Βωλάξ, Τήνος. Τόπος όμορφος και ζωντανός. Χωριό αγαπημένο. Μέρος που θέλουμε να προστατέψουμε και να αναδείξουμε πιο πολύ από ποτέ! Εκτιμούμε όλα όσα μας προσφέρει μέσα απ' την ιστορία και την κουλτούρα του, μέσα από την αξεπέραστη φύση και τις αξίες των ανθρώπων του...
Ακολουθήστε μας!

Σε αντίθεση με το σήμερα, που αφήσαμε τα αλώνια για να φτιάξουμε... σαλόνια, διαβάσαμε ένα νοσταλγικό κείμενο της Οφιούσσας με χρυσοπράσινα χωράφια και κύματα από στάχυα. Έτσι, εύκολα, ξαναγυρίσαμε στις εποχές που οι άνθρωποι έφτιαχναν αλώνια κι «αλώνευαν». Στις εποχές που «το άγχος της βροχής δεν ήταν για να γεμίσουν οι δεξαμενές και οι πισίνες, αλλά για να μεστώσει ο καρπός». Τότε που «το κριθάρι συντηρούσε τους ανθρώπους, τις αγελάδες, τις κότες, τους χοίρους, τον γάιδαρο». [ophioussa 9.05.2009] Ας δούμε, λοιπόν, κάποια από τα αλώνια του χωριού και ας δούμε πως τα χρησιμοποιούσαν εκείνα τα χρόνια.

Ο αλωνισμός ήταν κάτι πολύ επίπονο και κουραστικό, αλλά παράλληλα, ήταν μια καθιερωμένη παραδοσιακή εργασία που μας έδινε την σημαντικότερη από τις τροφές μας –το ψωμί. «Τώρα, αυτό το ξεπερασμένο από την εποχή μας σκηνικό και όμορφη ατμόσφαιρα, αντικατέστησε η μυρωδιά του πετρελαίου και ο απαίσιος βρυχηθμός των αλωνιστικών μηχανικών τεράτων»[Μωραϊτης, σελ. 321] Το ένα μετά το άλλο, τα παραδοσιακά αλώνια, από την πολύχρονη απραξία χορταριάζουν, σκεπάζονται με θάμνους και αφήνονται στην τύχη τους...

Τα περισσότερα αλώνια της Βωλάξ βρίσκονται γύρω από το χωριό (το πιο απομακρυσμένο βρίσκεται στον Πετριάδο...) για να διευκολυνθούν διπλά οι γεωργοί: όχι τόσο για να βοηθηθούν στην αποθήκευση του καρπού –συνήθως κριθάρι– αλλά για να έχουν κοντά τους τα άχυρα ώστε, τον χειμώνα, να μπορούν να ταΐσουν εύκολα τα ζώα τους! Γι' αυτό, κοντά στα αλώνια, θα βρούμε και κάποιους μικρούς αχυρώνες ή ένα-δύο στάβλα για τις αγελάδες και τον γάιδαρο ή το μουλάρι.


Οι αγελάδες του Μάρκου οδηγούνται στο αλώνι του (1975)

Η κάθε οικογένεια είχε τουλάχιστον ένα ή περισσότερα αλώνια, με συνέπεια στις μέρες μας, ενώ έχει μειωθεί ο πληθυσμός του χωριού, να μπορούμε να μετρήσουμε αρκετά από αυτά γύρω από το χωριό. Αυτό δίνει μια εικόνα πλασματική, πλούσιας και «γεμάτης» γης, ενώ η αλήθεια είναι τελείως διαφορετική: η γη στο χωριό είναι άγονη και τα πιο προνομιούχα χωράφια μπορούν να παράξουν μόνο μιγάδι (σίκαλη με κριθάρι) και όχι σιτάρι.

