Βωλάξ, Τήνος. Τόπος όμορφος και ζωντανός. Χωριό αγαπημένο. Μέρος που θέλουμε να προστατέψουμε και να αναδείξουμε πιο πολύ από ποτέ! Εκτιμούμε όλα όσα μας προσφέρει μέσα απ' την ιστορία και την κουλτούρα του, μέσα από την αξεπέραστη φύση και τις αξίες των ανθρώπων του...
Ακολουθήστε μας!

Ο χειμώνας στο χωριό δείχνει να έχει μεγαλύτερη διάρκεια από τις υπόλοιπες εποχές. Αέρας περνάει απ' τα στενά, σύννεφα που τρέχουν στο πουθενά, μαύρα σκοτάδια παντού. Kαι διάρκεια. Μονότονη και απίστευτη διάρκεια...

Από το Άπλωμα και μακριά, πέρα μέχρι την Άνδρο (ποιαν Άνδρο; τη Χίο), είναι χαρά θεού. Από το Τσικνιά ίσαμε την Ικαρία, ήλιος γερός, δυνατός. Εδώ, σε τούτα εδώ τα βράχια, ένα πλάκωμα και μια μουντάδα. Λες και δε μας έφταναν τα δικά μας... Σα να τελέψανε τα χρώματα, ελπίδα πουθενά. Μέρα και νύχτα με την ίδια πάντα θέα. Ένας χειμώνας τούνελ μακρύ, σκιά μεγάλη κι ατελείωτη. Έτσι είναι το χωριό αυτή την εποχή, έγινε νύχτα η μέρα! συνέχεια...

Ένα παραμύθι με έναν γέρο και μια γριά που τους ψόφησαν οι αγελάδες...

Μια φορά ήταν ένας γέρος και μια γριά. Οι μέρες τους κυλούσαν ήσυχα με τη δουλειά. Η γριά στο νοικοκυριό, ο γέρος στα κτήματα. Όλοι οι χωριανοί είχαν να λένε για την αγάπη και την ευτυχία τους. Μια μέρα, ο γέροντας γύρισε στο σπίτι αλλιώτικος. Δεν ήθελε να φάει μήτε να κουβεντιάσει, κάθισε στο κατώφλι της πόρτας του συλλογισμένος κι άκεφος.

Τί έχεις γέροντα; τον ρώτησε η γριά. Μην είσαι κουρασμένος κι άρρωστος; Ο γέρος απόκριση δεν έδωσε, κι η γριά πήρε το σκάλι της και κάθισε σιμά του. Άντε, λέγε, του είπε σε λίγο χαϊδευτικά, σα να μιλούσε σε μικρό παιδί. Πες μου τι σε βασανίζει νά ελαφρώσει η καρδιά σου. συνέχεια...

Σχεδόν όλοι οι ηλικιωμένοι έχουν, κάποιες στιγμές, την ανάγκη να διηγηθούν παλιές ιστορίες. Ιστορίες από το πρελθόν –κάτι σαν φάρσες– που έκαναν στους μικρότερους. Προσπαθούν να δηλώσουν ότι είναι εδώ. Να πουν στους νέους, που έχουν πάρει πλέον τις θέσεις που οι ίδιοι είχαν κάποτε, ότι και αυτοί μπορούν να κάνουν φάρσες και καλαμπούρια.

Στην προχωρημένη ηλικία η κατάθλιψη εμφανίζεται με μεγάλη συχνότητα. Οι αθώες αυτές φάρσες είναι το μεγάλο αντίδοτο! Καταγράφουμε, λοιπόν, μια-δυο ιστορίες που μας έχουν διηγηθεί κάποιοι κάτοικοι του χωριού. Κάποιες από αυτές, μάλιστα, μας τις έχουν διηγηθεί περισσότερες από μία φορές, με το ίδιο κέφι κάθε φορά! Τα αστεία τους, αδέξια, ίσως και κακόγουστα με τα σημερινά δεδομένα, κρύβουν μια νοσταλγία και μια τρυφερότητα. συνέχεια...

Δυο ιστορίες από το παρελθόν: με πατέρα και παιδί, με παππού και εγγονό. Δεν είναι φάρσες αλλά απλές μνήμες. Και ευτυχώς που οι μνήμες δεν είναι σαν τις φωτογραφίες. Αυτές δεν ξεθωριάζουν... συνέχεια...

Το χωριό έχει σήμερα 35-40 κατοίκους. Tα παλιά τα χρόνια όμως οι κάτοικοι ήταν (πολύ-πολύ) λιγότεροι. Μια φορά, στα πρώτα χρόνια ύπαρξης του Συλλόγου, νοικιάστηκε ένα πούλμαν που θα μετέφερε όλους τους χωρικούς σε μια ημερήσια εκδρομή, να γνωρίσουν τις ομορφιές του νησιού. Ήταν μια προσφορά του Συλλόγου προς τους κατοίκους αφού, κάποιοι από αυτούς, για πρώτη φορά στη ζωή τους θα έβγαιναν από τα στενά όρια του χωριού!

Έτσι και έγινε. Eγώ ήμουν ένα από τα ελάχιστα παιδιά που δεν θέλαμε να αφήσουμε το χωριό «πόλη φάντασμα». Έτσι έμεινα πίσω με την αίσθηση ότι η Bωλάξ μου... ανήκει!

Όλη η παρέα φώναζε όσο πιο δυνατά μπορούσε για να σιγουρευτεί πως κανείς δεν έχει μείνει πίσω. Θεωρητικά, αν έμενε κάποιος στο χωριό, θα έβγαινε να δει γιατί κάποιοια πιτσιρίκια φώναζαν

Δεν υπήρχε κανείς, εμείς και τα βράχια! Kάποια στιγμή, αργά το απόγευμα γυρίσαν πίσω γονείς και συγχωριανοί. Πρέπει να ήταν η μοναδική μέρα που το χωριό δεν ξεπέρασε τους τρεις κατοίκους –όλα παιδιά!