Βωλάξ, Τήνος. Τόπος όμορφος και ζωντανός. Χωριό αγαπημένο. Μέρος που θέλουμε να προστατέψουμε και να αναδείξουμε πιο πολύ από ποτέ! Εκτιμούμε όλα όσα μας προσφέρει μέσα απ' την ιστορία και την κουλτούρα του, μέσα από την αξεπέραστη φύση και τις αξίες των ανθρώπων του...
Ακολουθήστε μας!

Υπάρχει μια ρήση που λέει: «Ο δρόμος για την κόλαση είναι οι καλές προθέσεις». Δυστυχώς, το νέο έργο του Συλλόγου στην περιοχή που καλούμε Άπλωμα ή του Βουράκ' η Πλάκα, κατέστρεψε βράχο (για την ακρίβεια ολοκλήρωσε την καταστροφή που είχε ξεκινήσει με την διάνοιξη του δρόμου), βράχο που εμείς ως παιδιά ονομάζαμε «θρόνο». Ο θρόνος ήταν ένας φυσικός πέτρινος «καναπές» που καθόσουν επάνω του και έβλεπες μακριά, από το Σκλαβοχωριό αριστερά μέχρι την Κολυμπήθρα και τον Άγιο Φύλακτο στο βάθος.

Έβλεπες πέρα από τις κορυφογραμμές ως τα βουνά της Άνδρου και άκουγες το πανηγύρι στο Αγάπη το Πάσχα ή τους πυροβολισμούς των κυνηγών το Σεπτέμβριο πίσω από τον Άη-Γιάννη του Φαλατάδου. Και αυτά ήταν τα κοντινά... Αν σήκωνες το κεφάλι επάνω, όταν ο ήλιος είχε δύσει, έβλεπες με θαυμασμό και έκπληξη όλο τον ουράνιο θόλο με τη Μεγάλη Άρκτο και τους υπόλοιπους αστερισμούς. Κάποια καλοκαίρια, μάλιστα, αν είχες τύχη και βρισκόσουν στον θρόνο, μπορούσες να δεις βροχές από διάττοντες αστέρες που έσχιζαν τους ουρανούς του πλανήτη... Εμείς, όλοι μαζί, μαζευόμαστε πολύ συχνά και διαχωρίζαμε τα πεφταστέρια από τα κινούμενα φώτα των αεροπλάνων, ή λέγαμε περίεργες ιστορίες και παραμύθια, τυλιγμένοι με κουβέρτες και ξαπλωμένοι στη πλακούρα...

Ο βράχος αυτός, λοιπόν, μας έκανε να αισθανόμαστε ως μικροί θεοί που κάθονται στον θρόνο τους και παρακολουθούν, εποπτεύουν και ελέγχουν τις πράξεις των ανθρώπων και τα έργα της φύσης...

Στις 29 Ιουλίου του 1995, στον ίδιο αυτό χώρο, περπάτησε ο... θεός Διόνυσος, σε μια αξέχαστη παράσταση: στις Βάκχες του Ευριπίδη, το μοναδικό έργο της αρχαιότητας, όπου ο Διόνυσος πρωταγωνιστεί ως ανθρωποποιημένος θεός! συνέχεια...

Σχεδόν όλοι οι ηλικιωμένοι έχουν, κάποιες στιγμές, την ανάγκη να διηγηθούν παλιές ιστορίες. Ιστορίες από το πρελθόν –κάτι σαν φάρσες– που έκαναν στους μικρότερους. Προσπαθούν να δηλώσουν ότι είναι εδώ. Να πουν στους νέους, που έχουν πάρει πλέον τις θέσεις που οι ίδιοι είχαν κάποτε, ότι και αυτοί μπορούν να κάνουν φάρσες και καλαμπούρια.

Στην προχωρημένη ηλικία η κατάθλιψη εμφανίζεται με μεγάλη συχνότητα. Οι αθώες αυτές φάρσες είναι το μεγάλο αντίδοτο! Καταγράφουμε, λοιπόν, μια-δυο ιστορίες που μας έχουν διηγηθεί κάποιοι κάτοικοι του χωριού. Κάποιες από αυτές, μάλιστα, μας τις έχουν διηγηθεί περισσότερες από μία φορές, με το ίδιο κέφι κάθε φορά! Τα αστεία τους, αδέξια, ίσως και κακόγουστα με τα σημερινά δεδομένα, κρύβουν μια νοσταλγία και μια τρυφερότητα. συνέχεια...