Το αλώνι είναι ένας κυκλικός χώρος με διάμετρο 4-6m περίπου, πλακοστρωμένος στο κάτω μέρος του. [1] Στο χωριό, θα συναντήσετε και ένα-δύο όπου το δάπεδό τους είναι από μονολιθικό γρανίτη, ίσως μοναδικά στον κόσμο. Το τοίχωμα του αλωνιού, περιμετρικά, είναι φτιαγμένο από όρθιες πέτρινες πλάκες ύψους 50-60cm («αζούρ'»). Πολλές φορές ένας «άζουρας» με τρεις εξωτερικές πλάκες σχηματίζει μια θυρίδα, εκεί όπου ο αλωνάρης έβαζε κάποιο «μαστραπά» ή παγούρι με νερό για να δροσίζεται κάπου-κάπου από την πολύ ζέστη.

Προτού, όμως, φτάσει στο αλώνισμα των σιτηρών, ο αλωνάρης, κουβαλούσε με τον γάιδαρό του τα δεμάτια του καρπού από όλα του τα χωράφια (που δεν είχαν αλώνι) και τα έκανε «θημωνιές». Με δεμάτια από τα σπαρτά δημιουργούσε το προστατευτικό για τον αέρα προπέτασμα –αυτό, που σε άλλα μέρη της Τήνου, το έλεγαν «ροπάρο». Η θημωνιά ήταν ένας κώνος με διάμετρο βάσης 5-6m και ύψος 3m, όπου εξωτερικά, από την κορυφή μέχρι τη βάση, φαίνονταν οι κομμένες ράπες –τα στάχυα– την στιγμή που οι κεφαλές του κριθαριού –ο καρπός– ήταν κρυμμένος μέσα στην θημωνιά. Αυτό γινόταν για να προστατευτούν οι κεφαλές του καρπού από την βροχή ή τις πιθανές βραδυνές κλοπές...

Για να πάει ο αλωνάρης να «βάλει αλώνι» –όπως λέγανε– να αρχίσει, δηλαδή, το αλώνισμα, έπρεπε να κάνει πολύ ζέστη. Όμως, τέτοιες μέρες στο χωριό συμβαίνουν λίγες φορές τον χρόνο. Γι' αυτό, με την πρώτη ζέστη, παράταγε όλες τις άλλες δουλειές του και ασχολείτο με το αλώνισμα. Το αλώνισμα, στο χωριό, γινόταν με δύο αγελάδες ως επί το πλείστον και μόνο οι πιο φτωχοί που είχαν μία, χρησιμοποιούσαν και τον γάιδαρο. Αυτό συνέβαινε γιατί η οπλή της αγελάδες είναι περίπου η διπλάσια από αυτή του γαϊδάρου με αποτέλεσμα να τελειώνει γρηγορότερα το αλώνισμα.

Στόχος του αλωνίσματος δεν ήταν μόνο να βγάλει τον καρπό από τα στάχυα, αλλά τα στάχυα να σπάσουν (10-15cm) ώστε να μπορούν να γίνουν τροφή για τα ζώα τον χειμώνα, όπως είπαμε. Οι δύο αγελάδες παροτρυμένες από τον αλωνάρη και δεμένες, η μία δίπλα από την άλλη, γύριζαν συνεχώς μέσα στο αλώνι. Επειδή η αγελάδα που βρισκόταν στο εξωτερικό μέρος του αλωνιού πήγαινε πολύ πιο γρήγορα από την άλλη που βρισκόταν στο εσωτερικό του το ζώο κουραζόταν πιο γρήγορα. Mε την προσφώνηση «Αλλαξομιστέ!» (σε κοντινά χωριά το βρίσκουμε και σαν «Αλεξιμαστέ!») και με ένα ραβδί (ή σκοινί) που κρατούσε για να κατευθύνει τα ζώα και να κουράζεται λιγότερο, ανάγκαζε τις αγελάδες να κάνουν αντιστροφή και να περάσει η εσωτερική αγελάδα έξω και η εξωτερική μέσα. Μέσα στο αλώνι οι αγελάδες φορούσαν κάτι σαν φύμωτρο, τον «χ'μό», (στο λαογραφικό μουσείο του χωριού μπορεί κανείς να δει πως ήταν οι «χ'μοί»), για να μην τρώνε τους καρπούς.

