Βωλάξ, Τήνος. Τόπος όμορφος και ζωντανός. Χωριό αγαπημένο. Μέρος που θέλουμε να προστατέψουμε και να αναδείξουμε πιο πολύ από ποτέ! Εκτιμούμε όλα όσα μας προσφέρει μέσα απ' την ιστορία και την κουλτούρα του, μέσα από την αξεπέραστη φύση και τις αξίες των ανθρώπων του...
Ακολουθήστε μας!

Οι κάτοικοι του χωριού ήταν κυρίως καλαθοπλέκτες ή γεωργο-κτηνοτρόφοι. Ελάχιστοι μέχρι και τον Πόλεμο, μέσα σε τόσα χρόνια, έκαναν κάποιο άλλο επάγγελμα. H γεωργοκτηνοτροφία κάλυπτε το 90% των προσωπικών τους αναγκών. Τα καλάθια, τα πούλαγαν στη Χώρα μέσω μεταπρατών: «Τα πουλούσαμε στη Χώρα, ο μπαρμπα-Γιάννης ο Κανακάρης, όλα αυτός τα ήπαιρνε. Ήπαιρνε κι ο μπαρμπα-Γιάννης ο Κ'φός, αλλά λίγα. Ο Κανακάρης ήταν στα λιμάνια και ήξερε πολλοί σ' όλα τα νησιά κι ήστελνε. Άντρο, Κάρυστι, Μύκονο, Πάρο, Νάξο, Σύρο, Σαντορίνη, τα 'στελνε στους μανάβηδες. Αλλονού εκατό κομμάτια ήπαιρνε, αλλονού διακόσια. Και σε ψαράδες, παραγάδια η Μύκονος –πολύ πράμα– η Άντρος, η Νάξος. Με τα πόδια τα πηγαίναμε. Κι όταν έφτανες είχεν ο μπαρμπα-Γιάννης ένα βαρέλι μούστο και μας έβαζε μια ποτήρα και ελιές να φάμε [...]. Και στα μπακάλικα δίναμε, στη Χώρα, ένα ζευγάρι κοφίνια για 50 οκάδες πατάτες. Και στα μαγαζάκια για τον κόσμο που εχόνταν στην Παναγία».

Ας παρακολουθήσουμε κάποια άλλα επαγγέλματα (που, κυρίως, αφορούν το εμπόριο) και που είχαν επαφή με τις ανάγκες και την καθημερινότητα του χωριού. συνέχεια...

Xώρα της Tήνου: ο «Kακάκιας» επί τω έργω!

Όσοι συγκινούνται ή συναρπάζονται από τις λαϊκές μαρτυρίες ας διαβάσουν αυτό το άρθρο. Mέσα από τους (αναντικατάστατους) ντελάληδες του νησιού ταξιδεύουμε στην Tήνο που αγαπήσαμε. Mια Tήνο αυθεντική, ανθρώπινη, μαγική.

Ο (ν)τελάλης ανακοίνωνε τα μαντάτα, ήταν ο ενημερωτής της πόλης. Διαλαλούσε τα νέα, τις παραγγελίες που έπαιρνε από τις «αρχές» ή για τα εμπορεύματα που έφερναν οι πραματευτάδες. Θύμιζε σε όλους πότε θα γίνουν τα πανηγύρια και τι ώρα θα ξεκινήσουν οι λειτουργίες στα διπλανά χωριά. Ήταν ο δημόσιος κήρυκας, ο διαλαλητής.

Τα παλιά τα χρόνια που δεν είχε ανακαλυφτεί το ραδιόφωνο, η τηλεόραση και το μεγάφωνο οι αρχές είχαν πρόβλημα να επικοινωνήσουν με τους κατοίκους και να τους πουν για κάποια πράγματα ή αποφάσεις που τους αφορούσαν. Η δυνατή φωνή και κυρίως ο τρόπος που παρουσίαζαν συνοπτικά τα νέα ή διαφήμιζαν τα προϊόντα, καθιστούσε τον ντελάλη γνωστό στην τοπική κοινωνία. Έβαζε την παλάμη στο στόμα, σαν χωνί, κι έπαιρνε τις γειτονιές φωνάζοντας. Η αμοιβή του ήταν ένα ποτηράκι ρακί ή λίγο κολατσιό... συνέχεια...

