Βωλάξ, Τήνος. Τόπος όμορφος και ζωντανός. Χωριό αγαπημένο. Μέρος που θέλουμε να προστατέψουμε και να αναδείξουμε πιο πολύ από ποτέ! Εκτιμούμε όλα όσα μας προσφέρει μέσα απ' την ιστορία και την κουλτούρα του, μέσα από την αξεπέραστη φύση και τις αξίες των ανθρώπων του...
Ακολουθήστε μας!

Χρόνια πριν, στο μέρος που λέγεται σήμερα Βωλάξ, ζούσε κάποιος που καταγόταν από το απέναντι νησί της Σύρου. Αυτός λοιπόν ο άντρας είχε παντρευτεί μια όμορφη κοπέλα από αυτόν εδώ τον τόπο. Ήρθε όπως και τόσοι άλλοι και κόλλησε στα μέρη μας. Άνθρωπος χαμηλών τόνων που δεν ενοχλήσε ποτέ κανέναν. Tου άρεσε να τραγουδάει στα γλέντια –είχε πολύ όμορφη φωνή– και τις Κυριακές ανέβαινε ψηλά επάνω στον πύργο του και κάθονταν μονάχος.

Τα χρόνια περνούσαν και τα πάντα κυλούσαν ομαλά. Μια Κυριακή όμως, μια περίεργη Κυριακή, εκεί που καθότανε ψηλά στον πύργο, είδε δράκοντες να πλησιάζουν τούτο τον τόπο. Ένιωσε κάτι να τον καλεί. Πετάχτηκε από τη θέση του και κατέβηκε σαν σίφουνας τις σκάλες. Ζήτησε με δυνατή φωνή απ' τη γυναίκα του να του φέρει το λευκό του άλογο. συνέχεια...

Τις πρώτες μέρες του χρόνιου νιώθω πιο ευάλωτος από ποτέ και όταν νιώθω έτσι, καταφεύγω σε πράγματα που μου φαίνονται οικεία: όπως οι κιτρινισμένες φωτογραφίες από την πρόσφατη καθημερινότητα της Βωλάξ...

Όταν το χωριό δεν είχε μεγαλώσει σε έκταση και εγώ σε ηλικία, όλα ερχόντουσαν μπρος στα μάτια μου. Όταν έτρεχα στα χωράφια και κρυβόμουν στα χαλάσματα έβλεπα δεκάδες άχρηστα πραγματάκια από εδώ και από 'κει: μικρά πανάκια κομμένα κορδέλες, κουμπιά από λουλουδάτα φουστάνια, μπλέ γυάλινα βαζάκια από φάρμακα, θραύσματα από πορσελάνινα φλυτζανάκια, σόλες από παπούτσια, μέχρι χαρτιά από τράπουλες –συνήθως με τους αριθμούς 6 και 7–, άλλο πάλι κι αυτό... συνέχεια...

Στα μονοπάτια του ονείρου

«Είχε μια φορά κι έναν καιρό ανάμεσά μας κάτι παλαβούς αλλιώτικους, κάτι όμορφους παλαβούς που δεν έμοιαζαν ούτε με τους σημερνούς ούτε ο ένας με τον άλλον. Χωρίς αυτούς θα έλειπε σίγουρα από ανάμεσά μας κάτι».

Ψάχνω τις σκόρπιες σκέψεις μου –όχι αυτές που έρχονται σαν αστραπή μέσα από το μυαλό μου και πάλι σαν σίφουνας φεύγουν απ' αυτό– τις άλλες, αυτές που βρίσκονται γραμμένες επάνω σε χαρτάκια ξεχασμένα στις τσέπες των φθαρμένων παντελονιών ή άλλα χαρτάκια, πιο μικρά, κρυμμένα μέσα σε παλιά μεταλλικά κουτιά από καραμέλες για το λαιμό. Ψάχνω τις σκέψεις μου που είναι παρατημένες, μαζί με άλλες κιτρινισμένες σελίδες, μέσα σε συρτάρια που έχω μήνες να ανοίξω. Πόσο καιρό λέω να τις τακτοποιήσω (όλες!) σε ένα καλό τετράδιο, που εδώ και καιρό έχω αγοράσει γι' αυτόν και μόνο τον σκοπό. Στα πιο πολλά χαρτάκια σημειώνω (μαζί με άλλες ακατάληπτες λέξεις) το όνομα του Ταζέλου. Για ποιο λόγο άραγε; Τι μου' χει έρθει; Βλέπω σινεμά στον ύπνο μου –όλοι βλέπουν όνειρα, ακόμη και οι άνθρωποι που γεννιούνται τυφλοί– και μου παρουσιάζεται ξανά ο Γιάννης ο Ταζέλος. συνέχεια...

Ο frère Athanase –κατά κόσμον Αντώνιος Δελατόλλας 1911-1996– κατέγραψε σε 19 χειρόγραφες σελίδες, διαστάσεων Α4, την ιστορία της οικογένειάς του. Μεταφέρουμε εδώ, τα πιο ενδιαφέροντα αποσπάσματα από τις σημειώσεις του, με ιδιαίτερη έμφαση στα σχόλια για την μητέρα του, αφού η  καταγωγή της ήταν από το χωριό μας.

