Βωλάξ, Τήνος. Τόπος όμορφος και ζωντανός. Χωριό αγαπημένο. Μέρος που θέλουμε να προστατέψουμε και να αναδείξουμε πιο πολύ από ποτέ! Εκτιμούμε όλα όσα μας προσφέρει μέσα απ' την ιστορία και την κουλτούρα του, μέσα από την αξεπέραστη φύση και τις αξίες των ανθρώπων του...
Ακολουθήστε μας!

Ε, τώρα δεν μας σταματάει τίποτα!

Ο πατέρας μου είχε στο ντουλαπάκι του αυτοκινήτου μας έναν παλιό χάρτη της Ελλάδας. Η Τήνος δεν ήξερα καλά καλά που ήταν ενώ, όταν την βρήκα, μου φαινόταν πολύ μικρή. Για πρώτη όμως φορά θα την έβλεπα από κοντά...

Ήταν γύρω στο 1973/74 όταν μια παρέα ανθρώπων που είχαν αφήσει τον τόπο τους για την Αθήνα, αποφάσισαν να μείνουν λίγες μέρες στο χωριό που τους γέννησε μετά από πολλά πολλά χρόνια.

Σαν τώρα θυμάμαι την πρώτη φορά που πήγαμε στη Βωλάξ. Είχαμε φορτώσει το αυτοκίνητο όσο έπαιρνε κι ακόμα παραπάνω. Έχω την εντύπωση ότι τότε αγοράσαμε και την πρώτη μας σχάρα, για να βάλουμε τις βαλίτσες.

Κάναμε λίγο περισσότερο από 7 ώρες με το πλοίο και φτάσαμε βράδυ. Βέβαια όταν έχεις εφτάωρο ταξίδι έχεις την αίσθηση ότι πάντα βράδυ θα φτάσεις.

Πήραμε τον παλιό δρόμο από τη Χώρα (δεν υπήρχε τότε ο σημερινός) και ξεκινήσαμε για το χωριό και τον παππού, που μας περίμενε. Eμείς, τα παιδιά, ακούγαμε κουρασμένοι τις συζητήσεις των μεγάλων. Τα φώτα ελάχιστα σε όλη τη διαδρομή. Σε μια ανηφορική στροφή (εκεί που ο δρόμος σε πάει στη Mονή Kεχροβουνίου) ο πατέρας μου συνέχισε ευθεία και έτσι η μητέρα μου φοβήθηκε πολύ ότι θα πέφταμε και θα σκοτωθούμε. Του φώναξε κιόλας, από τον φόβο της. Όμως η συνέχιση του κεντρικού δρόμου, που δεν φαινόταν καλά έτσι όπως ερχόσουν από τη Xώρα, ήταν απαραίτητη και θα μας οδηγούσε στον τελικό μας στόχο, το χωριό.

Σήμανση στο δρόμο για να σε οδηγήσει στη Βωλάξ δεν υπήρχε –ούτε κουκίδα στον χάρτη δεν υπεδείκνυε που είναι το χωριό, αν υπάρχει τελικά ή είναι αποκύημα φαντασίας.

Το Βωλάξ ήταν σχεδόν ερειπωμένο. Δρόμοι δεν υπήρχαν, τουλάχιστον όπως τους ξέρουμε σήμερα, και τα μονοπάτια ήταν δύσβατα. Τα σπίτια ήταν μισογκρεμισμένα αλλά τα βράχια φαινόντουσαν μεγάλα και πολλά.

Υπήρχε λίγο φως· καθόλου τηλέφωνο. Την νύχτα έκανε κρύο, όπως σήμερα, μόνο που τότε το ένιωθες για τα καλά. Το σημαντικότερο όμως ήταν ότι οι ελάχιστοι εναπομείντες συγχωριανοί ήταν με το χαμόγελο στα χείλη (και με το ρακί στο χέρι...)

Οι Aθηναίοι ρωτούσαν «Πώς περνάτε εσείς εδώ;» και οι Tηνιακοί «Πώς είναι τα πράγματα στην πόλη;». Το πιοτό έδινε κι έπαιρνε. Οι γυναίκες από την Αθήνα χαμογελούσαν στωικά φροντίζοντας τα παιδιά τους. Και εμείς περιμέναμε να ανακαλύψουμε τον νέο χώρο παίζοντας και εξερευνώντας κάθε του σπιθαμή.

Οι μεγάλοι είπαν να φέρουν παντού ρεύμα και να αντικαταστήσουν τις λάμπες πετρελαίου. Eίπαν να ξανακτίσουν τα ερείπια και να τα κάνουν σπίτια για να μένουν. Eίπαν να φτιάξουν τουαλέτες και να μην γίνεται η φύση ο χώρος ανακούφισης. Είπαν να φέρουν το νερό στα σπίτια αντί να το μεταφέρουν με στάμνες από την πηγή. Είπαν να μαγειρεύουν σε κουζίνες και όχι με φρύγανα στους φούρνους. Να πλένουν τα ρούχα τους και τα ρούχα των παιδιών τους (αυτά ήταν πολλά) σε πλυντήρια και όχι στο πηγάδι.

Και έτσι, σιγά-σιγά, τα έργα ξεπέρασαν τις δυνατότητες των απλών ανθρώπων. Έπρεπε πλέον να δημιουργήσουν Σύλλογο.

Σιγά σιγά, μπορούσαν να συναντιούνται συχνότερα, να διασκεδάζουν μαζί, να μοιράζονται την αγάπη τους για το χωριό, να λειαίνουν τις αναμνήσεις τους.

Ίδρυσαν τον Σύλλογο, και όταν πήραν στα χέρια τους το καταστατικό, το ημερολόγιο έγραφε 16 Απριλίου 1983. Κάπως έτσι μπήκε στον χάρτη η κουκίδα...

Μόλις είδα για πρώτη φορά το όνομα «Βωλάξ» σε χάρτη ένιωσα υπερήφανος. Έτρεξα και τον πήγα στον πατέρα μου να τον δει κι αυτός. Του λέω: «Μας βάλανε! Μας βάλανε!», σαν να ήμασταν εμείς οι ίδιοι στον χάρτη. Το είδε, μου χαμογέλασε και μου είπε: «Ε, τώρα δεν μας σταματάει τίποτα!»

Μοιραστείτε το