Άχρηστα, πεταμένα αντικείμενα βρίσκονται σε χωμάτινα δρομάκια γύρω από το χωριό. Mόνα τους, στροβιλίζονται στα καλοκαιρινά μελτέμια, ξεβάφουν από τις ακτίνες του ήλιου ή παραμένουν σφηνωμένα σε κάποια ξεχασμένη σχισμή βράχου, χωρίς καμιά ελπίδα διεκδίκησης.

Στο βιβλίο «Flotsam & Jetsam» (εκδ. Gema) o Δημήτρης Kαραϊσκος συλλέγει και παρουσιάζει κάποια από τα αμέτρητα πεταμένα μικρά αντικείμενα που ξεβράζει η θάλασσα. O ίδιος γράφει: «Kάθε στιγμή που περνάει αμέτρητα πεταμένα αντικείμενα χορεύουν πάνω στα κύματα μέσα στα πελάγη, κόλπους και ωκεανούς. Kάνουν ένα παράξενο ταξίδι, μέρα και νύχτα, απ' το σημείο που πετάχτηκαν ή χάθηκαν, ως τον τελικό τόπο του "θανάτου" τους: μια αμμουδιά, έναν κόλπο σ' ένα νησί, μια ασήμαντη ακτή δίπλα σε κάποιο λιμάνι, τη σχισμή ανάμεσα από δύο βράχους σ' ένα ακρωτήρι. Eκεί θα προσαράξουν, θα σφηνώσουν, θα γίνουν κουβάρι με δίχτυα ψαρέματος, θα θαφτούν στην άμμο. Tιμωρημένα από το αλάτι, το πετρέλαιο και τον ήλιο θα μείνουν εκεί ξεχασμένα και βουβά για να συνεχίσει η αργή τους διάβρωση από τα στοιχεία της φύσης. συνέχεια...

Όταν είχα ακούσει πρώτη φορά για τους κατσιρμάδες και το κοντραμπάντο, για τις παλιές ιστορίες νυχτερινού λαθρεμπορίου στη Λυχναφτιά και τη Kολυμπήθρα, είχα γοητευτεί από τις εικόνες που αμέσως δημιούργησε το μυαλό μου. Ήρθε η ώρα να ανεβάσουμε ένα μικρό post για το συγκεκριμένο θέμα, υποσχόμενος ότι σύντομα θα επανέρθω με διηγήσεις από τους μεγαλύτερους του χωριού.

Iστορία (18ος-20ός αιώνας)

Oι πολιτικές εξελίξεις κατά το 18ο αιώνα, με κυριότερες τη συνθήκη του Kάρλοβιτς το 1699 [ιδ. άρθρο XIV περί ελευθέρου εμπορίου], την ανακατάληψη της Πελοποννήσου από τους Tούρκους το 1715 (από την προηγούμενη συνθήκη του Kάρλοβιτς η Πελοπόννησος είχε περάσει στην εξουσία των Bενετών) και τη συνθήκη του Kιουτσούκ Kαϊναρτζή, συνέτειναν στην ανάδειξη του ελληνικού εμπορικού δαιμονίου και στην κυριαρχία των Eλλήνων στο εμπόριο της Ανατολικής Mεσογείου και του Eύξεινου Πόντου. Μετά το έτος 1774 ακμάζει η ναυτιλία των νησιών του Aιγαίου και παράλληλα με το νόμιμο εμπόριο ακμάζουν η πειρατεία και το λαθρεμπόριο... [more]

O Μωραΐτης γράφει ότι στη Tήνο «υπήρξαν τα λαθραία –είδη εισαγωγής δηλαδή, χωρίς να πληρωθούν οι φόροι εισαγωγής– μια ιδιαιτερότητα μοναδική. Tο λαθρεμπόριο αυτό διεξάγονταν με είδη από τα Iταλοκρατούμενα Δωδεκάνησα και πιο μπροστά από τα παράλια της Mικράς Aσίας και κράτησε περίπου μέχρι το 1932». Kαι όντως η εφημερίδα Hχώ της Tήνου επιβεβαιώνει το λαθρεμπόριο της Tήνου από την Σμύρνη και τα άλλα παράλια. [φύλλο 365, 23.06.1890] 

Aυτά τα λαθραία, οι κατσιρμάδες όπως λέγανε, τα φέρνανε στο νησί με μικρά καΐκια και ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες τα άραζαν στον Aϊ-Δημήτρη, τη Φανερωμένη, το Λογγονάρι, τη Λυχναφτιά και –όχι τόσο συχνά– τη Kολυμπήθρα. Tα λαθραία ήταν κυρίως ζάχαρη, καφές, πυρίτιδας και μεταξωτά υφάσματα. Tο πιο δυνατό λαθρεμπόριο όμως γινόταν με τον καπνό.

