Βωλάξ, Τήνος. Τόπος όμορφος και ζωντανός. Χωριό αγαπημένο. Μέρος που θέλουμε να προστατέψουμε και να αναδείξουμε πιο πολύ από ποτέ! Εκτιμούμε όλα όσα μας προσφέρει μέσα απ' την ιστορία και την κουλτούρα του, μέσα από την αξεπέραστη φύση και τις αξίες των ανθρώπων του...
Ακολουθήστε μας!

Μια από τις παραδοσιακές ασχολίες που δεν άντεξαν στον χρόνο ήταν κι αυτή του Καρβουνιάρη που παράγει ξυλοκάρβουνα. Στο χωριό μας, τα διάφορα μικροκάμινα αποτελούσαν όχι μόνο παράδοση, αλλά προσέθεταν χρήματα στις δύσκολες εποχές, άσχετα αν η Τήνος δεν είχε... δάση!

Πραγματικά, οι συστηματική καλλιέργεια, η κατά καιρούς υλοτόμηση αλλά και η ανάγκη για καύσιμη ύλη τους δύσκολους χειμώνες, αποψίλωσαν τα όποια δάση της: «Τα αρχαία δάση της νήσου εξηλείφθησαν ολοτελώς, φέρεται μόνον δια μνήμης και εκ διδομένων τινών συμπεραίνεται ποτέ τοιαύτα κατά τινας τοποθεσίας. Η ανάγκη της καλλιεργείας τροφίμων φυτών προς διατροφήν των πολυπληθών κατοίκων της, η ανάγκη επιστεγάσεως των οικημάτων των, της τροφής των κτηνών των, και της προμηθείας καυσίμου ύλης μετέβαλλε τα δάση εις αρούρας...» [Γεωργαντόπουλος, σ.21-22]

Παρ' όλα αυτά, αρκετές φορές γύρω στο 1941-'42, διηγείται ο Ζακ Βίδος «θυμάμαι τον εαυτό μου, ως μικρό παιδάκι, να οδηγώ τον γαϊδαρο του πατέρα του, φορτωμένο με σχίνα (βλ. χλωρίδα του χωριού) που είχε κόψει ο ίδιος και να τα πηγαίνω στην Χώρα, για να τα πουλήσω ως καύσιμη ύλη στις σόμπες των χωραΐτικων σπιτιών».

Στη Βωλάξ υπήρχαν κάμποσα καρβουνοκάμινα, αν και ο Μωραΐτης υποβαθμίζει την αξία τους: «Αυτό το είδος καμινιού δεν έχει καμιά ιστορία στο νησί και στον τόπο μας. Ιδιαίτερα, από το γεγονός ότι η άγρια ξυλεία ήταν τόσο λίγη, που δεν υπήρχε δυνατότητα για τέτοιας μορφής δραστηριότητα. Τα χρόνια της κατοχής για λόγους επιβιώσεως βρέθηκε στην περιοχή (σσ. της Στενής) ένας μεσόκοπος Αντριώτης, γνώστης της τέχνης, για τα καρβουνοκάμινα». Ξέρουμε ότι, για κάποιο διάστημα, τον τύπο αυτόν, τον συντηρούσε στη Λειβάδα, ο Ιωσήφ Δαρμής ή Γιάπωνας, και στα Καλιβάρια, ο Μάρκος Αρμακόλας ή Νικολάκας. Για ανταπόδοση και στους δύο, έφτιαξε ένα μικροκάμινο με ξυλοκάρβουνα από τις βελανιδιές της περιοχής, με τον παραδοσιακό τρόπο που είχε μάθει από την Άνδρο. [Μωραΐτης, σ. 354] Ο για πολλά χρόνια εφημέριος του χωριού π. Στέφανος Αρμακόλλας, ξάδερφος της Ρόζας του Ντουντού, είχε το παρατσούκλι «Καρβουνιάρης». Εκείνη την εποχή έφτιαχνε κάρβουνα από τα βελάνια του χωριού και τα πουλούσε στην Άνδρο. 


Συναλλαγή χωριανού με την Ενορία της Bωλάξ από πώληση ξύλου (1862).

Πάντως, στο χωριό, υπήρχαν αρκετά καρβουνοκάμινα και πριν τον πόλεμο (κυρίως) και μετά από αυτόν. Ο Fr. Georges, σε κάποια από τις διηγήσεις του είπε ότι, όταν ήταν μικρός, είχε πάει με τον πατέρα του σε ένα μικρό χωραφάκι που βρισκόταν πηγαίνοντας στην Παχιανάμο, από το μονοπάτι της Τσαβαγιάνης, στην περιοχήΤσαμπερλίκ. Εκεί «φρεζάρισε» ο πατέρας του το χώμα και βγήκαν από το έδαφος μαύρες πέτρες και κάρβουνα. Το μικρό παιδί δεν ήξερε και νόμιζε ότι ήταν αρχαία, αλλά ο πατέρας του τον ενημέρωσε ότι στο σημείο αυτό ο δικός του πατέρας είχε τα παλιά χρόνια καρβουνοκάμινο. O ίδιος διηγείται ότι στον δρόμο που πηγαίνει προς την Βάρδα υπήρχε ένας τεράστιος βέλανος, που μεταπολεμικά τον έκοψαν, τον έκαναν κάρβουνο και στη συνέχεια τον πούλησαν στη Χώρα.

