Βωλάξ, Τήνος. Τόπος όμορφος και ζωντανός. Χωριό αγαπημένο. Μέρος που θέλουμε να προστατέψουμε και να αναδείξουμε πιο πολύ από ποτέ! Εκτιμούμε όλα όσα μας προσφέρει μέσα απ' την ιστορία και την κουλτούρα του, μέσα από την αξεπέραστη φύση και τις αξίες των ανθρώπων του...
Ακολουθήστε μας!

Η τέχνη της καλαθοπλεκτικής ήταν ήδη αναπτυγμένη σε εργαστηριακό επίπεδο από τα τέλη του 18ου αιώνα. Αν το κάθε χωριό είχε το φούρνο του ή το μπακάλικο του, η Βωλάξ είχε τα εργαστήρια της καλαθοπλεκτικής! Πολλά εργαστήρια, δεκάδες τεχνίτες.  Σε το  άρθρο αυτό θα αναφερθούμε στις πιο πρόσφατες οικογένειες-εργαστήρια καλαθοπλεκτικής, που υπήρχαν από το 1940. Σήμερα, βέβαια, ελάχιστοι είναι οι μόνιμοι κάτοικοι του χωριού που συνεχίζουν να ασχολούνται με την λαϊκή αυτή τέχνη...

Στα χωριά, της ενδοχώρας του νησιού, θα συναντήσετε τους κατοίκους να ασχολούνται με δεκάδες διαφορετικά επαγγέλματα: αυτό του φούρναρη, του μπακάλη, του μπαρμπέρη, του μαρμαρογλύπτη και δεκάδες άλλα. Η Βωλάξ ήταν ένα μονοτεχνικό χωριό όπου το καλάθι εξασφάλιζε στους κατοίκους τα αναγκαία για την επιβίωσή τους.

Ο τότε Διοικητής γράφει στην αναφορά του προς τον Καποδίστρια: «Η γη της (Τήνου) είναι τόσον λιθώδης, ώστε οι κάτοικοι είναι αναγκασμένοι, να είπω ούτω, να μεταβάλλωσι τας πέτρας εις χώμα δια να μπορέσουν να σπείρουν και να θερίσουν τόσην κριθήν όση δεν επαρκεί εις πλειοτέρας, ως επί το πλείστον, εις 6 ή 7 μηνών τροφήν». [Γενικά Αρχεία του Κράτους, ΓΓ αρ. φ. 266] Η σκληρή γη οδήγησε σχεδόν όλους τους άνδρες του χωριού να ασχοληθούν με αυτή την λαϊκή τέχνη. Είτε παράλληλα με την γεωργία και την κτηνοτροφία, είτε αμειγώς με την καλαθοποιία. 

Οι Τηνιακοί, γενικότερα, είναι άξιοι άνθρωποι. Στο ταξίδι του Βαρώνου De Riedesel στο νησί, το 1802, διαβάζουμε:«Φτάνοντας στην Τήνο, είχα λόγο να θαυμάσω την επιδεξιότητα των κατοίκων της. Εξήντα τέσσερα χωριά, πάνω σε ένα βράχο, στο μέσο της θάλασσας, βρίσκουν λόγο ύπαρξης και πλουτίζουν ακόμη και από τη βιοτεχνία και το μικρό εμπόριο. [...] Με μια λέξη, παρά το άγονο του εδάφους, κανένας δε μένει άπραγος στο νησί...» [Voyages en Sicile, Dans le Grande Grece et Levant, κεφ.3, σελ. 247] Ο μπαρμπα-Αλέκος, λέει με υπερβολή: «Εκατό και, καλαθάδες, είχε τότε το χωριό. Εμείς ήμασταν εννιά νομάτοι και δουλεύαμε οι εφτά, πέντε αγόρια και οι γονιοί. "Ο Θεός", ήλεγ' η μάνα μου, "κατά το κρύο μοιράζει τα ρούχα". Τότες είχενε τα παιδιά και δούλευαν. Και οι παππούδες, εβδομήντα χρονών άνθρωπος και δεν ήβγαιν' έξω, ήπλεκε καλάθια». Κάθε οικογένεια αποτελούσε και ένα διαφορετικό εργαστήρι με ξεχωριστές ικανότητες, άλλες απόψεις και ιδιαιτερότητες στον τρόπο δουλειάς της καλαθοπλεκτικής. Γι' αυτό και οι παλαιότεροι, μπορούσαν να καταλάβουν ποιος χωριανός τους έφτιαξε το κάθε καλάθι. Άλλοι τα έκαναν γερά, άλλοι πιο κομψά, μερικοί δούλευαν τις μεγάλες κόφες, άλλοι μόνο μικρά καλαθάκια και πανέρια. Κάποιοι ήταν πολύ παραγωγικοί ενώ, άλλοι έκαναν ένα καλάθι την ημέρα, με παρεϊτσα και ρακί...

Τα τρισέτα και πού τα έβρισκαν

«Όσα φέρνανε οι γονείς μας από την Κωνσταντινούπολη... [το δικό μου] είναι 300 και παραπάνω από χρόνο...»
διήγηση: Αλέκος Φυρίγος
ηχογράφηση: 29.11.2010
διάρκεια: 1:03


Παλιά Τρισέτα για πλέξιμο καλαθιών

Όλοι, πάντως, είχαν συνείδηση της τέχνης τους και θεωρούσαν ότι σαν τα βωλακίτικα καλάθια δεν μπορεί να βρει κανείς στην Ελλάδα: «Αλλού δεν το κάνουν έτσ', δεν γκρατάει σκόρτσο. Το θ'κό μας γινετ' ένα σώμα, κρατάει». [Αλ. Φλωράκης, Η Καλαθοπλεκτική στο Χωριό Βωλάξ Τήνου, 1976, σ. 120] Η επαγγελματική επιβίωση και η υπόληψη του καλαθοπλέκτη ως τεχνίτη, επιβάλλει προσεκτική δουλειά με στέρεα και σωστά υλικά. ο Γιώργος Βίδος ή Μάγγος, για παράδειγμα, έκανε την σταύρωση και τον πρώτο ή τον δεύτερο γύρο, και έδινε στα παιδιά του να το συνεχίσουν. Αν δεν το έκαναν καλά, τους έλεγε «έλα εδώ να δεις. Δεν έχει γίνει καλά...», το χάλαγε και τους το ξαναέδινε να ξαναδουλέψουν πάλι από την αρχή. Ο Φλωράκης συνεχίζει: «Τα Τηνιακά καλάθια είναι πιο στερεά και περισσότερο προσεγμένα. [...] Το χέρι του καλαθιού (σσ. από την Φιλούσα της Κύπρου) είναι σκέτο καλαμένιο, συνέχεια των καλαμιών της βάσης, και όχι πρόσθετο από βέργα ντυμένη με χερόβεργες όπως στην Τήνο». [ο.π. σελ. 127] Τα αγόρια μάθαιναν την τέχνη από τον πατέρα και όταν έκαναν δικιά τους οικογένεια, με την σειρά τους, μάθαιναν και τα δικά τους τα παιδιά. Μόνο αν ο άνδρας έμενε ανύπαντρος και είχε δεν αποκτήσει παιδιά, ή αν πέθαινε σε νεαρή ηλικία τότε η τέχνη σταματούσε. Στο χωριό λένε ότι «μπορεί να μαθαίνεις μέχρι τα 6-7, αλλά θα πρέπει να φτάσεις τουλάχιστον τα 16-17 σου χρόνια για να μπορείς να πεις ότι ξέρεις να κάνεις καλάθια».


