Βωλάξ, Τήνος. Τόπος όμορφος και ζωντανός. Χωριό αγαπημένο. Μέρος που θέλουμε να προστατέψουμε και να αναδείξουμε πιο πολύ από ποτέ! Εκτιμούμε όλα όσα μας προσφέρει μέσα απ' την ιστορία και την κουλτούρα του, μέσα από την αξεπέραστη φύση και τις αξίες των ανθρώπων του...
Ακολουθήστε μας!

Στην «Άλλη Πλευρά του Νομίσματος» γράφει ότι κάθε αρχή είναι σαν όνειρο. Δεν ξέρεις τίποτα για όσα η μοίρα σου επιφυλάσσει και μπορείς να κάνεις όσα σχέδια θέλεις. Η ψυχή σου δεν πονάει, γιατί κάθε καινούργιο σχέδιο δεν έχει δοκιμαστεί και εσύ μπορείς να το φτιάξεις όπως το φαντάζεσαι. Η πραγματικότητα δεν μπορεί να βάλει κανένα φραγμό στην φαντασία και έτσι αυτή ταξιδεύει σαν το ιστιοφόρο. Από το ένα νησί στο άλλο...

H ιστορία που θα σας διηγηθούμε αναφέρεται σε έναν νέο που ονειρευόταν παράλογες εικόνες. Και η επιστήμη γνωρίζει ότι όσο πιο παράλογα μπορεί να φαίνονται τα όνειρά μας, τόσο αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι στον ύπνο μας είμαστε ελεύθεροι από τις άμυνές μας και χρησιμοποιούμε κάθε δημιουργική μας ικανότητα. Όσο πιο ελεύθεροι είμαστε, τόσο πιο παράλογα τα όνειρά μας! Το πρόβλημα υπάρχει όταν δεν ξεχωρίζει κανείς τι είναι όνειρο και τι πραγματικότητα...

O A ήταν παιδί σαν όλα τ' άλλα μέσα στο χωριό. Αυτό που νόμιζε ότι τον ξεχωρίζει ήταν κάποιες εικόνες που έβλεπε στον ύπνο του, ένα όνειρο που του ερχόταν συχνά-πυκνά. Ένα όνειρο που έμοιαζε να συμπληρώνει την πραγματικότητα –την δική του πραγματικότητα– και ταυτόχρονα που του δημιουργούσε πολλά ερωτήματα. Ερωτήματα που δεν μπορούσε να απαντήσει.

Τα ταξίδια του A κατά την διάρκεια της ημέρας προς τον μεγάλο βράχο του χωριού ήταν συχνά. Σταματούσαν όμως στα ριζά του βράχου αυτού, στη δροσερή σκιά του. Γιατί ο βράχος αυτός –ο λεγόμενος Χοντρός Γρεμνός–, ήταν τόσο μεγάλος, και το ιδιαίτερο σχήμα του τέτοιο, που δεν σε άφηνε να ανέβεις επάνω του.

Στις ψυχικές λειτουργίες του ανθρώπου σημαντική θέση καταλαμβάνουν οι καταστάσεις της ύπαρξης και της συνείδησης που βιώνουμε καθημερινά: η κατάσταση της εγρήγορσης και η κατάσταση του ύπνου. Στην κατάσταση εγρήγορσης, επικοινωνούμε με το περιβάλλον μας, είμαστε δραστήριοι, ενεργούμε και παρατηρούμε. Βλέπουμε τα πράγματα του εξωτερικού κόσμου, όχι όπως πραγματικά είναι, αλλά τουλάχιστον σε τέτοιο βαθμό ώστε να μπορούμε να τα χρησιμοποιήσουμε. Αντίθετα, στον ύπνο μας, βρισκόμαστε σε μια άλλη μορφή ύπαρξης. Το σώμα χαλαρώνει εντελώς και εκεί ακριβώς προσπαθεί να ανακτήσει τις δυνάμεις του. Ένα μεγάλο μέρος από την ενέργεια που αποθηκεύτηκε, ξοδεύεται στην δημιουργία ονείρων. Στα όνειρα ζούμε σε μια άλλη πραγματικότητα, αυτή του εσωτερικού μας κόσμου που δεν έχει κανόνες μέσα στον χωρόχρονο, ζούμε εκεί που όλα μπορούν να πραγματοποιηθούν.