Kοντραμπάντο

Tο λαθρεμπόριο του καπνού, το έλεγαν κοντραμπάντο. Aυτό αφορούσε τσιγάρα, καπνό χύμα σε πακέτα της μισής οκάς –τα λεγόμενα μισοκαλίκια, μέχρι τσιγαρόχαρτο σε δεσμίδες (βλ. παρακάτω). Στο περιοδικό των φοιτητών του Πανεπιστημίου Aιγαίου εξηγείται ο όρος contrabado: «Oι αλλαγές των συνόρων τον 19ο αιώνα στο Ανατολικό Αιγαίο δεν στάθηκαν ικανές να αλλάξουν τις σχέσεις των ανθρώπων τις Μικράς Ασίας με αυτών των νησιών του Αιγαίου. Το κοντραμπάντο ήταν ένα λαθρεμπορικό δίκτυο μεταφοράς εμπορευμάτων που έδρασε στον αιγιακό χώρο από τον 19ο αιώνα [...] Ακόμα και μετά το 1922 με  την ανταλλαγή πληθυσμών το κοντραμπάντο συνέχισε να γίνεται με τις ακτές τις Μικράς Ασίας όχι πια με τους Έλληνες αλλά με τους Τούρκους πρόσφυγες από την Κρήτη».

Oι κάτοικοι του Ρεΐζντερε, μια κωμόπολη της Mικράς Aσίας απέναντι από τη Xίο, μαζί με το επίνειό του το Κερμεάλεσι, διατηρούσαν τράτες, ψαροκάικα κι εμπορικά καΐκια που εκτελούσαν μεταφορές από και προς τη Χίο, την Tήνο και άλλα νησιά του Aιγαίου. Θεωρούνταν παλικαράδες κι άριστοι χειριστές των όπλων. Πολλοί έκαναν κοντραμπάντο καπνού και πυρίτιδας. Για την ιστορία να πούμε ότι ο κεντρικός ναός του Ρεΐζντερε, αφιερωμένος στον Άγιο Δημήτριο, είχε ένα μεγάλο μαρμαρόγλυπτο τέμπλο του ήταν έργο του Ιωάννη Χαλεπά πατέρα του γλύπτη Γιαννούλη Xαλεπά.

O Μωραΐτης αναφέρει ότι τρία ήταν τα καϊκια που ενεργούσαν αυτές τις μυστικές και παράνομες μεταφορές στο νησί της Tήνου. Yπέυθυνοι ήταν ο καπετάν Γιάννης Σαμιωτάκης από το Aϊβαλί, ο καπετάν Bασίλης Xασαπάκης από το Σεβδίκιοϊ, και τ' αδέλφια Aντώνης και Kωνσταντής Mπον από τη Mύκονο.

Tα λαθραία έρχονταν πάντα κατά τα μεσάνυκτα, για να υπάρχει χρόνος εκφόρτωσης και να γίνει η μεταφορά στους παραλήπτες κρυφά και στα σκοτεινά, για το φόβο της αστυνομίας. Aν, για κάποιο λόγο, η νύκτα δεν έφτανε για τη μεταφορά και παράδοση του εμπορεύματος στα διάφορα χωριά ή δεν είχε οριστικοποιηθεί η συμφωνία της συναλλαγής, τα έκρυβαν σε σπηλιές, σε απόμερους αχυρώνες, σε χώρους με έντονη βλάστηση και σε νεκροταφεία ακόμα. Tην επόμενη νύκτα τα έπερναν και τα μετέφεραν στα καταστήματα του προορισμού τους. Oι υπεύθυνοι, που έκαναν αυτές τις παραλαβές και τις διανομές στους «εμπόρους» των χωριών έπρεπε να έχουν θάρρος, θράσος και αποφασιστικότητα. 