Λαϊκή πίστη

Μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του '30 υπήρχε η συνήθεια σε διάφορα μέρη της Τήνου –μέσα σ' αυτά και το χωριό μας– να υποβάλλονται τα νεογέννητα σε αφαίμαξη με ξυράφι. Το έλεγαν «ξυράφιασμα». συνέχεια...

Λαογραφικά στοιχεία


Γέννηση παιδιού από γυναίκα των Kυκλάδων (γκραβούρα του 1801)

«Και ούτε στον χάρτη σημειώνεται ούτε σε κανένα λεξικό. Το αξιοσημείωτο είτανε –λέγανε– πως γεννήθηκα μέρα Κυριακή. Και η μάνα μου δούλευε στο χωράφι ίσαμε την παραμονή αργά το βράδυ. Α, τίποτα σπουδαίο. Τίποτα. Το ίδιο γίνεται και τώρα σε κείνα τα άγια χώματά μας».
Γιώργος Δενδρινός 1904-1938

Στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα, όταν υπάρχει ετοιμόγεννη στο χωριό, ειδοποιούν τους συγχωριανούς που βρίσκονται στα χωράφια με χτύπημα της καμπάνας: με δύο γεννήθηκε κορίτσι· με τρεις γεννήθηκε αγόρι... συνέχεια...

Δυο ιστορίες από το παρελθόν: με πατέρα και παιδί, με παππού και εγγονό. Δεν είναι φάρσες αλλά απλές μνήμες. Και ευτυχώς που οι μνήμες δεν είναι σαν τις φωτογραφίες. Αυτές δεν ξεθωριάζουν... συνέχεια...

Μεταφέρουμε τα παραδοσιακά κάλαντα της Πρωτοχρονιάς όπως ακριβώς τα λέγανε στη Βωλάξ, μέσα από ένα χειρόγραφο της Τούλας Πρίντεζη.

Άρχοντες καλησπερίζω 

και λαμβάνω την τιμή
ήρθα να σας χαιρετίσω 
με την πρέ- (δις) πουσα ευχή.

Λαχταρώ από καρδία
και πολύ επιθυμώ
να σας βλέπω με υγεία
και με κά- (δις) θε αγαθό.

Και για τα ξενιτεμένα
έχω να ειπώ πολλά
όπου είναι και βρισκόνται
να 'χουν την (δις) καλή χρονιά.

Κι άλλα έτερα σας πρέπουν
να ειπώ δεν ημπορώ
σας αφήνω με υγεία
και του χρό- (δις) νου με καλό.

[Xειμώνας 1994]

Για την μεταφορά: mix_08.2015


Τουρίστρια στο χωριό με καλαθάκι του Aντώνη του Ντουντού (1978).

Περασμένα ξεχασμένα; Όχι, φυσικά. Επιτρέψτε μου να αναφερθώ στα διάφορα είδη καλαθοπλεκτικής που κατασκεύαζαν οι καλαθοπλέκτες του χωριού Βωλάξ, τα τελευταία 100 χρόνια, και που συνεχίζουν μέχρι τις μέρες μας.

Στο χωριό έφτιαχναν –και συνεχίζουν να φτιάχνουν– καλάθια με βέργες (ιτιάς, λυγαριάς) και καλάμια, μόνο οι άνδρες. Οι γυναίκες βοηθούσαν τους άντρες τους στο καθάρισμα των καλαμιών και έφτιαχναν κατασκευές με στάχυα σικάλεως (τα στάχυα της σίκαλης είναι πιο μακρυά από αυτά του κριθαριού) φυσερά, καλαθάκια ραψίματος, πανεράκια πολύχρωμα και άλλα για καθαρά δική τους χρήση. Αυτά σταμάτησαν γύρω στο 1980.

Αντιθέτως, οι άνδρες συνεχίζουν μέχρι σήμερα και μάλιστα, τώρα τελευταία, ορισμένοι χρησιμοπούν και, το εισαγόμενο από την Κίνα, ροτέν για κατασκευές πιο κομψές και λεπτοκαμωμένες. Οι παλαιοί καλαθοπλέκτες συνεχίζουν τον πατροπαράδοτο τρόπο φτιάχνοντας κατασκευές ιδίως για τις αγροτικές, τις οικιακές και τις αλιευτικές ανάγκες.