Καλάθια για πώληση στην Χώρα

Το πρώτο «χτύπημα» στις πωλήσεις των καλαθιών ήρθε την δεκαετία του '20, όπου η ειδική σχέση της Τήνου με τα παράλια της Μικράς Ασίας έπαψε να υπάρχει. Όμως, ματά το Έπος του '40, ανακόπηκε, σχεδόν πλήρως, αυτή η παράδοση αιώνων. Πολλοί από τους κατοίκους του χωριού (γεν. 1905-1909) κλήθηκαν να υπηρετήσουν την πατρίδα με αποτέλεσμα, να μην μάθουν στα παιδιά τους που έμεναν πίσω την τέχνη αυτή. Μόλις τελείωσε ο πόλεμος, το 1944, η οικονομία της Ελλάδας είχε πια διαλυθεί. Τα πλοία που έφερναν τους προσκυνητές στην Χώρα για να αγοράσουν τα καλάθια, ή τα είδη καλαθοπλεκτικής που εξάγονταν στην Σύρο και τα άλλα νησιά, είχαν καταστραφεί. Τα πρώτα πλοία, από τις πολεμικές αποζημιώσεις, «δούλεψαν» στο νησί, μόλις το 1948. Αυτά τα χρόνια, όλα τα παιδιά έφευγαν για την Χώρα και την Αθήνα. Έπρεπε να καταφέρουν να βρούν κάποια δουλειά για να μπορέσουν να ζήσουν σε μια Ελλάδα που έπρεπε να δημιουργηθεί (ξανά) από την αρχή. Πολλοί από τους κάτοικους έφυγαν στο εξωτερικό, άλλοτε για πολλά χρόνια (Καναδάς, Γερμανία) και άλλοτε για λιγότερα (Γαλλία). Ήδη τα παιδιά που είχαν γεννηθεί γύρω στο 1938-1942 και μετά, δεν πρόλαβαν να μάθουν καθόλου την τέχνη της καλαθοπλεκτικής. Τα περισσότερα –και πιο νεαρά– παιδιά, ασχολήθηκαν με τις εργασίες γύρω από οικοδομή (χτίστες, υδραυλικοί, ηλεκτρολόγοι, μαραγκοί) αφού, χρονικά, βρισκόμασταν στην ανοικοδόμηση της χώρας και η ζήτηση σε αυτούς τους τομείς ήταν μεγάλη. Αντίθετα, τα μεγαλύτερα από αυτά, ασχολήθηκαν με άλλα τελείως διαφορετικά επαγγέλματα μεταξύ τους (μάγειρες, εκπαιδευτικοί, έμποροι κ.α.) Συνεπώς, το 1940, αποτελεί μια χρονολογία-ορόσημο για το τέλος μιας ολόκληρης εποχής αφού, ο πόλεμος και –κυρίως η κατάσταση αμέσως μετά– άλλαξε την επαγγελματική πορεία ενός ολόκληρου χωριού.

Ποιοί μη Βωλακίτες έκαναν καλάθια...

«με την Κατοχή που δεν ξέρανε οι ανθρώποι από που να βγάλουνε 10 δραχμές...»
διήγηση: Αλέκος Φυρίγος
ηχογράφηση: 29.11.2010
διάρκεια: 1:09

Ρομαντικές ιστορίες που μπορούσε να διαβάσει κανείς σε βιβλία και περιοδικά της δεκαετίας του '90, για την καλαθοπλεκτική της Βωλάξ, ήταν ψευδείς: παιδιά-που-μαθαίνουν-την τέχνη-δίπλα-στους-γονείς-τους, δεν υπήρχαν εδώ και δεκαετίες. Τα «παιδιά της Βωλάξ», των δεκαετιών του '80 και του '90, έχουν γεννηθεί στην Αθήνα και την πόλη της Τήνου και δεν γνωρίζουν καμία από τις παραδοσιακές τέχνες των προγόνων τους, είτε αυτή είχε να κάνει με καλάθια, είτε με την παρασκευή ρακιού είτε με οτιδήποτε. Είναι γεγονός ότι όλοι οι Βωλακίτες, μέχρι 55 ετών, δεν γνωρίζουν την τέχνη της καλαθοπλεκτικής. Στην καλύτερη περίπτωση, κάποιος από όλους αυτούς να είχε προλάβει να φτιάξει ένα η δύο καλαθάκια, στην ηλικία του Δημοτικού και από κει και πέρα να μην ξαναασχολήθηκε. Ευτυχώς, τα τελευταία χρόνια άρχισε να υπάρχει κάποιο ενδιαφέρον...

Στην παρακάτω έρευνα, που ξεκίνησε τον χειμώνα που μας πέρασε, προσπαθήσαμε να καταγράψουμε όλα τα εργαστήρια καλαθοπλεκτικής που υπήρχαν το 1940. Και από εκεί και πέρα, να βρούμε την εξέλιξη και την πορεία όλων αυτών των εργαστηρίων. Από τα μέσα της δεκαετίας του '70, λόγω της δημιουργίας του αμαξωτού δρόμου, επέστρεψαν σταδιακά οι περισσότεροι που έφυγαν μετά τον πόλεμο, και το 1987-88, βρήκαμε ότι είχαν απομείνει μόλις 13 καλαθάδες. Στον κατάλογο, μάλιστα, τους έχουμε με κεφαλαία γράμματα. Έξι χρόνια αργότερα, έχοντας φύγει κάποιοι για το μεγάλο ταξίδι, ο Μωραϊτης τους καταμέτρησε στο βιβλίο του: Ήταν μόλις 8. Ο Ανδρέας Σιγάλας † και ο γιός του Γιακουμής, ο Μαρκάκης Φυρίγος, ο Άγγελος Βίδος †, ο Φραγκούλας Πιπέρης †, ο Αντώνης Φυρίγος †, ο αδελφός του Αλέκος και ο Γιάννης Πιπέρης †, ξεχνώντας σ' εκείνη την καταμέτρηση τον Νάτσιο Χαρικιόπουλο και τον Ιωσήφ Φυρίγο. Από όσους αναφέρει ο Μωραϊτης, το Μαρκάκι –88 χρονών γαρ– και ο Νάτσιος δεν φτιάχνουν πλέον καλάθια... [1] Ευτυχώς, όπως είπαμε, από τότε έχουν προστεθεί κι άλλοι που είτε έμαθαν πρόσφατα την τέχνη (Ιωσήφ Σιγάλας, Ιωσήφης Βίδος, Λορέντζος Απέργης κ.λ.π.) είτε, πάλι, την ξαναθυμήθηκαν μετά από πολλά χρόνια (Λουδοβίκος Σιγάλας, Ζακ Βίδος κ.λπ.). Ο Κατάλογος περιλαμβάνει την κάθε οικογένεια σαν ένα ξεχωριστό εργαστήρι, αφού έτσι ήταν και στην πραγματικότητα. Κάποια από τα παιδιά που έκαναν οικογένεια και συνέχισαν την τέχνη μακριά από τους γονείς τους, τους σημειώσαμε σαν ένα ξεχωριστό εργαστήρι, άσχετα αν στην παρακάτω καταγραφή, τους βρίσκουμε μαζί με τους γονείς τους. Είπαμε, ο κατάλογος φτιάχτηκε με βάση το έτος 1940.

