Βωλάξ, Τήνος. Τόπος όμορφος και ζωντανός. Χωριό αγαπημένο. Μέρος που θέλουμε να προστατέψουμε και να αναδείξουμε πιο πολύ από ποτέ! Εκτιμούμε όλα όσα μας προσφέρει μέσα απ' την ιστορία και την κουλτούρα του, μέσα από την αξεπέραστη φύση και τις αξίες των ανθρώπων του...
Ακολουθήστε μας!
Ένα μικρό κειμενάκι για έναν αγνό τροβαδούρο.

Δεν έχουν περάσει πολλά χρόνια όταν, στα κεντρικά περίπτερα του Συντάγματος, μπορούσε να βρει κανείς μια καρτ-ποστάλ που απεικόνιζε τον Μάρκο τον «Τσιτσάνη» να γυρνάει στα σοκάκια της Πλάκας και να προσφέρει χαμόγελα στους τουρίστες. Tον θυμάμαι προσωπικά.

Tον είχα πετύχει δυο-τρεις φορές στις αρχές της δεκαετίας του '90. Περπάταγε καμαρωτός, με ένα μεγάλο δαχτυλίδι στο χέρι, κρατώντας το μπουζουκάκι του στολισμένο με γαρύφαλλα.

O Μάρκος ο Σιγάλας ήταν παιδί του χωριού –δέκα χρόνια πιο μικρός από τον συνονόματό του Τσιτσάνη, τον αυθεντικό. Ήταν ένας εύθυμος τύπος γλεντζέ που πίστευε πραγματικά για τον εαυτό του ότι είχε καλή φωνή. Γι' αυτό και οι φίλοι του, κοροϊδευτικά θα λέγαμε, του δώσανε το παρατσούκλι «Τσιτσάνης».

«Ο Μάρκος», όπως πιστοποιεί το βιβλίο του Μωραΐτη, «μ' ένα μπουζούκι συντροφιά –σαν σύγχρονος τροβαδούρος–, γύριζε τα χωριά της Τήνου, τους απόμερους δρόμους της Αθήνας, καθώς και τα σαλόνια των πλοίων της γραμμής».

Και η αλήθεια ήταν ότι πιο συχνά τον έβλεπες στα καταστρώματα των πλοίων και στα σοκάκια της παλιάς Aθήνας, παρά στο σπίτι του στο χωριό. Eκεί, «βρισκόταν στο στοιχείο του, όπου τραγουδώντας και παίζοντας το αγαπημένο του έγχορδο, εξασφάλιζε παράλληλα και το μεροκάματό του για την επιβίωση».

Kαι 'γω λέω πως τραγούδαγε και για νά 'χει παρέα. Tαξίδεψε πολύ ο Mάρκος, αλλά γυναίκα δεν κατάφερε να συναντήσει. Λένε πως αγάπησε κάποτε μία, αλλά εκείνη δεν άντεχε την φτώχια και δεν τον ακολούθησε. Mόνος του ήταν στα ταξίδια του, μόνος και στις περιπλανήσεις.

Kαι μετά από τόσα ταξίδια είπε να ησυχάσει. Στις 13 Μαρτίου του 2002, σε ηλικία 77 ετών, επέστρεψε οριστικά στο χωριό του και κηδεύτηκε εκεί. Στο οστεοφυλάκιο του χωριού –μαζί με την «προσωπική» του καρτ-ποστάλ–, οι οικείοι του αφήνουν κατά καιρούς γαρύφαλλα, ίδια με αυτά που στόλιζε το μπουζουκάκι του.

Eγώ του αφιερώνω τους αγαπημένους του στίχους –του συνονόματου...

Απόψε μες στο καπηλειό
που τα μπουζούκια κλαίνε
(είμαι μονάχος κι έρημος
γιατί δυο μάτια φταίνε)

Τριγύρω όλοι σκυθρωποί
οι φίλοι δε μιλιούνται
(τέτοιους καημούς γνωρίσανε
γι αυτό και με λυπούνται)

Μ’ ένα καράβι έφυγε
αυτή πού 'χα αγαπήσει
(πήγε στα ξένα μακριά
και πια δε θα γυρίσει).

 

Μοιραστείτε το