Στο χωριό υπάρχει σαφής διαφοροποίηση στις κατασκευές που οναμάζονται «καλάθια» και σε αυτές που καλούνται «πανέρια». Ας επισημάνω, εδώ, την διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στο καλάθι και το πανέρι: συνέχεια...

Γλωσσάριο λατινικών όρων

Κάποιοι από σας, μάς ζητήσατε να σας εξηγήσουμε τι ακριβώς είναι οι λεγόμενοι «κώδικες της Βωλάξ» οι οποίοι εμφανίζονται, εν είδη ιστορικής πηγής, στις πληροφορίες για το χωριό, αλλά αναφέρονται συχνά στην ιστοσελίδα μας.

Στα χρόνια της Αρχαίας Ρώμης, ο όρος βιβλίο αναφερόταν συνήθως σε έναν ή περισσότερους παπύρινους κυλίνδρους. Σπανιότερα, τη θέση του πάπυρου έπαιρναν περγαμηνές, που αποκαλούνταν διφθέρες, δέρματα και μεμβράνες. Ο Απόστολος Παύλος, σε μια επιστολή του [Β' Τιμ. 4:13] ζητούσε να του φέρουν τα βιβλία του –και μάλιστα αυτά που ήταν γραμμένα σε μεμβράνες.

συνέχεια...

 

 

Φωτογραφίζουμε ένα από τα τριμπόνια που έχουν διασωθεί στο χωριό –μετρημένα στα δάχτυλα του ενός χεριού. Τα ξύλινα τμήματα του όπλου τα έχει φάει το σαράκι, και τα μεταλλικά του μέρη η σκουριά. Το όπλο είναι τσακισμένο στο κέντρο του (στην αρχή της βάσης, πίσω από την σκανδαλοθήκη) από τα χρόνια της δεκαετίας του '30... Όσα δεν κατάφεραν οι Αρχές «δια το δολοφονικόν έθιμον», το κατάφερε ο χρόνος. Η τελευταία του γνωστή μας χρήση, έγινε πριν από 79 ολόκληρα χρόνια...

«Εις την σπουδαίαν χριστιανικήν εορτήν της Λαμπρής, ήτις ληγούσης προηγηθήσης νηστείας, εορτάζεται δια γεύματος εκ κρέατος και άλλων μη νηστησίμων φαγητών. Μεγίστη εορτή! Πλήν όμως, όσω προσεγγίζουν αι άγιαι ημέραι του Πάσχα τόσω και αι διάφοροι συνοικίαι και χωρία λαμβάνουν όψιν πυριτιδοποιείων, από των οποίων θα εξαχθώσιν αναρίθμητα πολεμοφόδια των μελλόντων να απεκδυθώσιν εις αγώναν εκφοβιστικού κρότου μετά των απεχθών τριμβονίων.

»Και μέχρι μεν του σημείου τούτου, η Αστυνομία δύναται να φανή κατά τι επιεικής χαριζομένη εις το έθιμον, αλλά η συγκεκριμένη χρήσις των τριμβονίων –όπως και η άλλη τραγική συνήθεια των βαρελότων, η οποία ουκ ολίγα θύματα παρέχει ενιαυσίως αφού μερικοί αγυιόπαιδες ήρχισαν να κάμνουν χρήσιν ανησυχούντες τον κόσμον αφ' ενός, απειλούντες δυστυχήματα αφ' ετέρου– πρέπει να εκλήψη. Διό η Αστυνομία πρέπει από τούδε να καταπνίξη την χρήσιν του βαρβάρου τούτου εθίμου δια να μην αναγκασθώμεν να καταγράψωμεν νέα θύματα.

»Τα έθιμα αποτελούσι την συνεκτικήν δύναμιν της ανθρωπίνης κοινωνίας, εις την οποίαν αύτη οφείλει την συντήρησίν της. Αποκρουστικώς όμως διακείμενα, προς πάντα νεωτερισμόν, γίνονται συχνότατα εμπόδιον εις την ανθρωπίνην πρόοδον. Ολόκληρος η ιστορία της προόδου του ανθρωπίνου πολιτισμού ουδέν άλλο είναι ή αγών των νεωτεριστικών δυνάμεων προς τα έθιμα. Τα τριμβόνια θα πρέπει να παρακρατηθούν υπό των Αρχών ή να καταστραφούν παραδειγματικώς ενόπιων των κτητόρων τους».