Εδώ, να ζητήσουμε συγγνώμη από τις γυναίκες (μητέρες και κόρες) που δεν αναγράφονται στον παρακάτω κατάλογο, αλλά η καλαθοπλεκτική αποτελούσε ένα «αντρικό» επάγγελμα. Οι γυναίκες συμμετείχαν με βοηθητικές εργασίες (κυρίως με το καθαρισμό βεργών από τα φύλλα και ίσως με το βρέξιμο των υλικών) αλλά δεν εμπλεκόντουσαν επαγγελματικά. Παρ' όλα αυτά, για τις χειροτεχνίες των γυναικών διαβάστε το προηγούμενο άρθρο με την ιστορία της Καλαθοπλεκτικής. Στον κατάλογο βάζουμε τον πατέρα της οικογένειας και ακολουθούν τα παιδιά του (άρρενες μόνο) κατά σειρά ηλικίας. Αν, για παράδειγμα, ο πατέρας είχε τρία κορίτσια και ένα αγόρι, θα βρείτε μόνο το ένα αγόρι. Τα παιδιά που έφυγαν νωρίς από το χωριό δεν μπόρεσαν να κάνουν μεγάλες κατασκευές, αφού αυτές τις μάθαιναν από τα 15 και μετά. Έπρεπε να «μεγαλώσουν» τα άκρα του χεριού και ο νεαρός καλαθοπλέκτης να έχει δύναμη και σιγουριά για το έργο του. Εξάλλου, οι βέργες και οι "καλαμόζιρες" ήταν χοντρές και δεν πλεκόταν εύκολα το μεγάλο καλάθι. Τα παιδιά αργούσαν να σχίσουν το καλάμι (καλαμόζιρες), γιατί αν έκαναν λάθος η επίπτωση ήταν σημαντική. Λένε, μάλιστα, ότι για να μάθεις να σχίζεις καλαμόζιρες πρέπει να σχίσεις 100-200 καλάμια τουλάχιστον. Οι οικογένειες που δεν είχαν γαϊδαρο ή μουλάρι ειδικευόντουσαν σε μικρότερα καλάθια και πανέρια, αφού, έπρεπε να τα πάρουν στον... ώμο για να τα πάνε στην Χώρα να τα πουλήσουν. «Μόνο με το άλογο και ήθελες δύο ώρες για να πας από το χωριό στην πόλη, και άλλες δύο να γυρίσεις».

Ο Φλωράκης έχει δίκιο για τις πωλήσεις. Κάθε εργαστήρι είχε τους δικούς του μεταπωλητές στα χωριά: «Με τα χρήματα αλλά και με το είδος (σύκα, κρασί, τυριά) πουλούσαν και τα προϊόντα της τέχνης τους. Κάθε Σάββατο ή Κυριακή φόρτωναν τα γαϊδουράκια τους και ξεκινούσαν για τα χωριά. Καθένας ακολουθούσε συγκεκριμένο δρομολόγιο, "είχε τα χωριά του", σε μια κοινοτικά συμφωνημένη κατανομή κατά πελατειακές ζώνες». [Αλ. Φλωράκης, Βωλαξιανοί Καλαθοπλέκτες, 2010, σελ. 22] Τα περισσότερα καλάθια στα χωριά γινόντουσαν κατόπιν παραγγελίας. Στην Χώρα οι μεταπράτες έλεγαν τι έχει πέραση και τα πουλούσαν είτε στους προσκυνητές είτε σε άλλα νησιά. Ο καλαθοπλέκτης Αλέκος Φυρίγος λέει για το δικό του εργαστήρι: «Τα πουλούσαμε στη Χώρα, ο μπαρμπα-Γιάννης ο Κανακάρης, όλα αυτός τα ήπαιρνε. Ήπαιρνε κι ο μπαρμπα-Γιάννης ο Κ'φός, αλλά λίγα. Ο Κανακάρης ήταν στα λιμάνια και ήξερε πολλοί σ' όλα τα νησιά κι ήστελνε. Άντρο, Κάρυστο, Μύκονο, Πάρο, Νάξο, Σύρο, Σαντορίνη, τα 'στελνε στους μανάβηδες. Αλλουνού εκατό κομμάτια ήπαιρνε, αλλουνού διακόσια. Και σε ψαράδες. Παραγάδια η Μύκονος, πολύ πράμα, η Άντρος, η Νάξος. Με τα πόδια τα πηγαίναμε. Κι όταν έφτανες είχεν ο μπαρμπα-Γιάννης ένα βαρέλι μούστο και μας έβαζε μια ποτήρα και ελιές να φάμε [...]. Και στα μπακάλικα δίναμε, στη Χώρα, ένα ζευγάρι κοφίνια για 50 οκάδες πατάτες. Και στα μαγαζάκια για τον κόσμο που ερχόνταν στην Παναγία». Στην πραγαματικότητα, τα χρόνια εκείνα, οι περισσότεροι καλαθοπλέκτες πουλούσαν τις κατασκευές τους για αγροτικές κυρίως χρήσεις. Μάλιστα, τις μεγάλες κατασκευές (κόφες, οινοκόφινα κ.λπ.) τα ετοίμαζαν μόνο για τα χωριά και όχι για την αγορά της πόλης. O Zακ Βίδος αναφέρει μια ιστορία, όταν ήταν παιδί:«Έξι δεκάρες το ένα, μ' έστελνε ο πατέρας μου να πουλήσω τα καλάθια στην Χώρα. Δεν τα παίρνανε. Λέει, "αν θες πέντε δεκάρες, να τα πάρω, αλλιώς πέτα τα στη θάλασσα". Τι να 'κανα;»

Σήμερα, ο κόσμος αγοράζει καλάθια όχι τόσο για να τα χρησιμοποιήσει αλλά γιατί νοσταλγεί το παρελθόν, γι αυτό και τα παραγόμενα προϊόντα στράφηκαν και προσαρμόστηκαν από την γεωργική στην τουριστική αγορά. Αυτό οδήγησε στην επικράτηση «νέων» υλικών για τους καλαθοπλέκτες αφού δεν έχει σημασία, πλέον, η σταθερότητα και η αντοχή, παρά μόνο η εμφάνιση. Το ροτέν και το καλαμάκι -εισαγόμενο, φτηνό σχετικά υλικό- είναι πολύ ικανοποιητικό αφού πλέκεται εύκολα, χρωματικά είναι πιο «φωτεινό» και οι βέργες δείχνουν πιο κομψές αφού είναι λεπτές, στρογγυλές και ισοπαχείς. Με αυτό τον τρόπο, φτιάχνει κανείς πιο εύκολα μικρές κατασκευές και γλυτώνει την δυσκολία της περισυλλογής των πρώτων υλών. Ευτυχώς, οι πιο παλιοί καλαθοπλέκτες του χωριού, επιμένουν στις διδαχές των προγόνων τους για χρήση λυγαριάς, ιτιάς και καλαμιού.

