Βωλάξ, Τήνος. Τόπος όμορφος και ζωντανός. Χωριό αγαπημένο. Μέρος που θέλουμε να προστατέψουμε και να αναδείξουμε πιο πολύ από ποτέ! Εκτιμούμε όλα όσα μας προσφέρει μέσα απ' την ιστορία και την κουλτούρα του, μέσα από την αξεπέραστη φύση και τις αξίες των ανθρώπων του...
Ακολουθήστε μας!

Φαίνεται πως σ' αυτή την πολιτεία τα πάντα τα καθορίζει ο αέρας. Όσοι δοκίμασαν ν' αντισταθούν χαθήκανε, ο ένας μετά τον άλλον... Πρώτα οι άνθρωποι· απ' τα παλιά τα χρόνια. Τέτοιος ήταν ο αέρας –ρώτα τους πιο παλιούς– με αποτέλεσμα οι χωρικοί να μεγαλώνουν μέχρι ένα συγκεκριμένο ύψος· όλοι τους μικροκαμωμένοι, κοντά στη γη, μέσα στο χώμα και τα βράχια.

Εκεί πρωτόφτιαξαν τα σπίτια τους, για να γλυτώσουν από αυτόν· τίποτα όμως. Αυτός κάνει τα βράχια στρογγυλά, αυτός κάνει κουμάντο. Βράχια από γρανίτη στρογγυλεύει ο βωλακίτικος άνεμος, αυτός το μέρος τούτο διαφεντεύει. Και οι κάτοικοι έφτιαξαν νέα σπίτια από πέτρες. Και έφτιαξαν την πλάτη των σπιτιών κόντρα στον αέρα, οι τρελλοί. Και μόνο κάποιοι παληκαράδες άφησαν λίγα μικρά παραθυράκια στο βορρά, για να κρυφοκοιτούν αν κάποια μπαμπεσιά πάει αυτός να τους σκαρώσει.

Όσο για την μιλιά των χωρικών ή την ένταση που βάζουν ψάλλοντας στην εκκλησία: πάλι ο δυνατός ο άνεμος ευθύνεται γι' αυτό. Φυσάει τόσο δυνατά και κάνει τέτοιο θόρυβο που έμαθαν οι χωρικοί να φωνάζουν δυνατά για να ακούγονται, παραγνωρίζοντας πως, και αν δεν φωνάξουν πάλι, ο αέρας τούτος θα μεταφέρει το μήνυμά τους, όχι μόνο στο απέναντι βουνό, αλλά και στο απέναντι νησί, και στο πιο μακρινό βασίλειο...

Όσοι και αν του αντιστάθηκαν χαθήκανε. Ο αέρας είναι που –για να γελάσει– κάνει αντάρα στο πανηγύρι της Καλαμάν. Αυτός έσπαγε τα καλάμια και οι κάτοικοι της πολιτείας έγιναν καλαθάδες· αυτός τους σκληραίνει το μέτωπο και ενώ είναι νέοι δείχνουν μεγάλοι και κουρασμένοι. Στα δέντρα δίνει κλίση και τα περίφημα τηνιακά περιστέρια δεν πέταξαν ποτέ σ' αυτόν τον τόπο. Ο αέρας κινεί ολόκληρο το χωριό· αυτός το κάνει να ζει και αυτός, αν σταματήσει, τούτος ο τόπος θα πεθάνει.

Γι αυτό και τα δέντρα μας, που τα φύλλα τους χορεύουν στον αέρα, ξέρουν από μαλαγανιές κι έχουν αλλάξει ρότα: Τον καλοπιάνουν με τα κλαδιά τους και του χορεύουν τσιφτετέλι. Λένε πως στους ρεμπέτικους χορούς, μόνο στο τσιφτετέλι επιτρέπεται να χαμογελάσεις περισσότερο, κι όταν χορεύεται από γυναίκα «σόλο», αυτό γίνεται επάνω στο τραπέζι , να'ναι γεμάτο πιάτα, για να μην μπορεί να κάνει βηματισμούς, αλλά μόνο να σείει το στήθος, τη μέση και τους γλουτούς, όταν η παρέα την συνοδεύει με ρυθμικά παλαμάκια.

Έτσι και τα δέντρα αυτά. Κάτω στη γη ακίνητα, την ώρα που τα κλαδιά τους είναι όλο σκέρτσα και κουνήματα στον άνεμο. Τέτοια του κάνουνε τα δέντρα αυτά και, από τότε που εγώ ήμουν παιδί, είναι το μόνο ζωντανό πράγμα εδώ πέρα που καταφέρνει και αυξάνεται. Αλλά δεν καταλαβαίνουνε πως ο αέρας τα υπνωτίζει, δεκαετίες τώρα· γιατί ο αέρας δεν ξέρει από χρόνο. Ο αέρας υπήρχε από την στιγμή που δημιουργήθηκε η γης –τότε που δεν υπήρχαν ούτε βελάνια, ούτε συκιές, ούτε τίποτα– και τραβάει με τρόπο τις ρίζες τους έξω από το χώμα. Και άσ'τους να λένε πως επειδή κατεβαίνουν οι ρίζες χαμηλά και βρίσκονται βαθιά μέσα στη γη, αισθάνονται να πνίγονται εκεί κάτω· ότι δεν έχουν τάχα μου οξυγόνο και βγαίνουν οι ρίζες, μόνες τους με τον καιρό, έξω από το χώμα, και κάνουν τάχα μου πως για να ζήσουν χρειάζονται τον βωλακίτικο αέρα. Δεν ξέρουν ότι αυτός μάς κάνει ότι θέλει· ο αέρας μάς κατευθύνει τις ζωές κι είναι αυτό –και μόνο αυτό– το αφεντικό μας...

Δυο ψυχές στο ίδιο σώμα / δυο κορμιά σε μια ψυχή
ρίζες έχω εδώ στο χώμα / δέντρο είμαι σ' άλλη γη.

Αυτό με βγάζει στον αφρό / αυτό στο κατακάθι
κι από της μνήμης τον ανθό / στης λησμονιάς τ' αγκάθι.

[στίχοι: Δημήτρης Λέντζος]

 

Για την μεταφορά: mix 07/2015

Μοιραστείτε το