Εξάλλου, η ίδια οικογένεια στις αρχές της δεκαετίας του '40 είχε φτιάξει δύο καρβουνοκάμινα στην Σαββαγιάνη του Γάτα. Ήταν μια περιοχή με 2-3 πελώριους βελάνους και γι' αυτό χρειάστηκαν δύο καρβουνοκάμινα και κάμποσες μέρες για να καούν. Τα κάρβουνα, αυτά, πουλήθηκαν στην Χώρα για να προσθέσουν χρήματα στον οικογενειακό προγραμματισμό και να ζεστάνουν οι Χωραΐτες στην σόμπα και το μαγκάλι του σπιτιού τους. Μια σόμπα, τοποθετημένη κεντρικά, ώστε να μπορεί να θερμάνει όσο δυνατόν περισσότερο τον χώρο. 

Κι έτσι, μεταξύ των εργασιών, είτε «κανονικών» (γεωργία, κτηνοτροφία, καλαθοπλεκτική) είτε «βοηθητικών» (μελισσοκομία, η παραγωγή ρακιού) υπήρχε και αυτή. Ο καρβουνιάρ'ς του χωριού, δεν ήταν ένα διαφορετικό επάγγελμα, αλλά ένα πάρεργο των γεωργών όπου, όταν δεν είχαν επείγουσα δουλειά ή όταν υπήρχε αυξημένη ζήτηση, εργαζόντουσαν και σε αυτό τον ρόλο.

Το παραδοσιακό ξυλοκάρβουνο ήταν διαδεδομένο στην ευρύτερη περιοχή (σε δύσκολες, κυρίως, περιόδους) χάριν της ύπαρξης σημαντικού αριθμού βελάνων και πουρναριών. Αν και ξύλα κατάλληλα για κάρβουνα είναι κάθε είδους κορμοί και κλωνάρια ήμερων δέντρων, προερχόμενα από κοπή ή κλάδεμα, κούτσουρα και κληματόβεργες, στελέχη αγριόθαμνων, προερχόμενα από εκθάμνευση δασοτεμαχίων κ.α.

Τα χωράφια που γινόντουσαν τα καρβουνοκάμινα έπρεπε να έχουν κοντά τους νερό, για κάθε ενδεχόμενο, και να βρίσκονται σε «κλειστά» σημεία του χωραφιού, που δεν θα φύσαγε πολύ (φυσικά, δεν χρειαζόταν ροπάρο). Εντωμεταξύ, το έδαφος που θα γινόταν το καρβουνοκάμινο, έπρεπε να είναι επίπεδο, καθαρό και νωπό, γι αυτό και το έβρεχαν.

Νωρίς το πρωί, ο χωρικός «έβαζ' φουτιά» στο καμίνι. Πρώτα τοποθετούσε φρύγανα, για προσάναμμα («να την ταΐσ'»), και μετά οι κορμοί επάνω στα φρύγανα και σε πέτρες για να μην αγγίζουν το έδαφος και καούν ευκολότερα. Στην συνέχεια, τοποθετούσαν τα ξύλα σε στρογγυλό σχήμα, σαν ένα μικρό λόφο. Ανάλογα με τον όγκο της ξυλείας, μπορούσε να ακολουθήσει και δεύτερη στρώση ή και περισσότερο. Πιο πάνω έβαζαν τα πιο χλωρά (μερικές φορές και φύλλα λυγαριάς), αφού, το χώμα που έριχναν στη συνέχεια, δεν έπρεπε να πέσει κατευθείαν μέσα στα ξερά τα ξύλα και να εμποδίζει την καύση τους. 

Περιμετρικά έβαζαν πέτρες (στη χρήση που είχαν οι αζούροι στα αλώνια) ώστε να μην φεύγουν τα κάρβουνα, ενώ στο κέντρο του επάνω μέρους, άφηναν μια τρύπα, μια μπούκα που έβαζαν φωτιά και μετά την κάλυπταν. Σκεπάζαν αυτόν τον τεχνητό λόφο με χώμα, ανοίγαν κι άλλες μπούκες στα πλάγια, και στο τέλος έβαζαν φωτιά από το άνοιγμα της κορυφής. Η φωτιά σιγόκαιγε για μέρες, δημιουργώντας πολύ καπνό, ώσπου τα ξύλα να γίνουν κάρβουνα και να διοχετευτούν στην αγορά της Χώρας.

Η μεγάλη διάρκεια καύσης, ο κόπος και η αγρύπνια βοηθούσαν στο να... κουτσοπίνουν και «καμιά» ξεροσφύρι ή με σύκα για μεζέ. Όταν σταματούσε το καμίνι να καπνίζει σήμαινε ότι τα ξύλα είχαν καεί. Περίμεναν να σβήσει για τα καλά και άρχιζαν σιγά-σιγά να ξεκαμινιάζουν. Έβγαζαν με φτυάρια πρώτα το χώμα, και τραβούσαν με δικριάνια μετά τους κορμούς-κάρβουνα. Όσα δεν είχαν σβήσει τα έσβηναν με νερό. Πρόσφατα, μάλιστα, βρήκαμε ότι η αναλογία ξύλου-κάρβουνου ήταν 1:5 = 5 κιλά ξύλα έδινε 1 κιλό κάρβουνο.

 

 Για την μεταφορά: mix_08.2015

 

Μοιραστείτε το