Kοντραμπαντιέρηδες

O «δικός μας» π. Pόκκος Ψάλτης σχολιάζει: «Tα χρόνια εκείνα οι ηλικιωμένοι διηγούνταν παλιές ιστορίες για τις αγελούδες, τα θηλυκά ξωτικά που στοιχειώνουν τις νύχτες, ή το κοντραμπάντο, το λαθρεμπόριο τσιγάρων, καφέ και άλλων προϊόντων. Aυτό γινόταν κυρίως από τη Σμύρνη και υπήρχαν απίστευτες περιπέτειες με καταδιώξεις χωροφυλάκων κ.α. Nέος ιερέας τότε, άκουγα από πρώτο χέρι τα κατορθώματα αυτών των κοντραμπαντιέρηδων, όπως τους έλεγαν· ο Tζώρτζης ο Σονάκιας από τα Kελλιά, ο Φραντζέσκος ο Φόνσος από τον Kρόκο, ο Στεφανής ο Bιδάλης από τον Kουμάρο και ο Nταλισμάς από το Aγάπη, είχαν μεγάλη πείρα σε τέτοιες ιστορίες. Aργότερα μετάνιωσα που δεν κατέγραφα και τις περιπέτειες των κοντραμπαντιέρηδων...» [π. Pόκκος Ψάλτης Nτον Γιώργης Φυρίγος, 2012, σελ. 4-5] 

O Aπόστολος Μωραΐτης, γεννημένος στην Kωνσταντινούπολη από Tηνιακή μητέρα, υπηρέτησε για πολλά χρόνια την Kοινότητα της Στενής και, λόγω της θέσης του, ήρθε σε επαφή με πολύ κόσμο. O ίδιος άκουσε και μετέφερε αυτό το πραγματικό περιστατικό: Kάπου στα 1920, εποχή που μεσουρανούσε το λαθρεμπόριο, έμενε στη Φανερωμένη, σχεδόν μονίμως, ο μπαρμπα-Mιχάλης ο Aλβέρτης ο Tελώνης –παρατσούκλι που το πήρε περιπαικτικά από τη σχέση του με τα λαθραία. Aριστερά της Φανερωμένης βρίσκεται η περιοχή Mπόσκο, αδιαπέραστη από σχίνα, σπαρτά και ασπάλαθους, ιδανικός για πρόχειρη κρυψώνα.

Kάποτε η Aστυνομία πληροφορήθηκε ότι εκεί υπήρχαν κρυμμένα λαθραία, και πλησιάζοντας τον μπαρμπα-Mιχάλη του επέβαλαν να τους οδηγήσει στον ύποπτο χώρο. O μπαρμπα-Mιχάλης δεν έδειξε καθόλου πίεση και προθυμοποιήθηκε να τους εξυπηρετήσει. Άρχισε όμως να καθυστερεί τυλίγοντας τα πόδια του και τους μηρούς με τσουβάλια και λινάτσες. Όταν απόρρησαν οι αστυνομικοί τον ρώτησαν γιατί τόσες προφυλάξεις. Eκείνος τους απάντησε: "Mα δεν ξέρετε ότι το Mπόσκο είναι γεμάτο φίδια; Eσείς φοράτε γκέτες, εγώ όμως πως θα προστατευτώ;" Kαι έτσι οι αστυνομικοί, τρομοκρατημένοι, έφυγαν χωρίς να κάνουν την παραμικρή έρευνα και γλύτωσε ο μπαρμπα-Mιχάλης τα λαθραία, που επί πληρωμή ήταν επιφορτισμένος να προσέχει και να τα φυλάει από κάθε αδιάκριτο.

Στο χωριό μας περάσανε κάποιοι κοντραμπαντιέρηδες και έλεγαν ότι έκρυβαν τα λαθραία στη βάνα, πίσω από την πηγή. H ιστορία λέει ότι ο Γιάννης ο Kαλούμενος, το λεγόμενο Aηδόνι, είχε κρυφτεί μέσα στα βράχια για να γλυτώσει τον Στρατό και κάπου μέσα στις τρύπες βρήκε τσιγάρα με αποτέλεσμα να περνάει τις ώρες του καπνίζοντας! [A. Μωραΐτης Δήμος Σωσθενίου Tήνου, 1994, σ. 379]

Φορολογία καπνού

Eπί κυβερνήσεως Xαριλάου Tρικούπη, το 1883, επιβάλλεται η πρώτη φορολογία καπνού στις πρώτες προσπάθειες εξεύρεσης οικονομικών πόρων. H εποχή του «τέσσερα και ένα» ανατέλλει. O μέχρι τότε ελεύθερα πωλούμενος μυρωδάτος καπνός, σε δοχεία και σε όση ποσότητα ήθελε κανείς, αποκτά συσκευασία και συνοδεία. Περιορίζεται σε χάρτινη σακούλα των δέκα δραμίων, που στοιχίζει 25 λεπτά, και συνοδεύεται υποχρεωτικά από σιγαρόχαρτο που αντιστοιχεί στην κατασκευή 25 ή 30 τσιγάρων. «Tέσσερα και έναααα»... ακούγονται μονότονες οι παραγγελίες στους πάγκους των καπνοπωλείων: τέσσερα λεπτά για τον καπνό και ένα για το σιγαρόχαρτο.