Έτσι και στο όνειρό του ο A, έκανε την συνηθισμένη του βόλτα μέχρι τον Χοντρό Γκρεμνό αλλά, με κάποιον τρόπο, μπορούσε να ανέβει και να δει τι υπήρχε επάνω σ' αυτόν αλλά και πέρα μακριά. Μέχρι τις κορυφογραμμές ή πιο πέρα ακόμη, εκεί που γη γίνεται ένα με τον ουρανό. Δειλά-δειλά πίστευε πως υπάρχει κάποιο σημείο, μακριά στον ορίζοντα, σημείο που θα μπορούσε κανείς να ανέβει μέχρι τον ουράνιο θόλο.

Έτσι και εκείνη τη βραδιά: έβλεπε τον εαυτό του κοιμισμένο που περίμενε με αγωνία να σηκωθεί και να τρέξει προς το περίεργο εκείνο μέρος που τον στοίχειωνε. Όταν ερχόταν η μέρα –πάντα κατά το όνειρο– κατέβαινε γρήγορα τον κεντρικό δρόμο για την πηγή του χωριού και από το αριστερό χαμηλό δρομάκι έφτανε με λίγες βηματησιές στον μεγάλο βράχο του χωριού. Στην αρχή ξεκίναγε περπατώντας χαλαρά σαν αυτούς που θέλουν να μην τους καταλάβει κανείς, και τελείωνε τρέχοντας, όπως οι κλέφτες...

Με έναν μαγικό τρόπο, που δεν μπορούσε να θυμηθεί όταν ξυπνούσε, βρισκόταν επάνω στον θεόρατο βράχο και εκεί άλλαζε ολόκληρος. Γινόταν διαφορετικός –ήρεμος και γαλήνιος. Έφευγαν ανάσες και αγωνίες από μέσα του και ένιωθε σαν να γνώριζε τα πάντα όπως οι μεγαλύτεροι σοφοί αυτού του κόσμου ενώ –ταυτόχρονα– ένιωθε σαν να μην ήξερε τίποτα, λες και ήταν τελείως άδειος, σαν να μην είχε μάθει τίποτε από τον πατέρα του και την μάνα του, από τον εφημέριο του χωριού, από τους φίλους του. Ένιωθε άδειος αλλά και έτοιμος να τα μάθει όλα μαζί, σε μια στιγμή, όπως στην ιστορία με το Άγιο Πνεύμα που είχε ακούσει κάποια Κυριακή στην ενορία του ντον Αντώνη.

Πάλευε να καταλάβει με ποιον τρόπο ανέβηκε επάνω στον θεόρατο βράχο, αλλά εκεί, ψηλά ανεβασμένος, αφηνόταν: έβλεπε χιλιόμετρα μακριά στο βάθος, εκεί που υπήρχαν χώρες μακρινές, τόποι άγνωστοι και εξωτικοί, μέρη φανταστικά με ζωηρά χρώματα. Έβλεπε χωράφια πράσινα –όχι όπως ο δικός του τόπος–, βουνά με απότομες γωνίες και όχι τα στρογγυλά βράχια της Αποκολιανής και της Τσαβαγιάννης. Λειβάδια που δεν ήξερε το όνομά τους έβλεπε, και όλα τον καλούσαν να τα επισκεφτεί, να τρέξει σ' αυτά, να παίξει, να τα χαλάσει. Kαι εκεί που νόμιζε ότι όλα ήταν δικά του, ότι όλα είχαν φτιαχτεί γι' αυτόν και μπορούσε να κάνει ό,τι θέλει, τελείωνε το όνειρο. Βίαια κι απότομα.