 

Για την μεταφορά: dvidos, 7_2015

Όσοι έχουν ζήσει το Πάσχα στα χωριά του νησιού πιθανότητα να έχουν γίνει μάρτυρες ενός εθίμου που συνεχίζεται αδιάλειπτα εδώ και εκατοντάδες χρόνια. Το έθιμο αυτό, κυρίως κατά την Θεία Λειτουργία της Αναστάσεως, είναι η χρήση των όπλων που λέγονται τριμπόνια.

Κατά την πανηγυρική του Πάσχα, στο δώµα του παπαδικού «παίζουν» τα τρ'µπόνια (τριμπόνια ή τροµπόνια, σε παλαιότερα έγγραφα, από το ιταλ. trombone [ = μεγάλη σάλπιγγα], το μουσικό όργανο –τρομπόνι– που καταλήγει σε σχήμα χοάνης ακριβώς όπως το όπλο). Πυροβολούν, δηλαδή, στον αέρα µε εµπροσθογεµή µονόκαννα όπλα που χρησιμοποιούν µαύρη χονδρόκοκκη πυρίτιδα («ποντίκι» –λόγω χρώματος– όπως την έλεγαν τα παιδιά της δεκαετίας του '80). Τα τριµπόνια ακούγονται σε συγκεκριµένα σηµεία της λειτουργίας τηρώντας πιστά ένα τυπικό που µεταδίδεται από γενιά σε γενιά, σε ένα τελετουργικό ρυθµό, ο οποίος φτάνει στο κορύφωµά του µε το πανηγυρικό πέρας της εκκλησιαστικής τελετής.

Ο Πάνος Αδαμόπουλος γράφει για την ιστορία αυτών των όπλων: «Επρόκειτο για όπλα πολεμικής χρήσης τα οποία τα είχαν κυρίως οι ναυτικοί για μάχες κοντινής απόστασης ή σώμα με σώμα, "πρώτον γιατί η κοντή κάννη δεν είχε τη δύναμη με το ένα ή τα πολλά βόλια να φτάσει πιο μακριά και δεύτερον, γιατί δεν σκόπευαν σωστά μακριά". Σε αντίθεση με τους στεριανούς λοιπόν, που είχαν τα καριοφίλια, οι Ελληνες ναυτικοί κρατούσαν τριμπόνια. H χρήση των τριμπονιών είναι πολύ παλιά και την αντιλαμβανόμαστε από διάφορες πηγές. Μέσα σ' ένα τραγούδι, που έλεγαν οι ναυτικοί της Πάργας και αναφέρεται στη Ναυμαχία της Ναυπάκτου, στις 7.10.1571, ανάμεσα στο συνασπισμένο στόλο των χριστιανών και εκείνου των Οθωμανών, λέει χαρακτηριστικά:

       [...]
       Όταν απαντηθήκανε
       οι δυο χοντρές αρμάδες,
       βροντοκοπούν οι κανονιές 
       γίνεται η μέρα νύχτα,
       πλώρη με πλώρη σμίγουνε 
       κατάρτι με κατάρτι
       λαμποκοπάνε τα λαμιά, 
       βροντάνε τα τρομπόνια,
       ποδάρια, χέρια και κορμιά 
       γιομίζουν τα καράβια
       σκοτώθη κι ο Αλή Πασάς (= ο ναύαρχος)
       το άξιο παλικάρι
       [...]

»Επίσης, ο Μακρυγιάννης αναφέρει στα απομνημονεύματά του: "Φωνάζει δια την φελούκα, μας βλέπουν οι Τούρκοι και μας στρώνουν να μας πιάσουνε. Θέλησε ο Θεός και ήταν μια φελούκα. Τους μίλησα και ριχτήκαμε μέσα και μας βάλαν απάνου 'στην γολέττα τους. Πλάκωσαν και οι Tούρκοι. Πήραν και αυτείνοι τα τριμπόνια τους και αντιστάθηκαν". Ακόμη και ο Παπαδιαμάντης έχει αναφορά στα τριμπόνια στο διήγημά του Η Παναγία η γλυκοφιλούσα: "Τέλος εσυμμαζεύετο ο λοστρόμος, ανεκαλύπτοντο οι δύο απόντες σύντροφοι, εξεκολλούσε ο πλοίαρχος, έπεφταν τρομπόνια αρκετά, τρομπόνια από το πλοίον, τρομπόνια έξω από την πόλιν• έκοφταν, εψαλίδιζαν τις βόλτες".»