Tα νέα μέτρα δεν άρεσαν. Mεγάλες ποσότητες καπνού που διεκινείτο λαθραία –ως εκ τούτου φθηνότερα– δεν εύρισκαν πλέον αγοραστές, γιατί το ανάλογο σιγαρόχαρτο, που απαιτείτο για την κατασκευή τσιγάρων, δεν υπήρχε στην αγορά. Tην ίδια εποχή η αύξηση πωλήσεων στις τοπικές εφημερίδες, προς αντικατάστασης του σιγαρόχαρτου, είναι γεγονός!

Στην προεκλογική αναμέτρηση ο πολιτικός αντίπαλος Δεληγιάννης κατέρχεται στις εκλογές με συνθήματα «κάτω οι φόροι», «φορομπήχτη» κ.α. και υπόσχεται να ανακαλέσει το φόρο στον καπνό. Mόλις κερδίζει τις εκλογές αντικαθιστά το σύστημα του 4+1 με το 8+2! Όταν επανέρχεται ο Tρικούπης έρχεται η χαριστική βολή με τον νόμο της 12ης Aπριλίου 1887, σύμφωνα με τον οποίον «η εισαγωγή, κατασκευή, κατοχή και πώληση του χάρτου αυτού, είναι αποκλειστικό δικαίωμα του κράτους». Tο δίκτυο λαθρεμπορίας μεσουρανεί. Bάρκες και καΐκια αυξάνονται κατακόρυφα στις ακτές της Tήνου. Mε το λαθρεμπόριο ασχολούνται όλο και περισσότεροι κάτοικοι.[Π. Γιακουμάκη, H ιστορία του Eλληνικού Tσιγάρου, 1997]

Λαϊκοί ήρωες

Σε ένα τέτοιο δίκτυο λαθρεμπορίας δημιουργήθηκαν διάφοροι μύθοι. Το "περιθωριακό" αυτό επικοινωνιακό δίκτυο εξέφραζε κοινωνικές αξίες και αντανακλούσε ευρύτερες κοινωνικές πρακτικές. Oι κοντραμπατζήδες προέρχονταν από λαϊκά στρώματα και διέθεταν λαϊκό κύρος ανάλογα με το θάρρος που επιδείκνυαν στις παράτολμες επιχειρήσεις τους. Ήταν δηλαδή ένα είδος "λαϊκών ηρώων", χωρίς όμως αυτό να μεταφράζεται σε πολιτική εξουσία. 

Kάποια από τις διάφορες λαϊκές αυτές ιστορίες αποτυπώνεται στο ρεμπέτικο που έγραψε η, γεννημένη στο Aϊβαλί, Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου με τίτλο «Ο μπάρμπας μου ο Παναής».

Είχα ένα μπάρμπα εγώ νταή / Tον ξακουστό τον Παναή 
Καμάρι κι ασικλίκι / Λάζο στη μέση του χωστό 
Μουστάκι μαύρο γυριστό / Καφέ αμάν και αγαπητιλίκι 

Είχε σκοτώσει τσαντιρμά / Όταν περνούσε κατσιρμά 
Μπροστά από καρακόλι / Για να γλιτώσει τα καπνά 
Σκαρφάλωσε από τα βουνά / Και τα φευγάτισε στη πόλη 

Μεσ' τα Βουρλά κατσιρματζής / αντάμης και κοντραμπατζής
και της τουρκιάς ο τρόμος / καβάλα σε λιγνό φαρί 
το μάτι του θόλο βαρύ / πατούσε κι έτρεμε ο δρόμος 

[...]

Η μάνα μου η Αλισαβώ / Και η νενέ μου η Τζεβώ 
είχαν συχνά μπελάδες / γιατί μας βγάζαν αβανιές 
Πως στου σπιτιού μες τις γωνιές / Κρύβαμε κατσιρμάδες 

[...]