Όταν είχε λιώσει για τα καλά η πρώτη στρώση δεμάτων, έριχναν κι άλλα από πάνω. Η κάθε ριξιά ήταν από 8-10 δεμάτια και την έλεγαν «πέτασμα». Με αυτόν τον τρόπο, συνέχιζαν από το πρωί (κατά τις 9:00) μέχρι αργά το βράδυ (19:00)! Η κυκλική περιφορά ήταν μονότονη και το αλώνισμα, προς το τέλος, γινότανε πολύ κουραστικό, γιατί τα πόδια του αλωνάρη και των ζώων βούλιαζαν μέσα στον καρπό και με δυσκολία βάδιζαν. Στο τέλος ο αλωνάρης χάιδευε τα ζώα του και πήγαινε να τα ποτίσει γιατί διψούσαν πολύ. Μετά, τα ευχαριστούσε και τα τάϊζε καλά-καλά. Ο ίδιος έπαιρνε κουβέρτες και κοιμόταν μέσα στο αλώνι, επάνω στα άχυρα και τον καρπό, μήπως εμφανιστεί κανείς και του κλέψει το κριθάρι...

 

 

 

 

«Αυτή είναι ωραία ιστορία: Λοιπόν, στο χωράφι αυτό των Φυριγαίων –ωραίο χωράφι– φτιάχτηκε το 1939 ένας μεγάλος σταύλος. Σχεδόν απέναντι από αυτόν, φτιάχτηκε και ένα αλώνι, κοντά στην ομπατή στην γωνία. Όταν όμως ήρθε ο Πόλεμος του '40-'41, τα αγαθά της γης μετρούσαν παραπάνω! Διαπίστωσαν τότε, ότι όταν λίχνιζαν, έφευγε αρκετός καρπός έξω από το χωράφι, αφού ήταν φτιαγμένο τόσο πίσω. Για να μην χάσουνε λοιπόν ούτε σπόρο, πήραν τους αζούρους, και το ξαναέφτιαξαν από την αρχή, πιο μέσα, ώστε να μην χάνεται τίποτα. Γι' αυτό αν πας σήμερα εκεί –τόσες δεκαετίες μετά– θα δεις ένα αλώνι καλά φτιαγμένο, και τρία μέτρα πίσω του τον λάκο του πρώτου αλωνιού»...

 

 

Δυστυχώς, ας μην έχουμε την εικόνα του ανθρώπου της φύσης που χαλαρώνει και κοιμάται κάτω από τον έναστρο ουρανό. Το «στρώμα» του αλωνάρη δεν ήταν το καλύτερο: αλλού λακουβιασμένο, αλλού εξογκωμένο, χωρίς την άνεση του κρεβατιού και την ησυχία ενός υπνοδωματίου. Ο βαθύς ύπνος –εξαιτίας της υπερβολικής κούρασης– και παρά το ελαφρύ βοριαδάκι και την πρωινή υγρασία ήταν σίγουρος και... αναγκαίος: Το πρωί έπρεπε να αρχίσει το λίχνισμα! [2] Αν δεν φύσαγε καθόλου ή πάλι αν φύσαγε πολύ θα έπρεπε να περιμένει –ίσως και μέρες! Αν ο αέρας ήταν λίγος, με το «δικριάνι» (ξύλινη τρίαινα) πέταγε ψηλά τα άχυρα για να τα πάει ο άνεμος έξω από το αλώνι ενώ, αν πάλι, φύσαγε περισσότερο, λίχνιζε χαμηλά για να μην του πάρει ο αέρας και τον καρπό. Εποχές που "εύκολα τις θυμάσαι και εξαιρετικά δύσκολο να τις ζεις"...