Ο παρακάτω κατάλογος ξεκινάει, όπως είπαμε, από το 1940. Δεν αναφέρεται σε καλαθοπλέκτες που έζησαν πολλά χρόνια πριν –εκτός ελαχίστων μεμονωμένων που οι παλαιότεροι τους θεωρούσαν σημαντικούς– καθώς και σε αυτούς που μετοίκησαν σε άλλα μέρη (π.χ. ο γερο-Αντωναρός Ξενόπουλος, που όταν πέθανε η γυναίκα του έζησε στον γειτονικό Κουμάρο). Με κεφαλαία γράμματα είναι γραμμένες οι οικογένειες. Κάποια από τα παιδιά που ακολούθησαν «δυναμικά» το επάγγελμα αποδίδονται και αυτά με κεφαλαία γράμματα. 

Ας δούμε τι συνέβαινε εκείνα τα χρόνια στο χωριό: Το 1938, ο Γιακουμής Φιλιππούσης (της οικογένειας των "Καρυδαίων" από το Αγάπη), παντρεύεται κοπέλα του χωριού και εγκαθίσταται στην Βωλάξ. Φυσικά, δεν γνωρίζει την τέχνη της καλαθοπλεκτικής και αυτός είναι ο λόγος που και ο γιος του Αντώνης (γεν. 1942) δεν ασχολήθηκε με τα καλάθια. Λίγο αργότερα, στο χωριό έρχεται από τα Μοναστήρια και ο Λούης Βίλλας ή "Μανίκας", που παντρεύεται, και αυτός, κοπέλα του χωριού. Ούτε ο ίδιος γνωρίζει να φτιάχνει καλάθια και παρέμενει άκληρος. Αμέσως μετά τον πόλεμο, φεύγει από το χωριό για την Αθήνα και (αργότερα) την Κώμη. Συνεπώς, και αυτοί δεν υπάρχουν στον παρακάτω κατάλογο. Εκείνη τη χρονιά (1940) πεθαίνουν οι Μπόρτουλας Φυρίγος (78 ετών), παλαιός καλαθοπλέκτης, και Ντον Γιώργης Φυρίγος (63 ετών), ιερέας. Για την ιστορία του Ντον Γιώργη, εδώ.

Τα εργαστήρια/οικογένειες είχαν ως εξής:


Τα εργαστήρια καλαθοπλεκτικής του χωριού (μεγάλωσε την φωτογραφία με ένα κλικ!)

1. ΙΑΚΩΒΟΣ ΚΑΛΟΥΜΕΝΟΣ ("ΚΑΜΙΝΑΣΟΣ")
Ανύπαντρος. Έκανε πολύ λίγα καλάθια με έδρα το σημείο που σήμερα είναι η ταβέρνα του Φιλιππούση. Ενδεχομένως να μην υπάρχει δείγμα της δουλειάς του στο χωριό. Ήταν αδελφός του λεγόμενου "Αηδονιού", και τον έχουμε βάλει τιμητικά σε αυτόν τ ον κατάλογο, αφού πέθανε προπολεμικά, γιατί ήταν το πρώτο «εργαστήρι» του χωριού.


Παραδοσιακό καλάθι του "Κακάλα"

2. οικ. ΑΝΤΡΕΑ ΣΙΓΑΛΑ ("ΚΑΚΑΛΑΣ") 
Γεννήθηκε το 1907. Ξεκίνησε από φτωχή οικογένεια και έφτιαχνε καλάθια μέχρι τα βαθιά του γεράματα. Ίσως είναι ο πιο φωτογραφημένος καλαθοπλέκτης του χωριού, από τους τουρίστες και τα ΜΜΕ. Εξάλλου, όταν τα ξένα τηλεοπτικά δίκτυα ανεκάλυπταν το χωριό, ο μπαρμπα-Αντρέας ήταν ο μεγαλύτερος σε ηλικία και, συνεπώς, αποτελούσε την μασκώτ της Βωλάξ. Ευχάριστος στην παρέα, δυνατός χαρακτήρας, φιλόξενος, γεμάτος ιστορίες και τραγούδια: «Για να περνάμε την ώρα, καθώς φτιάχνουμε τζι καλαθούνες τραγουδάμε και ποιητεύουμε: "Σαν πέρδικα πατείς τη γη, και σαν ελάφι τρέχεις, κι όλες τις χάρες του Θεού, επάνω σου τις έχεις"»[Ελεύθερος Τύπος, 30.10.1991, σελ.29] Για δεκαετίες έφτιαχνε τα καλάθια στο σαλόνι του σπιτιού του (μαζί με τον γιο του Γιακουμή), με αποτέλεσμα, να μην προλαβαίνει η κυρα-Λουκία να καθαρίσει το σπίτι από τα φύλλα της λυγαριάς και τις σπασμένες καλαμόζιρες. Ο ίδιος δήλωνε σε ντοκυμαντέρ του 1988 ότι τα παιδιά του τα μεγάλωσε με την καλαθοπλεκτική. Ήταν αρκετά παραγωγικός και έμαθε την τέχνη σε όλα του τα παιδιά. Όταν στα 88 του ρωτήθηκε γιατί κάνει καλάθια, εκείνος απάντησε: «Γιατί δεν έχω τι να κάνω με τα χέρια μου»[Ταχυδρόμος, #2037, 26.05.1993, σ.77] Μάρκος Δεν τον ενδιέφερε πολύ η τέχνη και κάποιοι μας είπαν ότι ήταν λιγάκι τεμπέλης. Πάντως, ήξερε να πλέκει καλάθια.
Πέτρος Ήταν ασθενικός. Δεν έκανε πολλά καλάθια και έφυγε κάποια στιγμή στην Αθήνα.
Αντωνάκας Ξέρει να κάνει καλάθια. Ξεκίνησε στην Χώρα σαν μάγειρας ενώ, στην πορεία άνοιξε με μεγάλη επιτυχία, δική του χασαποταβέρνα στο Πόρτο. Άνθρωπος χαρούμενος που δεν φοβάται τη δουλειά.


Ο Ιωσήφ-Αντώνης παρουσιάζει την τέχνη του στο θεατράκι του χωριού

24. ΙΩΣΗΦ-ANTΩNHΣ Ενώ δεν ήξερε την καλαθοπλεκτική τέχνη (αφού δούλευε στην Αθήνα), ασχολήθηκε και έμαθε διαφορετικά είδη πλεξίματος Σήμερα, δουλεύει με καλάμι και ροτέν ενώ, είναι ο υπεύθυνος στην διδασκαλία της καλαθοπλεκτικής τέχνης στα παιδιά της σχολής. Τα «ντυσίματα» των μπουκαλιών του παρουσιάζουν ενδιαφέρον και γίνονται ανάρπαστα από τους τουρίστες. Το εργαστήρι στο οποίο εργάζεται είναι το παλιό εργαστήρι του Γιάννη Πιπέρη. Πολυτεχνίτης και άξιος.