Τα διαφορετικά και δύσκολα συναισθήματα που είχε κατά τη διάρκεια του ονείρου δεν μπορούσε να τα διαχειριστεί. Φόβος, άγχος, χαρά, θυμός, ενοχή, ευτυχία, θλίψη... Τόσα πολλά και τόσο αντίθετα, όλα μαζί ανακατεμένα, τον τρόμαζαν και τον ανάγκαζαν να ξυπνήσει... Ο ίδιος φώναζε, παρακαλούσε, αλλά όλα είχαν χαθεί. Έσφιγγε τα μάτια του, προσπαθούσε να συγκεντρωθεί, να επιστρέψει στο όνειρο και αν ήταν δυνατόν να πάει παρακάτω...

Ήταν μετά τον πόλεμο που ο ίδιος, έφηβος πια, αποπειράθηκε να αποπλανήσει την M, μια από τις κοπέλες του χωριού. Αυτή η δύναμη του μυαλού που είχε ο A, αυτή η δυνατότητα δηλαδή να βιώσει τις βαθύτερες, τις υποσυνείδητες αισθήσεις του, χωρίς να περιορίζεται από λογική και κανόνες, ξέφυγε και επηρέασε την πραγματικότητα των άλλων... Εκείνη, παντρεμένη με παιδιά, έβαλε τις φωνές. Ο Γ που βρισκόταν κοντά έτρεξε να βοηθήσει και να την σώσει.

Δεν έχει σημασία να πούμε περισσότερα για κείνες τις στιγμές. Η ιστορία πήρε διαστάσεις στην μικρή κοινωνία του χωριού και κλήθηκε η Αστυνομία. Οι αστυνομικοί ήρθαν στο χωριό και τον πήρανε μαζί τους, αφού του φόρεσαν χειροπέδες. Ο ίδιος ζήταγε συγνώμη και έλεγε συνέχεια «δεν θα το ξανακάνω, δεν θα το ξανακάνω ποτέ πια! Δεν θα το ξανακάνω...». Οι αστυνομικοί σχολίαζαν με ύφος «έχουν πειραχτεί τα νεύρα του», οι κάτοικοι ήταν αναστατωμένοι από το γεγονός και δεν ήξεραν τι να κάνουν. H ασφάλεια και η τιμή ενός χωριού ήταν το πιο σημαντικό. Η κοπέλα δεν είχε ακόμη ηρεμήσει. Kανείς δεν ήξερε να εξηγήσει τα σημάδια. Η μητέρα του, έλεγαν, δεν έστεκε καλά, αλλά πάλι ο νεαρός δεν είχε δείξει κάτι. Οι φίλοι του, τα παιδιά που έγιναν έφηβοι μεγαλώνοντας μαζί του δεν είχαν παρατηρήσει κάτι περίεργο. Οι γυναίκες έτρεμαν ότι αυτό θα μπορούσε να είχε συμβεί στις ίδιες και οι άντρες, πάλι, ντράπηκαν για την πράξη του.

Το «δεν θα το ξανακάνω...» συνέχισε ν' ακούγεται για λίγο, μέχρι που οι δύο αστυνομικοί και ο A χάθηκαν στη σκόνη του δρόμου προς το Φαλατάδο και από κει στη Χώρα. Αυτοκίνητο δεν είχε φτάσει κοντά στο χωριό –δρόμος δεν υπήρχε– και έπρεπε να φτάσουν μέχρι το κρατητήριο με τα πόδια, και από 'κει ο A να οδηγηθεί με ασφάλεια, με το πλοίο της γραμμής, στο φρενοκομείο της Λέρου.

Στην «Αποικία Ψυχοπαθών Λέρου» είχαν οδηγηθεί, εξάλλου, χιλιάδες ψυχικά άρρωστοι νέοι. Ούτε ο πρώτος ήταν ούτε ο τελευταίος. Τα ίδια σύννεφα που υπήρχαν πάνω από την Λέρο ήταν αυτά που περνούσαν και πάνω από το χωριό.

