Βωλάξ, Τήνος. Τόπος όμορφος και ζωντανός. Χωριό αγαπημένο. Μέρος που θέλουμε να προστατέψουμε και να αναδείξουμε πιο πολύ από ποτέ! Εκτιμούμε όλα όσα μας προσφέρει μέσα απ' την ιστορία και την κουλτούρα του, μέσα από την αξεπέραστη φύση και τις αξίες των ανθρώπων του...
Ακολουθήστε μας!

Ο πατέρας Ρόκκος Ψάλτης γράφει για το πως εόρταζαν την νύχτα των Χριστουγέννων τα παλιά τα χρόνια. Αντιγράφουμε από τον 4ο τόμο των Τηνιακών Αναλέκτων το πρώτο μέρος του κειμένου [εκδόσεις Δεδεμάδη, Αθήνα 2000, σ.348-351] που αναφέρεται σ' αυτές τις αλλοτινές εορταστικές εποχές.

«Τα σπίτια στα χωριά της Τήνου είναι χτισμένα το ένα δίπλα στο άλλο. Οι μεσοτοιχίες είναι κάτι το συνηθισμένο. Από τη μια αυλή περνάς στην άλλη και από το ένα "δώμα" στο άλλο. Έτσι, είναι πολύ εύκολο να βρεθούν συχνά συναθροισμένοι συγγενείς και γείτονες μέσα σε λίγα λεπτά της ώρας.

Κατά τις ατέλειωτες νύχτες του χειμώνα οι χωρικοί «σπερνοκαθάριζαν» πότε στο ένα σπίτι, πότε στο άλλο, με τη σειρά. Εκεί σχολίαζαν τα διάφορα γεγονότα, τοπικά και διεθνή, έπαιζαν "κοντσίνα" ή "σκαμπίλι", έτρωγαν ξερά σύκα με "χύμα" μυζήθρα ή έπιναν ζεστή φασκομηλιά. Όλες οι οικογενειακές εκδηλώσεις στα χωριά είναι ωραίες. Ξεχώριζαν εκείνες οι βραδυνές συγκεντρώσεις που τις έλεγαν "βεγγέρες", "σπερνοκαθησιές" ή "νυχτέρια". Καμιά όμως δεν μπορεί να συγκριθεί σε ομορφιά και χριστιανικό περιεχόμενο με την "Καλή Βραδιά".

"Καλή Βραδιά" ονόμαζαν οι καθολικοί της Τήνου τη νύχτα των Χριστουγέννων (σσ. από την παραμονή 24 το βράδυ μέχρι την επόμενη μέρα 25.12). Την αγαπούσαν περισσότερο από κάθε άλλη νύχτα του χειμώνα και την προετοίμαζαν με ιδιαίτερη φροντίδα. Είναι η νύχτα της αναμονής του Σωτήρα μας. Γι' αυτό και έψελναν με λαχτάρα τον ύμνο, που από αιώνες τώρα συνεχίζουν να τραγουδούν στα χωριά μας, μ' ένα σκοπό γεμάτο από νοσταλγία και κατάνυξη. Ο ύμνος αυτός, εμπνευσμένος από την Αγία Γραφή, ψέλνεται και σήμερα ακόμη κατά το Εννιάμερο των Χριστουγέννων στους ιερούς ναούς και δίνει τον τόνο, το χρώμα θα λέγαμε, αυτής της περιόδου, γι αυτό τον παραθέτουμε ολόκληρο:

Έλα, έλα ελπίς αιώνων, + αγάπη μας γλυκεία,
του κόσμου η επιθυμία, + του σκότους ο φωστήρ!
Ω ουρανοί και βρέξατε, + ω γη και φύτρωσέ μας,
τον Δίκαιο δώσατέ μας, + έλα, έλα ω Σωτήρ!

Εσένα καρτερούμε, + Θεέ μας την ημέρα,
εσένα την ημέρα, + εθνών απαντοχή!
Τα δάκρυά μας δέξου, + τα σύννεφα ας περάσει,
στο θρόνο σου ας φτάσει, + του κόσμου η προσευχή.

Στείλε Θεέ μας, στείλε, + το Βρέφος σου το θείο,
πανάμωμο Αρνίο, + γλυκύν Εμμανουήλ!
Ιεσσαί της ρίζας τ' άνθος, + Ιακώβ θα λάμψει τ' άστρο,
εις της Βηθλεέμ το άστρο , + συνάξου, ω Ισραήλ!