Το Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό του Ελευθερουδάκη [1931, τόμος 12ος, σελ. 303] γράφει: «Τρομπόνι, το (ιταλ. trombone). Βραχύ φορητόν, εμπροσθογεμές πυροβόλον όπλον μικρού βεληνεκούς, με κάννην καταλήγουσαν εις σχήμα χοάνης ή σάλπιγγος, σιδηράν, πολλάκις δε και ορειχαλκίνην, το οποίον μετεχειρίζοντο κατά τους παρελθόντας αιώνας, κατά το πλείστον εις τα πολεμικά πλοία, προς απόκρουσιν των εφόδων (ρεσάλτο) εκ του συστάδην».

«Τα τρομπόνια», συνεχίζει το λεξικό, «πληρούμενα με μεγάλας δόσεις πυρίτιδος και με μέγα πλήθος σφαιρών, σφαιριδίων (κομμάτια, καδρέτα), σιδηρών ήλων κ.λ. εξεκενούντο κατά των εχθρικών λεμβών από εγγυτάτης αποστάσεως, όταν αύται πλήρεις αποβατικών αγημάτων επλησίαζον και έρριπτον τας αρπάγας και προσεκολλώντο επί του προσβαλλομένου σκάφους». Έτσι, βλέπουμε ότι υπήρχαν δύο ειδών τριμπόνια: αυτά στο μέγεθος της μεσαίας καραμπίνας, που είχαν και οι Τηνιακοί, και ήταν για μεσαίες αποστάσεις, και τα άλλα τα κοντύτερα, βραχύκανα που έμοιαζαν με πιστόλες: «Και οι επιτιθέμενοι όμως είχον μικρότερα τρομπόνια, κρεμάμενα δι' αγκίστρου από την ζώνην των, τα οποία εχρησιμοποίουν από των κανονοθυρίδων ή ευθύς ως επάτουν το κατάστρωμα του προσβαλλομένου πλοίου.»

Από τα ημερολόγια του ναυτικού αγώνα του 1821, βρίσκουμε τα υλικά κατασκευής της «φλόγας πυρός» και μαθαίνουμε ότι το τρομπόνι έδινε και το πυρ για την επίθεση της πυρπόλησης από τους Έλληνες: «[...] H κατασκευή τούτου (σσ. της φλόγας πυρός) ήτο η ακολούθος: αι ύλαι της κατασκευής του συνέκειντο από κατράμι, ρητίνην, πυρίτιδα και εχινοπόδας (αχινοπόδια, είδος φρυγάνων που βρίσκονται και στο χωριό) τεθειμένα ατάκτως εις το υπόστρωμα (κοραδούρον). Δια να τεθή σε το πυρ, ώφειλεν εις πυρπολιστής, όταν ήρχετ' η ώρα, να καταβή εις το υπόστρωμα και να πυροβολήση με πιστόλαν (τρομβόνι) γεμάτην άνευ σφαίρας, εις το μέρος το οποίον είχον προσδιωρισμένον δια να τεθή το πυρ και εκείθεν να διαδοθή [...]». [Υποναυάρχου Κ. Νικοδήμου, Απομνημονεύματα Εκστρατειών και Ναυμαχιών του Ελληνικού Στόλου, Αθήνα 1862, σ.14] 

