιαγιά Μαρία Βίδου (γένος Φυρίγου, 1911-2008). Η Μαρία Δελατόλλα, όταν ερχόταν στο πανηγύρι της Καλαμάν, ήταν η μόνη γυναίκα που μπορούσε και έριχνε τριμπονιές! Μετά συγκινημένη έλεγε: «Τρέχω στα παιδιά μου, αλλά η καρδιά μου είναι στη Βωλάξ»... συνέχεια...

Mερικές φορές, η πραγματική ιστορία είναι σαν παραμύθι. Πριν από πολλά-πολλά χρόνια στο χωριό, μια νεαρή κοπέλα δέχτηκε κλωτσιά από αγελάδα και τραυματίστηκε θανάσιμα... Αντί της ιστορίας της, μεταφέρουμε μια διασκευή ενός παραμυθιού, από τον Ντίνο Χριστιανόπουλο.

Σ' ένα χωριό ζούσε μια ορφανή κοπέλα που την έλεγαν Μαρία. Δεν είχε κανέναν στον κόσμο παρά μόνο μιά μητριά, που ήταν κακιά και τη βασάνιζε. Πρωί πρωί της έδινε μια φέτα ψωμί και ύστερα την έστελνε για να βοσκήσει τη γελάδα.  συνέχεια...

Μερικοί άνθρωποι φανερώνουν κάποια σπάνια ταλέντα, επιδεικνύουν αρετές που δεν μπορούμε να φανταστούμε, ζουν έντονη ζωή και νιώθεις ότι οι ενέργειές τους έχουν επίδραση επάνω στο φυσικό κόσμο. Και τι περίεργο, σαν φυσική αντιρρόπηση σε όλα αυτά, συνήθως, έχουν ένα σιωπηλό, άγνωστο σ' εμάς, αδιάφορο -αν επιτρέπεται η έκφραση- τέλος. Κάποιοι άλλοι, πάλι, είναι αυτό που λέμε κοινοί άνθρωποι. Ήσυχα εμφανίζονται και σχεδόν ζούνε μυστικά, χωρίς φασαρίες, κρότους και φωνές.

Και γι' αυτούς όμως η μοίρα έχει τον τελευταίο λόγο. Αυτή κάνει τη διανομή των ρόλων, αυτή μοιράζει τα κουστούμια, αυτή σκηνοθετεί. Αυτή είναι που θέλει στους ήρεμους και ευγενείς να δώσει (κάποτε) ένα διαφορετικό φινάλε. Αυτή τα πάνω κάτω φέρνει και βάζει ήχο στη σιωπή. συνέχεια...

Όπως και σήμερα, έτσι και τα χρόνια του πολέμου, όλα τα παιδιά του χωριού έπαιζαν μαζί χωρίς να αισθάνονται ακριβώς τις δύσκολες στιγμές.

O Mάρκος ήταν ένα ζωηρό αγόρι, γύρω στα 16, που πήγε να βρει τον μικρό Iάκωβο που ήταν-δεν-ήταν 10 χρονών. «Πεθαίνω για κάτι γλυκό... Mήπως έχεις τίποτα να φάμε; μήπως έχει ξεμείνει κανένα γλυκό πουθενά;», τον ρώτησε. Το μικρό παιδί ήτανε μόνο του στο σπίτι εκείνη την στιγμή. Θυμήθηκε ότι υπήρχε ένα παλιό κουτί που πάντα έκρυβε κάποια γλυκά η μητέρα του, πριν από τον πόλεμο όμως. συνέχεια...

όλοι αυτοί που θα διαβάσετε, έτσι πραγματικά ονομάζονται, μα θα μπορούσαν να έχουν όποιο όνομα τους δώσετε εσείς... συνέχεια...

Ένα μικρό κειμενάκι για έναν αγνό τροβαδούρο.

Δεν έχουν περάσει πολλά χρόνια όταν, στα κεντρικά περίπτερα του Συντάγματος, μπορούσε να βρει κανείς μια καρτ-ποστάλ που απεικόνιζε τον Μάρκο τον «Τσιτσάνη» να γυρνάει στα σοκάκια της Πλάκας και να προσφέρει χαμόγελα στους τουρίστες. Tον θυμάμαι προσωπικά. συνέχεια...

Στην «Άλλη Πλευρά του Νομίσματος» γράφει ότι κάθε αρχή είναι σαν όνειρο. Δεν ξέρεις τίποτα για όσα η μοίρα σου επιφυλάσσει και μπορείς να κάνεις όσα σχέδια θέλεις. Η ψυχή σου δεν πονάει, γιατί κάθε καινούργιο σχέδιο δεν έχει δοκιμαστεί και εσύ μπορείς να το φτιάξεις όπως το φαντάζεσαι. Η πραγματικότητα δεν μπορεί να βάλει κανένα φραγμό στην φαντασία και έτσι αυτή ταξιδεύει σαν το ιστιοφόρο. Από το ένα νησί στο άλλο... συνέχεια...

Στα διάφορα έγγραφα και στους εκκλησιαστικούς κώδικες είναι απλά ονόματα. Σχεδόν πάντα γραμμένα στα λατινικά –«Giovanni e sua moglie Sofia», ο Γιάννης και η γυναίκα του Σοφία. Τα ονόματα αυτά κρύβουν συχνά μια ολόκληρη ιστορία. Συχνά με απρόσμενο τέλος...

Στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, η επικοινωνία με τα άλλα νησιά των Κυκλάδων καθώς και με τον Πειραιά γινόταν αραιά και που. Συνήθως με καΐκι ή με κάποιο σκυλοπνίχτη της γραμμής. Κλειστή λοιπόν η κοινωνία της Τήνου, ασφυκτικά κλειστή, με πρώτη συνέπεια να γίνονται πολλοί γάμοι μεταξύ συγγενών και δεύτερη, απολύτως φυσιολογική, να υπάρχει έξαρση της τρέλας, είτε παθολογικής είτε θείας. συνέχεια...

«Πάντα τον γοήτευαν ιστορίες ανθρώπων στους οποίους δεν συνέβη ποτέ τίποτε. Aνθρώπων που έζησαν χωρίς ποτέ να έχει γίνει αντιληπτό το γεγονός της γέννησής τους. Aνθρώπων που δεν πέθαναν ποτέ, γιατί κανείς δεν ένιωσε ποτέ την έλλειψή τους...»

Σαν τα παιχνίδια τις παιδικής μας ηλικίας που ζωντανεύουν τα μεσάνυχτα και γίνονται κάτι παραπάνω από απλά παιχνίδια –έτσι και μια νύχτα του χειμώνα στο χωριό. Tότε που τ' αστέρια φωτίζουν μαζί τα πίσω χρόνια και όλοι οι χωρικοί που έζησαν σ' αυτό το μέρος εμφανίζονται ξανά, στις δώδεκα τα μεσάνυχτα, και περπατάνε πάνω-κάτω στα σοκάκια της βωλάξ, για μία μόνο νύχτα... συνέχεια...

Ο άξιος σύζυγος και τα δύσκολα χρόνια!


διήγηση Mαρία Bίδου
ηχογράφηση 1998, 
διάρκεια 1:10


 

Για την μεταφορά: mix_09.2015