Ποία θα είν' η μήτηρ του, + ποια θα τον σπαργανώσει,
ποια θα τον ηλικιώσει, + τον θείο Λυτρωτή;
Παρθέν' ευτυχισμένη, + τα σπλάχνα σου άνοιξέ μας,
τον Άγιον άνθισέ μας, + φέρε ουρανό στη γη!

Χωρίς ποτέ να πέσει, + τ' άνθος της παρθενίας
στον κόλπο της Μαρίας, + καρπός να καμωθεί.
Ψυχές θα τον χορτάσουν, + από αυτόν θα ζήσουν,
καρδίαι να φλογίσουν, + ο κόσμος θα σωθεί.

Έλα, Ιησού μας, έλα, + παύσε τα δάκρυά μας,
αχ, σπάσε τα δεσμά μας, + σύγχυσε τους εχθρούς!
Τα πατρικά σου σπλάχνα, + προς τα παιδιά σου δείξε,
ελεημοσύνη σμίξε, + και σώσε τους φτωχούς!


Την "Καλή Βραδιά" δεν έπρεπε να λείπει κανείς από το σπίτι. Όλα τα μέλη της οικογένειας έπρεπε να περιμένουν συγκεντρωμένα. Ήταν η νύχτα που ήθελε την οικογένεια ιδιαίτερα ενωμένη. Η μεγάλη σάλα του νησιώτικου σπιτιού, με το μεγάλο "βόλτο" στο κέντρο, ήταν η καταλληλότερη για να χωρέσει όλο το συγγενολόι.

Το τραπέζι είναι στρωμένο από νωρίς. Η νόστιμη ψαρόσουπα με το ζουμί της πατροπαράδοτης σμύρνας άχνιζε και σκόρπιζε γύρω ζεστασιά. Κρέας δεν έτρωγαν εκείνη τη μέρα. Μαζί με τους μεγάλους, συμμετείχαν στη νηστεία και τα παιδιά. [σσ. Οι νηστείες των καθολικών δεν ήταν τόσο «σκληρές» όσο των ορθοδόξων, και αυτή των Χριστουγέννων δεν ήταν τόσο αυστηρή όσο του Πάσχα. Γενική αρχή πάντως ήταν η αποχή από το κρέας]. Στο δείπνο, όμως, της "Καλής Βραδιάς" δεν έλειπαν τα χριστουγεννιάτικα γλυκά και τα φρούτα της εποχής: οι κουραμπιέδες με το πετιμέζι, τα «ψαράκια» με το ψιλοκομμένο καρύδι και αμύγδαλο, περιχυμένα με μέλι και κανέλλα, οι μέσκλες και τα ρόδια και οι μυρωδάτες βιολέτες του βουνού, σκορπούσαν λογής-λογής αρώματα. Έτρωγαν όλοι μαζί, πολύ νωρίς, για να μπορέσουν να μεταλάβουν οικογενειακώς στη Λειτουργία των Χριστουγέννων τα μεσάνυχτα. Τελευταία σερβιρίζονταν οι αφράτοι λουκουμάδες με το μέλι ή το πετιμέζι.[σσ. Και εδώ, να προσθέσουμε ότι δεν υπήρχε στο χωριό βραδυνή λειτουργία, παρά μόνο πρωινή, ανήμερα. Την παραμονή αγόραζαν (χύμα) χαλβά, "λευκό" αχνιστό ψωμί από τον φούρνο και λακέρδα, την οποία την έβρισκαν πολύ νόστιμη τα παιδιά. Συνήθως, έπαιζαν χαρτιά και ο ηττημένος έπρεπε να πληρώσει σε... χαλβά. Η συνήθης ταρίφα ήταν μια οκά, γι' αυτό και υπήρχε και το λευκό ψωμί, από δίπλα, για να μειώνει την πολύ γλύκα].

Σε μια γωνιά η "Φάτνη", απομίμηση, σε μικρογραφία του σπηλαίου της Βηθλεέμ, αποτελούσε το "φόντο" του σκηνικού και έδινε ένα τόνο χαρακτηριστικό στη χριστουγεννιάτικη ατμόσφαιρα της οικογενειακής αυτής μυσταγωγίας. Οι γυναίκες φρόντιζαν, από καιρό, να ρίξουν σπόρους στο νερό μέσα σε μικρά δοχεία: μπιζέλια, κριθάρι, βίκο, αρακά. Τους πότιζαν συχνά για να φυτρώσουν μέσα εκεί και να γίνουν μικροσκοπικά ολοπράσινα δασάκια, για να στολίζουν τη "φάτνη" και να πλαισιώνουν τα μικρά αρνάκια, την αγελάδα και το γαϊδουράκι.