Κοφίνια από τον Γιακουμή

3. ΓΙΑΚΟΥΜΗΣ Θα πρέπει να τον κατατάξουμε ως ξεχωριστό «εργαστήρι» αφού, από πολύ μικρή ηλικία μέχρι και σήμερα, κάνει καλάθια. «Δουλεύω πενήντα χρόνια καλάθια», λέει στον φακό της τελεόρασης το 2009. Και συνεχίζει: «Δουλεύω 2-3 καλάθια, το πολύ 4 την ημέρα. Δεν φτιάχνω καλάθια μόνο όταν θα πάω να κόψω τα υλικά, από την Κώμη, το κάτω Κλείσμα και εδώ στην περιοχή, τα δικά μας. Όπου έχει τα κόβω και πάω και κάνω στον νοικοκύρη (ως ανταμοιβή) ένα χερ'κάλαθο καλό». Σύμφωνα με τα λεγόμενά του, ο Γιακουμής έχει φτιάξει τουλάχιστον 50.000 καλάθια μέχρι σήμερα! Σαν τον πατέρα του και αυτός, έχει φωτογραφηθεί πολλές φορές, αφού δεν έφυγε ποτέ από το χωριό. Ανύπαντρος, έζησε δίπλα στους γονείς του και μόλις πέρυσι βγήκε στην σύνταξη. Στο ερώτημα τι θα κάνει τώρα, μας είπε: «δεν θα ξανακάνω καλάθια. Κουράστηκα!», αλλά την επόμενη μέρα τον είδαμε στο εργαστήρι του...
Λουδοβίκος Ο μικρότερος από τα 7 αδέλφια. Δούλεψε μαζί με τον αδερφό του Αντώνη. Ξέρει να κάνει όμορφα καλάθια, και δηλώνει ότι θέλει να ασχοληθεί πιο συστηματικά τώρα που θα εγκατασταθεί μόνιμα στο χωριό.

4. οικ. ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΥ ΖΑΛΩΝΗ ("ΜΑΡΓΕΤΙΝΗΣ")
Ήταν μια γενιά πιο μεγάλος από τους άλλους. Το σπίτι του ήταν στο σημερινό σπίτι του Κάρολου και το εργαστήριό του ήταν εκτός της οικίας του, βρισκόταν στο σημερινό εργαστήρι του Γιακουμή.
Πέτρος ("Ρεμπέτ'ς") Άλλος ένας καλαθοπλέκτης που, οι πιο παλιοί, έλεγαν ότι βαριόταν να δουλέψει... Ελεύθερο πνεύμα.
Γιακουμής ("Σκιαδίν'ς") Ήταν αρκετά παραγωγικός. Δούλεψε μέχρι την δεκαετία του '60 και μετά μετοίκησε στην Αθήνα. Ήταν την εποχή που όσοι μπορούσαν να αποχωρήσουν από το χωριό το έκαναν.

5. οικ. ΙΑΚΩΒΟΥ ΣΙΓΑΛΑ ("ΚOYMANHΣ") Ένας σκληρός χαρακτήρας, αδελφός του Ανδρέα Σιγάλα. Έκανε αρκετά καλάθια, μέσα στο σπίτι του. Ο ίδιος έλεγε: «Χαζός είμαι να τρέχω στα χωράφια; Κάνω καλάθια και βγάζω το ψωμάκι μου!». Ίσως, γιατί ο ίδιος είχε ελάχιστα χωράφια στην περιοχή Βουνό, και έτσι η καλαθοπλεκτική γι' αυτόν ήταν απαραίτητη. 
Μάρκος (Τσιτσάνης) Ζωηρό παιδί, χαρούμενος άνθρωπος, λιγάκι τεμπέλης, πάντως ήξερε να φτιάχνει καλάθια, αφού είχε μάθει από τον πατέρα του. Στην πορεία έγινε... περιπλανώμενος τροβαδούρος. Για τον Τσιτσάνη, βλ.εδώ.

6. οικ. ΑΝΤΡΕΑ ΦΥΡΙΓΟΥ ("ΓΙΟΛΑΡΟΣ")
Ο μπαρμπα-Αντρέας ο Γιόλαρος ήρθε από την Κωνσταντινούπολη. Ήταν κατηρτισμένος και γνώριζε να μιλάει καλά. Κατά την επιστροφή του στο νησί, δούλεψει στην πόλη της Τήνου σαν μάγειρας, στο γεροκομείο της Χώρας. Εκεί του είχε δοθεί η άδεια να πουλάει καλάθια και εικόνες της Παναγίας. Ξαναγύρισε στο χωριό, με την σύνταξή του, και έκανε πολλά καλάθια. Είχε την «θεωρία» – σε αντίθεση με τους υπόλοιπους βωλακίτες– να κόβει τις βέργες του πάτου (αντί να τις λυγίζει προς τα επάνω) για να κερδίζει χρόνο και να κάνει περισσότερα καλάθια. Το αποτέλεσμα ήταν να μην είνει γερές οι κατασκευές του. Καλαθοπλέκτης από το χωριό θυμάται ότι κάποτε που είχε φορτώσει τον γαϊδαρο με κάμποσα καλάθια του για να πάει να τα πουλήσει, το υποζύγιο –που βάδιζε πολύ κοντά στα πλαϊνά του δρόμου– χτύπησε μερικά από αυτά, με αποτέλεσμα να «ανοίξουν» τα καλάθια και να χαλάσουν. 
ΓΙΑΝΝΗΣ ("ΤΟΥ ΓΙΟΛΑΡΟΥ")
Ο γιός του έκανε μέχρι και το τέλος της ζωής του καλάθια. Καθαρός στην δουλειά του. Τυπικά αποτελεί ξεχωριστό εργαστήρι. Μάλιστα πριν από χρόνια, έμαθε την τέχνη και στον σύζυγο της κόρης του, Λορέντζο Απέργη (σσ. ο οποίος δουλεύει κυρίως με ροτέν). Στο τέλος της ζωής του πουλούσε τα έργα του στο κατάστημα που διαθέτει ο γαμπρός του. Γαμπρός και πεθερός υπάρχουν σε καρτ-ποστάλ να φτιάχνουν καλάθια.

7. οικ. ΑΝΤΩΝΑ ΞΕΝΟΠΟΥΛΟΥ ("ΑΝΤΩΝΑΣ")
Ο ίδιος ήξερε να κάνει καλάθια. Πέθανε, όμως, νέος και έτσι τα παιδιά του (Ιωσήφ, Πέτρος, Νίκος) δεν έμαθαν την τέχνη. Ο μπαμπάς του Γκιουζές ήξερε, σαν δεύτερη δουλειά, να χτίζει και έτσι τα παιδιά του αδερφού του στράφηκαν σε παρόμοιες δουλειές. Παρ' όλα αυτά, τα παιδιά του ίδιου του Γκιουζέ (Αντωνάς, Νάτσιος "Κλαπάκης", Πέτρος) γνώριζαν όλα από καλαθοπλεκτική. Μόνο ο Νάτσιος δεν ασχολήθηκε ουσιαστικά και έγινε υποδηματοποιός. Όταν πήγε στο Αγάπη, τα άφησε όλα αυτά.