Στο ίδιο βιβλίο μαθαίνουμε ότι τα ψαριανά πλοία του Κανάρη και του Νικοδήμου, κατά τον Αύγουστο του 1823, πέρασαν και από την Τήνο: «Πνέοντος δε ανέμου γαληνιαίου μεσημβρινού, η μοίρα των ψαριανών και ο εχθρικός στόλος διευθύνοντο ουριοδρομούντες προς το στόμιον του Τσικνιά, προεπορεύετο δε η μοίρα των ψαριανών μικρόν τι του εχθρικού στόλου, συγκειμένου από πλοία μεγάλα και μικρά σχεδόν εξήκοντα. Ότε δε η μοίρα των ψαριανών έφτασε μεταξύ Μυκώνου και Τήνου, οι Μυκώνιοι θεωρούντες τον εχθρικόν στόλον ερχόμενον προς τα εκείσε, πολλοί εξ αυτών μετέβαινον οικογενειακώς εις Τήνον. [...] Διαμείναντα δε τα ψαριανά πλοία επί εν ημερονύκτιον μεταξύ Μυκώνου και Τήνου, έπεμψαν τας λέμβους των εις Τήνον όπου οι Τήνιοι ανέμενον ωπλισμένοι και προσέφερον εις τας λέμβους ως δώρον κρέας βωδινόν και σταφύλια [...]»

Φυσικά, τα τριμπόνια που χρησιμοποιούνται σήμερα δεν είναι από εκείνα τα χρόνια. Αυτά είχαν μηχανισμό πυριτόλιθου στη θέση που βρίσκεται σήμερα το καψούλι που δίνει την ανάφλεξη, και βεβαίως δεν υπάρχουν βόλια ή κάτι ανάλογο, αλλά απλά μπαρούτι ώστε το αποτέλεσμα να είναι μόνο ηχητικό. Τέτοια τριμπόνια, από το 1750, μπορεί να τα δει κανείς στο Πολεμικό Μουσείο, στο Ιστορικό Αρχείο-Μουσείο της Ύδρας (στην Ύδρα τα λένε τρομπόνια) αλλά και σε μέρη της Τήνου όπου φυλάσσονται και εκτίθενται παλιά όπλα. [Εγκυκλοπαίδεια Όπλων Κυνηγίου, Ιωαν. Νικητόπουλος]

Το έθιμο με τα τριμπόνια κρατάει τουλάχιστον από το επιτυχές τέλος της Ελληνικής Επανάστασης: «[...] Βλέπων δε τας τελουμένας τελετάς δια τας νίκας του στόλου, την εορτήν της Αναστάσεως και των Θεοφανείων, τον κλήρον περιερχόμενον την πόλιν και παρακολουθούμενον υπό του πλήθους, τους κρότους των πυροβόλων και όπλων, τας αθώας φωνάς των παίδων κραζόντων το "Κύριε ελέησον", τα πλοία πάσης τάξεως σημαιοστόλιστα, έχοντα τας μεν ελληνικάς σημαίας άνωθεν, τας δε οθωμανικάς κάτωθεν ως ένδειξιν της νίκης των». [Κ. Νικοδήμου, ο.π. σελ. 46]

Από τα χρόνια εκείνα, μετά την επανάσταση, συνέχισαν στην Τήνο και κράτησαν ζωντανό το έθιμο, χρησιμοποιόντας το σε όλες τις χαρμόσυνες εκδηλώσεις της τηνιακής κοινωνίας, όπως: μαράντες και γλέντια, βαφτίσια και γάμους και φυσικά, κατά την ημέρα της Ανάστασης.

Μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του ’70 σχεδόν κάθε σπίτι στο χωριό (!) είχε και το δικό του τριμπόνι. Μάλιστα, τα περισσότερα ήταν πολύ παλιά και τους είχε προστεθεί ένας μεταλλικός δακτύλιος στη κάννη για να μην «σκάσουν». Τα περισσότερα είχαν «χαθεί» κατά την περίοδο της κατοχής, κάποια άλλα τα είχαν «σπάσει» οι αρχές (υπάρχει ιστορία, σε άλλη σελίδα, με καταστροφή των τριμπονιών από αστυνομικούς σε μαράντα του χωριού) ενώ, την περίοδο της δικτατορίας, η αστυνομία κατάσχεσε πολλά από αυτά προς χάριν της «δημοσίας τάξεως». Στην ιστοσελίδα της Κώμης, για το ίδιο θέμα, διαβάζουμε: «Μερικά από αυτά βυθίστηκαν στην θάλασσα, όχι μακριά από το δρακονήσι, αγνοώντας πλήρως την αξία του τριμπονιού σαν κειμήλιο». 

Ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1870, και για λόγους προστασίας, είχε αρχίσει η «δίωξη» της χρήσης τους:«Προτρέποµεν τα Αστυνοµικά όργανα να καταστείλωσι όσον το δυνατόν την βάρβαρον του πυροβολισµού συνήθειαν κατά την σηµερινήν και αύριον ηµέραν, (Μεγάλο Σάββατο και Κυριακή του Πάσχα) και προπάντων εις τους παίδας, οίτινες κακώς πολλάκις µεταχειριζόµενοι τα εις χείρας των όπλα, εγένοντο αφορµή δυστυχηµάτων και προς εαυτούς και προς άλλους». [εφημ. Τήνος, φ.19, 15.04.1878]

Πάντως, μέχρι 15-20 χρόνια χρόνια πριν, τριμπονιές ακούγονταν σχεδόν σε όλα τα χωριά της Τήνου. Σήμερα είναι λίγα χωριά που κρατούν το έθιμο, και σίγουρα τα πρωτεία στο «παίξιμο» έχουν τα χωριά του Πύργου και της Στενής. Οι τριμπονιές πάντως του χωριού, στο Πανηγύρι της Καλαμάν, άφησαν εποχή και καταγράφηκαν σαν σημαντικό λαογραφικό στοιχείο στο Λεύκωμα του Κώστα Βέργα «Λατρεία - Στον Κύκλο του Χρόνου» [σελ. 118]. Στο ίδιο βιβλίο διαβάζουμε μεταξύ άλλων: «Ανάλογη είναι η ενοριακή εκδήλωση των Καθολικών της Βωλάξ (Βώλακα) στην Παναγία Καλαμάν κάθε Πέμπτη του Πάσχα. [...] Χαρακτηριστικό της ημέρας είναι και οι πυροβολισμοί με τα "τριμπόνια" (τύπος μεσαιωνικού τουφεκιού με ανοιχτή σαν χωνί κάνη και γέμιση από σκέτο μπαρούτι)». [1]

Kλασικές φιγούρες στις βωλακίτικες τριμπονιές είναι ο Νάτσιος Χαρικιόπουλος, ο Μάκης του Αντρίκου και ο Μάκης του Άγγελου. Ο μπαρμπα-Άγγελος για πολλές δεκαετίες ήταν αυτός που γέμιζε με μπαρούτι τα όπλα [2]. O κρότος από τα τριμπόνια είναι η κραυγή χαράς που φτάνει όσο πιο μακριά, μέχρι τον ουρανό! Άλλοι λένε ότι είναι ο χαιρετισμός χαράς στην Παναγία («Απριλίου 5, Κυριακή (1825). Σήμερον είμεθα (σσ. αναφέρεται στο επαναστατικό μπρίκι Αθηνά) εμπρός εις την Τήνον, εχαιρετήσαμεν την Παναγίαν (σ.σ. την Μεγαλόχαρη) με ένα κανόνι [...]») [Γεωρ. Σαχτούρη, Ιστορικά Ημερολόγια του Ναυτικού Αγώνος του 1821, Αθήνα, 1890, σελ.85] Στην ιστοσελίδα της Κώμης διαβάζουμε ότι οι τριμπονιές αποτελούν αναπαράσταση του «σεισμού» που έγινε κατά την ώρα της Ανάστασης. Οι παλιότεροι έλεγαν ότι «το κακό ξορκίζεται με κρότο» και στη Τήνο φροντίζουν να το ξορκίζουν για τα καλά!



[1] Σήμερα μπορεί να βρει κανείς στην Ιταλία πιστό αντίγραφο (ρέπλικα) μιας Pistola Trombone του 17ου-18ου αιώνα περίπου στα 63 ευρώ.

[2] Δεν είναι τυχαίο ό,τι με τη συστηματική αρπαγή/καταστροφή των συγκεκριμένων όπλων, και από τα άτομα που παρατηρούμε ότι «παίζουν» τριμπονιές τα τελευταία 30 χρόνια, έχουν παραμείνει με αυτά τα όπλα μόνο δυο-τρεις οικογένειες στο χωριό...

 

Πηγή πληροφοριών υπήρξαν:
Τάσος Ν. Βιδάλης, Τα τριμπόνια της Τήνου (www.tinos.biz)
Xριστός Ανέστη! (www.komitinos.com, 4.04.2010)

Για την μεταφορά: dvidos, 7_2015