Όταν κλείνει μια πόρτα, πάντα ανοίγει μια άλλη. Μπορεί η Λέρος να χρησιμοποιήθηκε, σε όλη τη διάρκεια του 20ού αιώνα, σαν μια περιοχή αντιρρόπησης των εσωτερικών αντιφάσεων της ελληνικής κοινωνίας ή σαν ένας τόπος συγκέντρωσης «κοινωνικών αποβλήτων» κάθε είδους. Mια παράδοση που χάνεται στην ιστορία και στους αιώνες, θέλει πολλά από τα ελληνικά νησιά να είναι οι τόποι επιλογής για την εξορία τρελών, λεπρών και πολιτικών αντιπάλων. Μικρά συνήθως, άγονα και απόμακρα νησιά (Ανάφη, η Τζιά, τα Κύθηρα, η Φολέγανδρος, η Σπιναλόγκα, η Ικαρία, η Μακρόνησος, η Λέρος...) προσφέρονται για την ασφαλή απομάκρυνση των κάθε είδους ανθρώπινων αποβλήτων από το οργανωμένο και ελεγχόμενο κοινωνικό σώμα.

Τα κλειστά όρια του νησιού, η θάλασσα που παρεμβάλλεται, η ερημιά και η έλλειψη κάθε επικοινωνίας –πέρα από αυτή που ελέγχουν απόλυτα οι φύλακες του χώρου– είναι τα ιδεώδη στοιχεία για την ασφαλή απομόνωση του κινδύνου. Είναι ο αποτελεσματικός φράκτης και η άμυνα κατά του άλλου, του κακού, του ξένου. Και ο A έζησε τα περισσότερα χρόνια της ζωής του στο νησί της Λέρου και όχι της Τήνου.

Ποιος ξέρει τι συνάντησε στο ψυχιατρικό αυτό άσυλο: γιατρούς με βέργα στο χέρι εν είδει αυστηρού δασκάλου; πειθαρχικές πρακτικές άλλων εποχών; μαύρη εργασία υπό το πρόσχημα και τη μορφή της εργοθεραπείας; κοκτέιλ φαρμάκων και ενέσεων; Δεν ξέρουμε αν βρέθηκε στο 16ο περίπτερο των γυμνών με τις δερμάτινες χειροπέδες ενσωματωμένες στα κρεβάτια των ασθενών. Εκείνο που στέγαζε τα πιο βαριά περιστατικά, κάτω από τις πιο απάνθρωπες και άθλιες συνθήκες διαβίωσης. Δεν ξέρουμε αν βρισκόταν κοντά στο 11ο ή το 7ο περίπτερο των παιδιών, που όσοι γνώριζαν έλεγαν ότι έμοιαζε σαν όαση. Δεν ξέρουμε αν ο A έμεινε σιωπηλός, αν ψιθύριζε «δεν θα το ξανακάνω» ή αν κραύγαζε για να προκαλέσει τη μοναξιά. Δεν ξέρουμε τι βρήκε στα μακρινά εκείνα μέρη του ονείρου του, αν κατάλαβε ποιο ήταν το όνειρο και ποια η αλήθεια. Δεν ξέρουμε τίποτα.

Δεν ξέρουμε αν έμαθε με ποιο τρόπο ανέβαινε επάνω στον θεόρτατο βράχο τα χρόνια που ήταν στο χωριό. Aν πέταγε μόνος του ή τα σύννεφα τον ανέβαζαν; Aν σκαρφάλωνε με τα γερά του χέρια ή δύο αστυνομικοί με χειροπέδες τον άφηναν εκεί για να κοιτάει μακριά τις κορυφογραμμές και ακόμη πιο πέρα. Δεν μάθαμε κάτι άλλο. Δεν ακούσαμε τίποτα.

Τα διαφορετικά και δύσκολα συναισθήματα που είχε κατά τη διάρκεια των νεανικών του ονείρων τον είχαν κουράσει. Τόσα πολλά και τόσο αντίθετα, ήταν επιζήμια... Η εφημερίδα έγραψε ότι ο A πέθανε στις 25 Mαΐου του1999 στη Λέρο. Τώρα πια θα μπορούσε να κοιμηθεί χωρίς να κινδυνεύει από κάτι. Στον τελευταίο του ύπνο, γεμάτος ελευθερία και αυτοπεποίθηση, θα του φανερωνόταν –μόνο σ' αυτόν και σε κανέναν άλλο– με ποιο τρόπο θα μπορούσε να ανέβει ψηλά και να μας κοιτάξει όλους από κάτω.

 

Μοιραστείτε το