8. οικ. ΝΙΚΟΛΗ ΒΙΔΟΥ ("ΝΙΚΟΛΗΣ")
Ήξερε να κάνει καλάθια, αλλά αγαπούσε περισσότερο το... ποτό. Έφυγε νωρίς, στα 55 του χρόνια.
Γιώργος Έμαθε από τον πατέρα του να φτιάχνει καλάθια και άνοιξε ένα καταστηματάκι στον δρόμο της Παναγίας. Σταδιακά, έπαψε να φτιάχνει καλάθια και έγινε μόνο πωλητής.
Γιάννης Ήξερε να φτιάχνει καλάθια, πέθανε όμως μόλις στα 23 του χρόνια, στην πιο δημιουργική στιγμή του.

9. οικ. ΠΕΤΡΟΥ ΞΕΝΟΠΟΥΛΟΥ ("ΚΙΚΑΛΑΣ")
Ήξερε και αυτός να φτιάχνει καλάθια. Ο γιος του Γιάννης δεν έμαθε την τέχνη αφού, έφυγε στο εξωτερικό μαζί με άλλους συγγενείς.


Νταμιτζάνα φτιαγμένη από τον Γιωργούλα (δεκαετία '50)

10. οικ. ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΙΔΟΥ ("ΓΙΩΡΓΟΥΛΑΣ") 
Γεννημένος το 1905. Έκανε καλάθια μέχρι και το τέλος της ζωής του. Ο πατέρας του είχε το καφενείο και δεν προλάβαινε να τον... διδάξει. Έμαθε την τέχνη, κυρίως, από τον παππού του Γιώργο (Μάγγος). Επειδή ήταν πρακτικός άνθρωπος, δίδαξε στα παιδιά του ότι ο πάτος των καλάθιων πλέκεται με 7 βέργες, αντί των 8, για να κερδίσει αυτή την βέργα στο επόμενο καλάθι του... Έκανε γερά καλάθια ενώ υπάρχει πλεγμένη νταμιτζάνα του, από τα παλιά τα χρόνια, που είναι πραγματικά πολύ όμορφη (φωτ.). Στην αρχή, το εργαστήριό του βρισκόταν στο σαλόνι του παλιού σπιτιού του παππού του. Όταν το δώμα έπεσε στα μέσα της δεκαετίας του '60, μετακινήθηκε στην δεξιά κρεββατοκάμαρα μέχρι και το 1977. Για λίγο, έγινε το σπίτι του εργαστήριο και, ακολούθως, δούλευε (μέχρι και το τέλος της ζωής του) στον παλιό φούρνο της οικογένειας που ονομαζόταν "Κάνα".


Από τις πρώτες πλεκτικές αναζητήσεις του Ζακ: Φρουτιέρα

Ιάκωβος (Ζακ) Το πρώτο παιδί –λόγω ηλικίας– έμαθε να φτιάχνει καλάθια χωρίς, όμως, να εξασκήσει την παραδοσιακή τέχνη μιας και ακολούθησε το επάγγελμα του εκπαιδευτικού. Δεν έμαθε, φυσικά, να κάνει μεγάλες κατασκευές ή κοφίνια αφού το 1946 έφυγε από το χωριό. Τα τελευταία τρία χρόνια, ξεκίνησε να πλέκει διαφορετικά είδη καλαθοπλεκτικής και πρόσφατα, ασχολήθηκε με την συγγραφή βιβλίου για την εκμάθηση της καλαθοπλεκτικής τέχνης. Το καλοκαίρι του 2011 θα πραγματοποιήσει έκθεση επάνω στην βωλακίτικη καλαθοπλεκτική.
Ιγνάτιος (Νάσος) Έμαθε να πλέκει, αλλά –και λόγω ηλικίας– δεν ασχολήθηκε ποτέ. Ήταν δουλευταράς που, πάντως, δεν του άρεσε να φτιάχνει καλάθια. Πέθανε, δυστυχώς, νωρίς, μόλις θα έπαιρνε την σύνταξή του.
Γιώργος (Φρερ) Ο μικρότερος από τα αγόρια της οικογένειας. Έφυγε πολύ νωρίς από το χωριό. Ισχύει και εδώ, αυτό που αναπτύξαμε για την γενιά του πολέμου. Ίσως, να έπλεξε 2-3 καλάθια σε πολύ μικρή ηλικία.

11. οικ. ΜΑΘΙΟΥ ΦΥΡΙΓΟΥ ("ΓΚΑΝΑΝ'Σ") Μεγάλος μπεκρής. Ήξερε τα μυστικά της καλαθοπλεκτικής και έμαθε «γερά» τα παιδιά του.
Γιάννης (Ταζέλος) Ήταν δουλευταράς και έκανε καλά καλάθια. Κατά την επιστροφή του από τον Στρατό έπαψε να δουλεύει την τέχνη. Για τον Ταζέλο, βλ. εδώ
ΜΑΡΚΟΣ ΦΥΡΙΓΟΣ ("ΤΟΥ ΓΚΑΝΑΝΗ") Δεν παντρέυτηκε ποτέ και δεν έφυγε από το χωριό. Και εδώ, θα πρέπει να τον υπολογίσουμε σαν ξεχωριστό εργαστήρι. Το "Μαρκάκι" έκανε μέχρι πρόσφατα καλάθια. Το εργαστήρι του βρισκόταν στο παλιό σπίτι της Ντουντούκας, αν και δούλεψε κάποια εποχή στο σπίτι του. Δεν έκανε ανά μέρα όσα ο αδερφός του Γιάννης, αλλά μπορούσε να φτιάξει από μικρά καλάθια μέχρι μεγάλα κοφίνια. Όταν έπινε λιγάκι, δούλευε και τραγουδούσε μαζί. Αγαπημένη φυσιογνωμία.
Άγγελος Ήξερε να κάνει καλάθια πολύ καλά. Ίσως, όμως, όχι τόσο πολλά. 12. οικ. ΝΑΤΣΙΟΥ ΧΑΡΙΚΙΟΠΟΥΛΟΥ 
Ήταν από την Μουσουλού και έτσι δεν γνώριζε, τα πρώτα χρόνια, να κάνει καλάθια. Δουλευταράς και με ακονισμένο μυαλό. Στα νιάτα του έμενε στο χωριό (τον βρίσκουμε στην απογραφή του 1932) και δούλευε στα Χούσλα. Στα τέλη της δεκαετίας του '80 επανεγκαταστάθηκε στο χωριό και έφτιαχνε καλάθια μέχρι πρόσφατα. Εργαστήρι του ήταν το σπίτι με το οικόσημο, του Τζώρτζη, αλλά και για ένα μικρό διάστημα, το σπίτι της κόρης του Λουίζας, πριν αυτό φτιαχτεί. Δείγμα του ότι δεν έμαθε την τέχνη από Βωλακίτη είναι, στο ότι τα καλάθια του έχουν το ίδιο φάρδος, στον πάτο και στα χείλη, σε σχέση με τα υπόλοιπα «βωλακίτικα» καλάθια που ανοίγουν όσο η κατασκευή ανεβαίνει. Τα καλάθια του κόστιζαν πιο ακριβά από τους υπόλοιπους. Αδελφός του ο Ιωσήφ ("Πέπος") που δεν γνώριζε την τέχνη. Τα παιδιά του Ιωάννης και Αντρέας δεν έμαθαν να φτιάχνουν καλάθια.