Η Μαρία Δελατόλλα, το γένος Φυρίγου (1880), αγάπησε με όλη της την καρδιά το χωριό. Αυτό το επιβεβαίωνε πολύ συχνά και η γιαγιά Μαρία Βίδου (γένος Φυρίγου, 1911-2008). Η Μαρία Δελατόλλα, όταν ερχόταν στο πανηγύρι της Καλαμάν, ήταν η μόνη γυναίκα που μπορούσε και έριχνε τριμπονιές! Μετά συγκινημένη έλεγε: «Τρέχω στα παιδιά μου, αλλά η καρδιά μου είναι στη Βωλάξ»... συνέχεια...

Mερικές φορές, η πραγματική ιστορία είναι σαν παραμύθι. Πριν από πολλά-πολλά χρόνια στο χωριό, μια νεαρή κοπέλα δέχτηκε κλωτσιά από αγελάδα και τραυματίστηκε θανάσιμα... Αντί της ιστορίας της, μεταφέρουμε μια διασκευή ενός παραμυθιού, από τον Ντίνο Χριστιανόπουλο.

Σ' ένα χωριό ζούσε μια ορφανή κοπέλα που την έλεγαν Μαρία. Δεν είχε κανέναν στον κόσμο παρά μόνο μιά μητριά, που ήταν κακιά και τη βασάνιζε. Πρωί πρωί της έδινε μια φέτα ψωμί και ύστερα την έστελνε για να βοσκήσει τη γελάδα.  συνέχεια...

Μερικοί άνθρωποι φανερώνουν κάποια σπάνια ταλέντα, επιδεικνύουν αρετές που δεν μπορούμε να φανταστούμε, ζουν έντονη ζωή και νιώθεις ότι οι ενέργειές τους έχουν επίδραση επάνω στο φυσικό κόσμο. Και τι περίεργο, σαν φυσική αντιρρόπηση σε όλα αυτά, συνήθως, έχουν ένα σιωπηλό, άγνωστο σ' εμάς, αδιάφορο -αν επιτρέπεται η έκφραση- τέλος. Κάποιοι άλλοι, πάλι, είναι αυτό που λέμε κοινοί άνθρωποι. Ήσυχα εμφανίζονται και σχεδόν ζούνε μυστικά, χωρίς φασαρίες, κρότους και φωνές.

Και γι' αυτούς όμως η μοίρα έχει τον τελευταίο λόγο. Αυτή κάνει τη διανομή των ρόλων, αυτή μοιράζει τα κουστούμια, αυτή σκηνοθετεί. Αυτή είναι που θέλει στους ήρεμους και ευγενείς να δώσει (κάποτε) ένα διαφορετικό φινάλε. Αυτή τα πάνω κάτω φέρνει και βάζει ήχο στη σιωπή. συνέχεια...

Όπως και σήμερα, έτσι και τα χρόνια του πολέμου, όλα τα παιδιά του χωριού έπαιζαν μαζί χωρίς να αισθάνονται ακριβώς τις δύσκολες στιγμές.

O Mάρκος ήταν ένα ζωηρό αγόρι, γύρω στα 16, που πήγε να βρει τον μικρό Iάκωβο που ήταν-δεν-ήταν 10 χρονών. «Πεθαίνω για κάτι γλυκό... Mήπως έχεις τίποτα να φάμε; μήπως έχει ξεμείνει κανένα γλυκό πουθενά;», τον ρώτησε. Το μικρό παιδί ήτανε μόνο του στο σπίτι εκείνη την στιγμή. Θυμήθηκε ότι υπήρχε ένα παλιό κουτί που πάντα έκρυβε κάποια γλυκά η μητέρα του, πριν από τον πόλεμο όμως. συνέχεια...

όλοι αυτοί που θα διαβάσετε, έτσι πραγματικά ονομάζονται, μα θα μπορούσαν να έχουν όποιο όνομα τους δώσετε εσείς... συνέχεια...

Ένα μικρό κειμενάκι για έναν αγνό τροβαδούρο.

Δεν έχουν περάσει πολλά χρόνια όταν, στα κεντρικά περίπτερα του Συντάγματος, μπορούσε να βρει κανείς μια καρτ-ποστάλ που απεικόνιζε τον Μάρκο τον «Τσιτσάνη» να γυρνάει στα σοκάκια της Πλάκας και να προσφέρει χαμόγελα στους τουρίστες. Tον θυμάμαι προσωπικά. συνέχεια...

Στην «Άλλη Πλευρά του Νομίσματος» γράφει ότι κάθε αρχή είναι σαν όνειρο. Δεν ξέρεις τίποτα για όσα η μοίρα σου επιφυλάσσει και μπορείς να κάνεις όσα σχέδια θέλεις. Η ψυχή σου δεν πονάει, γιατί κάθε καινούργιο σχέδιο δεν έχει δοκιμαστεί και εσύ μπορείς να το φτιάξεις όπως το φαντάζεσαι. Η πραγματικότητα δεν μπορεί να βάλει κανένα φραγμό στην φαντασία και έτσι αυτή ταξιδεύει σαν το ιστιοφόρο. Από το ένα νησί στο άλλο... συνέχεια...