Βωλάξ, Τήνος. Τόπος όμορφος και ζωντανός. Χωριό αγαπημένο. Μέρος που θέλουμε να προστατέψουμε και να αναδείξουμε πιο πολύ από ποτέ! Εκτιμούμε όλα όσα μας προσφέρει μέσα απ' την ιστορία και την κουλτούρα του, μέσα από την αξεπέραστη φύση και τις αξίες των ανθρώπων του...
Ακολουθήστε μας!
Στα μονοπάτια του ονείρου

«Είχε μια φορά κι έναν καιρό ανάμεσά μας κάτι παλαβούς αλλιώτικους, κάτι όμορφους παλαβούς που δεν έμοιαζαν ούτε με τους σημερνούς ούτε ο ένας με τον άλλον. Χωρίς αυτούς θα έλειπε σίγουρα από ανάμεσά μας κάτι».

Ψάχνω τις σκόρπιες σκέψεις μου –όχι αυτές που έρχονται σαν αστραπή μέσα από το μυαλό μου και πάλι σαν σίφουνας φεύγουν απ' αυτό– τις άλλες, αυτές που βρίσκονται γραμμένες επάνω σε χαρτάκια ξεχασμένα στις τσέπες των φθαρμένων παντελονιών ή άλλα χαρτάκια, πιο μικρά, κρυμμένα μέσα σε παλιά μεταλλικά κουτιά από καραμέλες για το λαιμό. Ψάχνω τις σκέψεις μου που είναι παρατημένες, μαζί με άλλες κιτρινισμένες σελίδες, μέσα σε συρτάρια που έχω μήνες να ανοίξω. Πόσο καιρό λέω να τις τακτοποιήσω (όλες!) σε ένα καλό τετράδιο, που εδώ και καιρό έχω αγοράσει γι' αυτόν και μόνο τον σκοπό. Στα πιο πολλά χαρτάκια σημειώνω (μαζί με άλλες ακατάληπτες λέξεις) το όνομα του Ταζέλου. Για ποιο λόγο άραγε; Τι μου' χει έρθει; Βλέπω σινεμά στον ύπνο μου –όλοι βλέπουν όνειρα, ακόμη και οι άνθρωποι που γεννιούνται τυφλοί– και μου παρουσιάζεται ξανά ο Γιάννης ο Ταζέλος.

«Είχε μια φορά κι έναν καιρό ανάμεσά μας κάτι παλαβούς αλλιώτικους, κάτι όμορφους παλαβούς που δεν έμοιαζαν ούτε με τους σημερνούς ούτε ο ένας με τον άλλον. Τα νεύρα των ανθρώπων δεν είχαν πάθει ακόμα τότε το σημερινό ξεκούρδισμά τους. Η βίδα τότες λασκάριζε σιγά-σιγά, ήμερα, ομαλά, γλυκά, κι έφθανε ως την παλαβάδα, που είχε κι αυτή κάποια χάρη. Ήσαν περισσότερο τύποι παρά παλαβοί, οι παλαβοί εκείνης της εποχής. Χωρίς αυτούς θα έλειπε σίγουρα από ανάμεσά μας κάτι. Χωρίς αυτούς η πολιτεία θα καταντούσε να χασμουριέται. Οι παλαβοί που είχαμε στην πατρίδα μου τότες ήτανε εφτά. Τόσοι ήτανε και οι σοφοί της αρχαίας Ελλάδας. Ένας όμως ήταν ο πατριάρχης όλων αυτών...»

Δεν ξέρω γιατί αλλά όταν πλησιάζουν τα Χριστούγεννα εμφανίζονται στο μυαλό μου γνώριμοι από το παρελθόν, όπως ο Γιάννης ο Ταζέλος. Γιάννη, γυρνάω και του λέω, έλα να ονειρευτούμε ότι δεν είμαστε τίποτα περισσότερο από άνθρωποι που έτυχε να βρεθούμε ( καλοκαίρια και Πάσχα) στο ίδιο μέρος, στη Βωλάξ του χθες. Αλλά ο Γιάννης ο Ταζέλος χωρίς να ανοίξει το στόμα του μου ζητάει, με έναν αδιευκρίνιστο σε μένα τρόπο, να ταξιδέψει...

Του υπενθυμίζω ότι μπορούμε –ανά πάσα στιγμή– να φορέσουμε τις μαγικές μας μπότες και να κατέβουμε στο κέντρο της Γης, στα κούφια περάσματα, στα βασίλεια των χθόνιων πλασμάτων, στα έγκατα ετούτου του πλανήτη. Του μιλάω για τα πλοία που ταξιδεύουν αενάως στις εφτά θάλασσες και μπορούμε να μπαρκάρουμε μαζί σ' αυτά· να γεμίσουμε τα φλασκιά μας με ρούμι και αλμύρα και να ταξιδέψουμε όπου μας βγάλει η, προφανώς, χαλασμένη μας πυξίδα.

Του ζητάω να γεωμετρήσουμε κάθε σπηλιά που υπάρχει στα ηφαιστειογενή νησιά του Ειρηνικού, να ξιφομαχήσουμε (αν χρειαστεί) με τους Σαρακηνούς, να γίνουμε εξερευνητές του Αρκτικού Κύκλου και να τρώμε χιόνι αντί να πίνουμε νερό. Tου προτείνω να συνομιλούμε μυστικά με κάθε περίεργο ζώο, να περπατήσουμε σε μέρη που άνθρωπος δεν έχει ακόμη φτάσει. Τον ρωτάω αν θέλει να δούμε από κοντά κάποιο από τ' αμέτρητα αστέρια, τον παρακαλώ να χαζέψουμε το νεφέλωμα του Καρκίνου και να κυνηγηθούμε στα αστρικά νέφη του γαλαξία γεμίζοντας τα μαλλιά μας με αστερόσκονη. Tον ρωτάω (ξανά και ξανά) αν θέλει να μας νανουρίσουν τα πάλσαρς, τη στιγμή που περιστρέφονται γύρω από τον άξονά τους. Mοιάζουμε, του λέω αδέξια, και οι δυο μας έχουμε μούσια! Mε κοιτάει και παραμένει σιωπηλός. Το βλέμμα του είναι ήρεμο. Γνωρίζει με ποιο τρόπο θα με βρει αν θελήσει πραγματικά να ταξιδέψει.

Από τα όνειρα που βλέπω στο σινεμά του ύπνου μου θα έρθει. Aπό τα χαρτάκια που έχω κρύψει μέσα στα μεταλλικά κουτιά για τον λαιμό –«παστίλλιες Βαλδά»–, από 'κει θα επιστρέψει. Γιατί και ο Γιάννης ο Ταζέλος είναι σαν αυτά τα αστέρια που, ενώ εμείς βλέπουμε τώρα το φως τους, εκείνα έχουν ήδη σβήσει, εδώ και εκατομμύρια χρόνια. Απλά το αντίκτυπο της ύπαρξής τους συνεχίζει να υπάρχει και να μας επηρεάζει.

«Είχε μια φορά κι έναν καιρό ανάμεσά μας κάτι παλαβούς αλλιώτικους, κάτι όμορφους παλαβούς που δεν έμοιαζαν ούτε με τους σημερνούς ούτε ο ένας με τον άλλον. Ένας όμως ήταν ο πατριάρχης όλων αυτών»: ο Γιάννης ο Ταζέλος.

 

Μοιραστείτε το