Μετά το λίχνισμα, πέρναγε τον καρπό από το «δριμόνι», ένα ειδικό κόσκινο, ώστε να πέσει κάτω ο καρπός και να μείνουν μέσα οι κόμποι από τα στάχυα, τα «παρασέρματα» όπως τα λέγανε. Αυτά, αργότερα θα αλεθούν και θα γίνουν τροφή για τον χοίρο. Πολλές φορές, ακολουθούσε το κοσκίνισμα με το κόσκινο για να μείνει τελείως καθαρός ο καρπός. Αυτός, με τσουβάλια, κουβαλιέται στο κατώι του σπιτιού και εκεί τοποθετείται, ξανά, σε πήλινα κιούπια που κλείνουν μια πέτρινη πλάκα (σχιστόλιθος) για να προστατευτεί από τα ποντίκια...

Τέλος, κουβαλιούνται τα άχυρα στον αχερώνα που υπάρχει –συνήθως κοντά– στο αλώνι. Για να γεμίζουν και να αδειάζουν τα άχυρα, στο χωριό, χρησιμοποιούσαν την κόφα (βλ. τα είδη καλαθοπλεκτικής της Βωλάξ), που γέμιζε και άδειαζε πιο γρήγορα και πιο εύκολα από ένα τσουβάλι. Μετά από όλα αυτά, έχει «απολωνέψει»! Είναι, λοιπόν, η ώρα που η γυναίκα του θα φτιάξει λουκουμάδες για να γλυκαθεί! Θα κάνει τον σταυρό του, θα το γιορτάσει και θα χαρεί όλη η οικογένεια! Όλα αυτά γίνονται τον Ιούλιο –τα χρόνια του πολέμου πολλές βδομάδες πιο νωρίς– γιατί τον Αύγουστο, στην Τήνο, αρχίζουν τα μελτέμια και πολύ δύσκολα μπορεί κανείς να «σηκώσει το αλώνι» (να λιχνίσει), όπως λέγανε...

O επισκέπτης που έρχεται στο χωριό μας, μεταξύ άλλων, αξίζει να ρίξει μια ματιά στο αλώνι της πλατείας, στην είσοδο του χωριού, που φτιάχτηκε από τον Σύλλογο πριν από καμιά 20ριά χρόνια και μας θυμίζει τις εποχές που αυτά τα πέτρινα δημιουργήματα ήταν απαραίτητα για την επιβίωση του ανθρώπου. Καλό θα ήταν, όμως, ο Σύλλογος της Βωλάξ να κατορθώσει να ασχοληθεί περαιτέρω και με την προστασία των αυθεντικών αλωνιών του χωριού που σιγά-σιγά αφανίζονται το ένα μετά το άλλο. Πραγματικά αξίζει με ένα σύστημα GPS, να τα μετρήσουμε, να καταγράψουμε την θέση τους, να βρούμε τη διάμετρό τους, να σημειώσουμε την κατάσταση στην οποία βρίσκονται και να τα προστατέψουμε ουσιαστικά. Για εμάς, τα αλώνια και τα παλιά στάβλα του χωριού αποτελούν αληθινά καλλιτεχνήματα και θα πρέπει να ασχοληθούμε σοβαρά κάποτε με αυτά...

 


[1] Στο χωριό δεν υπήρχαν (λόγω της ιδιομορφίας του σκληρού εδάφους με τα πολλά βράχια) τα αλώνια-κτίσματα, όπου στο κάτω μέρος τους είχαν τον ανάλογο χώρο και έπεφταν απευθείας τα άχυρα μέσα, ενώ υπήρχε και κάποιος με το «δικριάνι» που τα«πάτωνε» για να χωρέσουν περισσότερα.

[2] Ο Μωραίτης, γράφει ότι το πρωί ξεκίναγες με το αλώνισμα και το βράδυ συνέχιζες με το λίχνισμα. Στο χωριό, έπαιρνε μία ολόκληρη μέρα το αλώνισμα, και η επόμενη ήταν για το λίχνισμα (την αυγή), το δρεμόνισμα (το πρωί), το τσουβάλιασμα του καρπού (το μεσημέρι), η μεταφορά (νωρίς το απόγευμα) και η αποθήκευση (απόγευμα-βραδάκι) στο κατώι του σπιτιού...

 

 

Για τη μεταφορά: dvidos, 7_2015

Μοιραστείτε το