Παλιά κόφα του μπαρμπα-Γιάννη

13. οικ. ΓΙΑΝΝΗ ΠΙΠΕΡΗ Ο μπαρμπα-Γιάννης ήταν από το Σμαρδάκιτο. Ειδικευόταν στις μεγάλες κατασκευές και τις έφτιαχνε όχι στο εργαστήρι του αλλά στον χώρο του πελάτη. Πήγαινε στα Κάτω Μέρη με τα υλικά του, και ξεκίναγε από το πρωί ώστε να έχει τελειώσει το βράδυ (οι μεγάλες κατασκευές θέλουν πολύ χρόνο). Έμαθε την τέχνη και στα παιδιά του.


Κοφίνι εξωτερικού χώρου του Γιαννούλα (1985)

14. ΓΙΑΝΝΟΥΛΑΣ Συνέχισε την τέχνη του πατέρα του. Ήταν από αυτούς που συνήθιζαν να του παραγγέλνουν κοφίνια. Ουσιαστικά αποτελεί ξεχωριστό εργαστήρι καλαθοπλεκτικής. Έφτιαχνε καλάθια μέχρι το τέλος της ζωής του στο μέρος που σήμερα φτιάχνει καλάθια ο Ιωσήφ-Αντώνης Σιγάλας. Η πινακίδα «Εργαστήρι του Γιάννη» υπάρχει ακόμα... Ήσυχος και γλυκός χαρακτήρας.
Γιώργος (Ταλαράς) Ήξερε από καλαθοπλεκτική αλλά τα παράτησε και ασχολήθηκε με την οικοδομή.


Καλάθι (δεξιά) του Φραγκούλα

15. ΦΡΑΓΚΟΥΛΑΣ Σαν αποθήκη χρησιμοποιούσε το κατώι του σπιτιού του Νταμιάνου. Θυμόμαστε τον Φραγκιά να τα έχει δεμένα δεκάδες καλάθια στον ώμο και να πηγαίνει να τα πουλήσει. Και αυτός αποτελούσε ξεχωριστό εργαστήρι καλαθοπλεκτικής, που δούλευε μέχρι να τον καταβάλουν οι αρρώστιες. Όταν τον είχαμε ρωτήσει αν του αρέσει να φτιάχνει καλάθια, μας απάντησε «προτιμώ να φτιάχνω ρακί!»... Τα παιδιά του (Αντώνης, Αντρέας, Γιάννης) δεν έμαθαν την τέχνη, αφού γεννήθηκαν πολύ μετά.

οικ. ΓΙΑΝΝΗ ΚΑΛΟΥΜΕΝΟΥ ("ΑΗΔΟΝΙ")
Έκανε λίγα καλάθια. Παντρεύτηκε σε μεγάλη ηλικία και είχε διαφορά ηλικίας με την γυναίκα του. Δεν απέκτησε αγόρια για να συνεχιστεί η τέχνη.


Ιδιαίτερη κόφα του του γερό-Ντουντού (αρχές 20ού αιώνα)

16. οικ. ΜΑΤΘΑΙΟΥ ΦΥΡΙΓΟΥ ("ΝΤΟΥΝΤΟΣ") Ήξερε να κάνει πολύ καλά καλάθια και είχε μεθοδολογία όταν μάθαινε την τέχνη στα παιδιά του. Ο γιος του Αλέκος θυμάται: «Ο μπαμπάς έκανε το πρόγραμμά του, τι καλάθια θα κάνει, τι κοφίνια, κι ήβαζε τον καθένα (από τα παιδιά) να κάνει κάτι ανάλογα. Οι μικροί αρχίζαν καθαρίζοντας καλάμια και φύλλα, με το τρισέτο. Πολύ αργότερα να τα σκίσουν σε καλαμόζιρες, δύσκολη δουλειά αυτή. Κοβόμασταν πολλές φορές μέχρι να μάθεις [...]. Μετά έπιανες τον πάτο. Άρχιζε πρώτα εκείνος (ο πατέρας), να σταυρώσει, να κάμει δυο-τρεις γύροι, και μετά πιάναμε εμείς. Μόνο πάτοι. Μετά, οι πιο μεγάλοι πλέκανε το καλάμι. Κοφίνια, μεγάλα πράματα, μόνο ο πατέρας. Έπρεπε να πας 16-17 χρονώ για να πλέξεις τέτοια. [..] Αλλά πιο πολύ νταμιτζάνες, δύσκολα, από τα είκοσι».


Μικρά καλλιτεχνικά καλαθάκια του Αντώνη του Ντουντού (δεκαετία '80)

17. ΑΝΤΩΝΗΣ ("ΤΟΥ ΝΤΟΥΝΤΟΥ") Ήταν πραγματικός καλλιτέχνης! Ίσως έκανε τα καλύτερα καλάθια σε όλο το χωριό. Είχε φύγει και αυτός στον Καναδά αλλά επέστρεψε πίσω γιατί δεν του άρεσε η δύσκολη ζωή της ξενιτιάς. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν «εφευρέτη», γιατί προχώρησε την τέχνη παραπέρα: ήταν αυτός που δημιούργησε το λεγόμενο «δαντελωτό χείλιασμα». Φωτογραφίες και αναφορές του υπάρχουν από το Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών με θέμα: Βιομηχανική και Βιοτεχνική Επιχείρηση στο Αιγαίο. Είναι ένας από τους πρώτους Έλληνες καλαθοπλέκτες που παρουσιάστηκαν σε περιοδικά και εφημερίδες. Η εμπορική επιτυχία που είχαν τα πολύ μικρά σε μέγεθος καλαθάκια (φωτ.) που έφτιαχνε –με αύξηση παραγωγής σε αυτό το μέγεθος καλαθιών, την πενταετία 1977-1982– τον έκανε γνωστό σε χώρες όπως η Γερμανία (εφ. Das Neue Blatt). Συχνά, υπέγραφε τα έργα του με μια κόκκινη κορδέλα στον πάτο της κατασκευής. Αποτελεί ξεχωριστό «εργαστήρι καλαθοπλεκτικής», από τον πατέρα του, και ο χώρος εργασίας του ήταν το ίδιο του το σπίτι. Τα παιδιά του (Μαθιός, Πέτρος) έφυγαν μικρά στο εξωτερικό και έτσι δεν γώρισαν την τέχνη.


Καλάθια με μακρύ χερούλι από τον Μπρούνο

Ιωσήφ ("Μπρούνος") Έκανε πάρα πολύ καλά καλάθια και ήταν ο μόνος που δούλευε την τέχνη στην Αθήνα και τα πουλούσε στην πρωτεύουσα! Είχε βρει και τα σημεία για να κόβει βέργες (πότε από δω, πότε από κει) ενώ, τρισέτα αγόραζε σε μια κάθετο της Αγίου Κωνσταντίνου, κοντά στο Δημοτικό Βρεφοκομείο (το κατάστημα έχει κλείσει από καιρό). Δυστυχώς, ευθύνονται οι χωριανοί που τον ξεχάσανε (ίσως λόγω των πολλών ετών παραμονής στην Αθήνα) και δεν τιμήθηκε μαζί με τους υπόλοιπους από τον Δήμο της Τήνου. Αν παρατηρήσει κανείς παλιά του καλάθια, θα δει το πόσο ίσια και ισοπαχή, επιλεγμένα με πολύ προσοχή και κομμένα άρτια είναι τα υλικά του. Στο παρελθόν, έκανε και επίδειξη της τέχνης του στην Λεόντειο της Νέας Σμύρνης. Γιάννης ("Τακάς") Δεν του άρεσε πολύ η τέχνη και τα παράτησε. Δεν έκανε μεγάλο αριθμό καλαθιών.