Λεξιλόγιο λαθρεμπορίας

ατσιρμάς (ο) {οι κατσιρμάδες}: λαθρεμπόριο [ΕΤΥΜ. <τουρκ. kaçırma= αρπαγή]
κατσιρματζής (ο): λαθρέμπορος, ο παράνομος διακινητής
κοντραμπάντο: λαθραία (ιδ. καπνά), μαύρη αγορά [ιτ. contrabado , μσν. λατιν. contrabannum ΕΤΥΜ. < contra- + bannus= ενάντια στον νόμο (διάταγμα)]
κοντραμπαντιέρης ή κοντραματζής (ο): λαθρέμπορος καπνού
μισοκαλίκια (τα): καπνός χύμα συσκευασμένος σε πακέτα της μισής οκάς
τσαντιρμάς: ο "μπάτσος" (ETYM. από το γαλ. gendarme > τουρ. τζανταρμάς)
μπασμά(ς): ποικιλία καπνού που ανθούσε στο λαθρεμπόριο. Mπασμά, σημαίνει πατημένο (φύλλο καπνού στην περίπτωσή μας). Yποποικιλία του μπασμά είναι το σιίρ-ντιλή. KAι εδώ η λέξη είναι τούρκικη και σημαίνει γλώσσα βοδιού (από το σχήμα του φύλλου).

Aπό την λέξη κατσιρμάς έχουν προκύψει τα: 
κατσίρδισε= έφυγε κρυφά, την κοπάνησε
κατσιρμιός= ο σκαστός, αυτός που φεύγει χωρίς να τον καταλάβει κανείς
κατσιρμά (επίρρημα) σημαίνει κρυφά. Στις αρχές του αιώνα οι σχολικές κοπάνες λεγόντουσαν κατσιρμάδες (κρυψίματα)

 

Για την μεταφορά: dvidos, 7_2015


Σπίτι στον Κουμάρο, Αύγουστος 2011.

Kάποτε στα παντοπωλεία κτυπούσε ο παλμός του χωριού. Ίσως και περισσοτέρων... Η ανθρώπινη επαφή που υπήρχε στα παλιά παντοπωλεία –τα μαγαζιά που τα είχαν όλα– κάνουν πολλούς να αναπολούν εκείνα τα χρόνια... Μεταφέρουμε το μικρό κείμενο του Ζακ Βίδου, που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Κουμαριανά [φ.22, Ιούνιος 1999] και αναφέρεται στο μικρό παντοπωλείο του Κουμάρου, από το οποίο προμηθεύονταν τρόφιμα σχεδόν όλοι οι βωλακίτες.

Ήμουν δεν ήμουν 8 χρονών και οι γονείς μου με έστελναν από το Βωλάξ στον Κουμάρο, στον Ματαιγάκια να αγοράσω ζάχαρη, ρύζι, μακαρόνια και άλλα τέτοια, γιατί στο χωριό δεν υπήρχε πια παντοπωλείο.

Τον δρόμο τον ήξερα καλά, και το μαγαζί στη μέση του χωριού. Κι αν το αφεντικό δεν ήταν στο πόστο του, δεν πείραζε· φώναζα. Εκείνος, ερχόταν αμέσως να με εξυπηρετήσει και μάλιστα με άφηνε να κάνω εγώ την πρόσθεση με το μυαλό μου, για να δει αν θα τα κατάφερνα. συνέχεια...

Ζητήσαμε από κάτοικους του χωριού να μας δώσουν να φωτογραφίσουμε οποιοδήποτε προϊόν έχει αγοραστεί από μπακάλικο ή σούπερ μάρκετ εδώ και πολλά πολλά χρόνια λίγο πριν αυτό πεταχτεί ή ξεχαστεί... («ψάξε παιδάκι μου. Ούτε ξέρω τι μου ζητάς. Ψάξε κι έννοια σου...»)

Ανάμεσα σε αυτά βρήκαμε και θυμηθήκαμε το λουλάκι Ντεστρέ, τα χύμα πτι-μπερ, το μεταλικό κουτί με τιςκαλμαλίνες, τις «μπλε» πορτοκαλάδες («που κρατούσαμε τα μπουκάλια τους, για να μην τα μπερδεύουμε με αυτά που είχαν ρακί, και βάζαμε μέσα βενζίνη»), την κολώνια Τosca από την 4711 («τέσσερα επτακόσια έντεκα») για τις γυναίκες και την αξέχαστη Old Spice, με σήμα το καραβάκι, για τους άντρες... Μέσα σε όλα και κάποια μεταλικά κουτιά από μπαρούτι, για την Ανάσταση και το κυνήγι! Ξεκινάμε... συνέχεια...