Στα πρόσωπα όλων ήταν ζωγραφισμένη η χαρά και η γαλήνη. Τα παιδιά δεν είχαν ύπνο τη βραδιά εκείνη. Τα πιο μεγάλα θα έβγαιναν έξω από τη νύχτα για να πουν τα κάλαντα, και ήταν γι' αυτά μεγάλο γεγονός να ξεπορτίσουν τέτοια ώρα. Με το ηλιοβασίλεμα ήταν πάντα στο σπίτι και πήγαιναν νωρίς να κοιμηθούν. Την "Καλή Βραδιά" όμως, είχαν προνόμιο να βγουν και το διεκδικούσαν αυτό το προνόμιο. θα πήγαιναν σ' όλα τα σπίτια και αν ο καιρός το επέτρεπε θα πήγαιναν και στα κοντινά χωριά. Έτσι από μέρες ετοίμαζαν το τύμπανο, τη "σαμπούνα" και το τρίγωνο και μάθαιναν καλά τους στίχους (που αναφέρονται σε επόμενο post).

Ενώ κάθονταν όλοι στο τραπέζι ή συζητούσαν ήρεμα και έπαιζαν χαρτιά, ακούγονταν ξάφνου έξω τα παιδιά με μια φωνή:
– «Να τα πούμε;»
– «Να τα πείτε», απαντούσε καλόκαρδα ο σπιτονοικοκύρης.
– «Να τα πείτε», επαναλάμβαναν και οι άλλοι.

Και τα παιδιά έλεγαν τα κάλαντα, και η "Καλή Βραδιά"αντηχούσε από τις γλυκές φωνές των παιδιών, ενώ στις ρεματιές και τις γύρω βουνοπλαγιές αντιλαλούσαν οι ρυθμικοί κτύποι του τυμπάνου. Ο σπιτονοικοκύρης άνοιγε την πόρτα του σπιτιού και το αχνό φως της λάμπας ή του λαδοφάναρου φώτιζε θαμπά τα πρόσωπα των μικρών καλαντιστών μέσα στο σκοτάδι της νύχτας. Έπαιρναν το φιλοδώρημα και τα γλυκά που τους πρόσφεραν και τα μοίραζαν στο τέλος μεταξύ τους.

Οι καλλίφωνοι άντρες του χωριού πήγαιναν στο "παπαδικό" να ψάλλουν στον εφημέριο τον ύμνο των Χριστουγέννων, λίγο πριν σημάνει η καμπάνα για τον όρθρο: Jesu Redemptor omnium. Μετά την Αγρυπνία και την Λειτουργία του μεσονυχτίου, όλοι ξεχύνονταν χαρούμενοι στα στενά σοκάκια και έτρεχαν στα σπίτια τους για να φάνε το νόστιμο λουκάνικο κομμένο σε φέτες και ψημένο στα κάρβουνα ή στο φρύγανο. Το μαύρο γλυκό κρασί έρεε άφθονο σ' εκείνη την ώρα· ήταν το τέλος της νηστείας». 

ηχογράφηση: Aθήνα 9.01.2010 
διάρκεια: 2:07

Σε λίγες μέρες (9 και 14.1.2012) θα γίνει η κοπή της πίτας του Συλλόγου της Βωλάξ, στο χωριό και την Αθήνα. Είναι όμορφο πραγματικά να αρχίζει η χρονιά γεμάτη χαρά και ευχές, εορταζόμενη συλλογικά. Τα συστατικά της κοινωνικότητας δεν είναι πολλά! Εκδηλώνονται με αρκετό κρασί, λίγο χορό, δώρα και πολύ αγάπη. Πραγματική αγάπη.

Από παλαιότερη εκδήλωση κοπής της πίτας, έχει κρατηθεί –ηχογραφημένο από κινητό– το κλείσιμο των παραδοσιακών βωλακίτικων καλάντων, που μπορείτε να το ακούσετε πιο πάνω:

[...] Και για τους ξενιτεµένους έχω να ειπώ πολλά
όπου είναι και βρισκόνται να ’χουν την καλή χρονιά.
Κι άλλα έτερα σας πρέπουν να ειπώ δεν ηµπορώ
σας αφήνω την υγεία και του χρόνου µε το καλό.

Καλή χρονιά, χαρούμενη χρυσή πρωτοχρονιά!

π. Ρόκκος Ψάλτης: Λαογραφικά Τήνου: "Καλή Βραδιά",

μεταφορά: 19.12.2011
φωτογραφία: Nίκος Kαλιαμούτος

Για την μεταφορά: mix_08.2015

Μοιραστείτε το