Αλιευτικά πανέρια από τον Αλέκο (2009)

18. ΑΛΕΚΟΣ Ο τέταρτος πιο προβεβλημένος καλαθοπλέκτης του χωριού, με πάμπολλες εμφανίσεις σε περιοδικά και τηλεόραση τα τελευταία 18-20 χρόνια. Υπάρχουν φωτογραφίες και αναφορές σ' αυτόν σε αμερικάνικες εφημερίδες (Pittsburgh Post-Gazette, 10.04.1994), ακόμη και σε καναδικές εφημερίδες (Vancouver Sun 18.12.1993). Ευχάριστος και χαλαρό ς στην διήγηση. Ξεκίνησε από μικρή ηλικία βοηθώντας στις πωλήσεις των καλαθιών της οικογένειας. Δυστυχώς, σιγά-σιγά δείχνει να έχει κουραστεί και αυτός...
Γιώργος ("Μπούμπας") Άλλος ένας καλός καλαθοπλέκτης με καλλιτεχνικές τάσεις! Ενδιαφέρον παρουσιάζει –ως δείγμα δουλειάς του– ένα πλατύ καλάθι που έχει πλέξει με μεγάλο χερούλι.

19. οικ. ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΥ ΖΑΛΩΝΗ ("ΓΑΤΑΣ") Ήξερε να φτιάχνει καλάθια και το εργαστήρι του ήταν στο σπίτι του.
Ιάκωβος Ήξερε την τέχνη αλλά ταξίδεψε πολύ στην ζωή του: Στην αρχή έφυγε στην Αθήνα και σήμερα βρίσκεται στην Σάμο.

21. ΙΩΑΝΝΗΣ ΦΥΡΙΓOΣ ("ΒΟΥΡΑΚΙ")
Ανύπαντρος. Δεν πολυέκανε καλάθια. Περισσότερο τα έπινε με τον Νικολή...

ΑΝΤΩΝΗΣ ΣΙΓΑΛΑΣ ("ΚΟΡΑΚΑΣ")
Εργένης. Έκανε μόνο ένα καλάθι την ημέρα, αλλά πάρα πολύ καλό!

23. οικ. ΙΕΡΩΝΥΜΟΥ ΧΑΡΙΚΙΟΠΟΥΛΟΥ ("ΓΕΡΩΝΥΜΟΣ")
Ήρθε στο χωριό από την Ποταμιά και έμαθε την τέχνη στην Βωλάξ. Δύσκολος χαρακτήρας. Ο Γερώνυμος έκανε καλάθια και τα πουλούσε η γυναίκα του Ρόζα, μαζί με ρίγανη, στο κατώι του σπιτιού του. Ο γιος του Τζώρτζης δεν έμαθε να πλέκει. Ανήκει στην γνωστή γενιά.

22. οικ. ΑΝΤΡΙΚΟΥ ΒΙΔΟΥ ("ΚΛΕΚΛΕΝΤΑΣ")
Γεννημένος το 1911. Έφτιαχνε καλάθια στο σπίτι του. Την δεκαετία του '70 τα δούλευε στο παλιό καφενείο και στις αρχές της δεκαετίας του '80 στο παλιό σπίτι της μητέρας του Σοφίας. Έφτιαχνε με αργό τρόπο το καλάθι. Τα δούλευε, τα κοιτούσε και συνέχιζε. Δεν θα λέγαμε ότι ήταν γερός καλαθάς. Σαν δεύτερη δουλειά ήξερε να χτίζει μάντρες και στάβλα, οπότε δεν ασχολήθηκε τόσο εντατικά με την καλαθοπλεκτική. Πολύ ήσυχος και ευγενής άνθρωπος. 

22. οικ. ΑΓΓΕΛΟΥ ΒΙΔΟΥ ("ΚΑΛΙΑΝΟΣ")
Γεννημένος το 1918. Έμαθε πολλά από τον παππού του αλλά και τον μεγάλο του αδερφό, γιατί ο πατέρας του πέθανε όταν αυτός ήταν 5 ετών. Δούλευε μέσα στο σπίτι του (δίπλα από το κρεβάτι του έβλεπες πολλές λυγαριές), ενώ του άρεσε να καπνίζει παράλληλα με την εργασία του. Οι κατασκευές του ήταν πολύ γερές χωρίς να είναι περίτεχνες. Ο γιος του Μάκης δεν έμαθε την τέχνη. Και αυτός σ' αυτή την γενιά...

ΓΙΑΝΝΗΣ ΦΥΡΙΓΟΣ ("ΟΡΦΑΝΟΣ")
Ανύπαντρος. Δεν είχε κήπο ή χωράφια. Ζούσε εξ' ολοκλήρου από την καλαθοπλεκτική.

 


[1] To βιβλίο του Φλωράκη είναι μοναδικό για τον τόπο μας και ένα από τα λιγοστά του είδους του. Όμως, δείχνει μονοδιάστατο και έχει ελλειπή στοιχεία για τους καλαθοπλέκτες. Αφήνει απ' έξω ολόκληρες οικογένειες, με παράδοση αιώνων, και αναφέρει ελάχιστα ονόματα, μόνο όσους έτυχε να δει ο συγγραφέας με τα μάτια του. Από την τελευταία μεγάλη παραγωγική περίοδο του χωριού (1975-1985) λείπουν πολλοί καλαθοπλέκτες... Αν δεχτούμε ότι, ενδιαφέρεται για το θέμα από την δεκαετία του '70, αυτό δεν δικαιολογείται. Δυστυχώς το βιβλίο του είναι άνισο για όσους γνωρίζουν το θέμα ενώ, δείχνει να έγινε βιαστικά ως προς το editing: για παράδειγμα, ο πρόλογος του βιβλίου του (2010) έχει το ίδιο κείμενο (στο μεγαλύτερο ποσοστό του) με αυτό του 1976(!). Όσο για το αποτέλεσμα της καλαθοπλεκτικής τέχνης του χωριού, δεν εμφανίζονται διαφορές ανάμεσα στους καλαθοπλέκτες, ούτε υπάρχουν σχόλια για πιθανή εξειδίκευση από αυτούς (άλλος ειδικεύεται στα κοφίνια, άλλος στα καλαθάκια κ.λ.π). Τέλος, είδη καλαθιών που δεν κατασκευάζονται στις μέρες μας αλλά γινόντουσαν εν αφθονία τα παλαιότερα χρόνια (π.χ. περιστεροκάλαθο) απουσιάζουν τελείως... Για τα είδη παραδοσιακής καλαθοπλεκτικής του χωριού, δείτε το επόμενο άρθρο.

 

Για την μεταφορά, dvidos, 7_2015

Μοιραστείτε το