Βωλάξ, Τήνος. Τόπος όμορφος και ζωντανός. Χωριό αγαπημένο. Μέρος που θέλουμε να προστατέψουμε και να αναδείξουμε πιο πολύ από ποτέ! Εκτιμούμε όλα όσα μας προσφέρει μέσα απ' την ιστορία και την κουλτούρα του, μέσα από την αξεπέραστη φύση και τις αξίες των ανθρώπων του...
Ακολουθήστε μας!

Ο Νίκος Δήμου αναφωνεί στο blog του «πόσο πιο σύνθετο πλάσμα είναι μία γυναίκα!» και κάνει μια σύγκριση-χάσμα μεταξύ των δύο φύλων στο κείμενό του. [«Γυναίκας Εγκώμιο», 2006] Πόσα και πόσα στοιχεία μπορούμε να διακρίνουμε όλοι μας ανάμεσα στους άντρες και στις γυναίκες του χωριού: Έχουμε άντρες, γκρινιάρηδες, ξεροκέφαλους, τεμπέληδες, καβγατζήδες, μέθυσους, φιγουρατζήδες, εριστικούς, ακαμάτηδες... Ενώ οι γυναίκες μας... μια χαρά! Ξύπνιες, τρυφερές, δημιουργικές, προστατευτικές, ανοιχτόμυαλες, ελκυστικές, «με προσωπικότητα».

Σήμερα, που πολλές γυναίκες ονειρεύονται μια λαμπρή καριέρα και –κυρίως– αναγνώριση, υπάρχουν αρκετές οι οποίες στην ερώτηση «τι δουλειά κάνεις» χαμηλώνουν το κεφάλι, κατεβάζουν ντροπαλά τα μάτια και απαντούν φοβισμένα «οικιακά». Δεν καταλαβαίνουν ότι ο τιμητικός τίτλος «νοικοκυρά» αρκεί για να δώσει στην γυναίκα την αναγνώριση, απλώς, μέσα στα πλαίσια της οικογένειας.

Οικογένεια είναι μια ομάδα ατόμων (αρκετά μεγάλη τα παλαιότερα χρόνια) η οποία ζει κάτω από την ίδια στέγη, με κοινή οικονομία και με ομαδικούς στόχους. Εάν ο άντρας είναι ο υπεύθυνος για τον «σχεδιασμό» και την οικονομική κατάσταση, τότε όλα τα υπόλοιπα περνάνε από τα χέρια της γυναίκας. Αυτή είναι η «προϊστάμενη» που οδηγεί την ζωή της οικογένειας στην επιθυμητή κατεύθυνση. 

Μεγαλώνει τα παιδιά της όχι μόνο να γίνουν καλοί άνθρωποι αλλά για να προετοιμαστούν κατάλληλα ως ενήλικοι: Να ξέρουν να μαγειρεύουν για να ταϊσουν τον εαυτό τους, να τα καταφέρνουν στις βασικές δουλειές του σπιτιού και να είναι έτοιμοι να αναλάβουν τις ευθύνες όταν έρθει η ώρα να κάνουν την δική τους οικογένεια. Είναι αυτή που φροντίζει και μαθαίνει τα καινούργια πράγματα στα παιδιά της. Είναι αυτή που βρίσκεται πιο κοντά τους και μάλιστα την στιγμή που το έχουν ανάγκη. Πρέπει να προσέχει την υγεία τους, να φέρει την καθαριότητα και την ζεστασιά στο σπίτι. Ενώ της δίνεται η δυνατότητα να δείξει τις ικανότητές της στην μαγειρική, στις καλλιτεχνικές της πλευρές και στην κηπουρική. 

Πολύ συχνά, δίνει χαρτζιλίκι –από τα δικά της λιγοστά λεφτά– στα παιδιά της. Σε ατζέντα της εποχής βλέπουμε μια γυναίκα του χωριού να σημειώνει τα μικροέξοδα του σπιτιού (μακαρόνια, ζάχαρη, κάλτσες) και από κάτω τα λίγα έσοδά της από την πώληση των αυγών (40 αβγά = 36 δραχμές). Στην επόμενη σελίδα, η ίδια γυναίκα, έχει σημειώσει τα νούμερα ρούχων των παιδιών της («Νάσος πουκάμισο νούμερο 52 - Γεοργάκης φανέλα 38») για να μπορεί να τους τα αγοράσει την επόμενη φορά που θα ακολουθήσει τον άντρα της στην Αγορά...

Στο άρθρο του Jacques διαβάζουμε ότι οι κοπέλες του χωριού, στα τέλη του 19ου αιώνα, «βοηθούμενες από την απευθείας γραμμή με την Πόλη και την Σμύρνη, [1] έφευγαν για παραμάνες σε πλούσια σπίτια της Κωνσταντινούπολης, για αρκετά χρόνια, φτιάχνοντας την προίκα τους και στέλνοντας χρήματα πίσω στην οικογένειά τους για να τα βγάλει πέρα. "Στα δάκτυλα μπορούσες να μετρήσεις τις γυναίκες που δεν είχαν ξενιτευτεί εκείνα τα χρόνια", αναφέρει ο Μωραϊτης. Οι γυναίκες ήταν πιο προοδευτικές και πιο εξευγενισμένες από τους άντρες τους, όπου η σκληρή γη τούς έκανε κι αυτούς σκληρούς και άξεστους, προσκολλημένους στα χωράφια τους και το χωριό τους, σε μια εποχή όπου γράμματα ελάχιστοι γνώριζαν γιατί δεν υπήρχε σχολείο».

Και πραγματικά, οι κοπέλες αυτές ήταν οι καλύτερες νοικοκυρές: «Τις είχανε για πολύ νοικοκυρές τις δικές μας. Και ήτανε. Τις σεβούντανε. Μεγάλο πράμα το έχει ο Τούρκος να πάρει χριστιανή. Προπαντός να τα ταιριάξει με καμιάνα Ρωμιά, ού, μεγάλο θάμα, και να παντρευτούνε. Εκείνη ξεχριστιανεύει κι εκείνος, σα μουσουλμάνος που είναι, κάνει το "σεβάπ" (= αγαθοεργία). Και μ' εκείνο το "σεβάπ" βάζει το ένα του ποδάρι μέσα στον Παράδεισο. Τον δέχεται ο Θεός, τον παίρνει στην αγκαλιά του. Τις σεβούντανε. Αφού πλέκανε. Ερχότανε ο κόσμος να τις διεί, να τις σεργιανίσει, να διαλέξει μιάνα για το δωμάτιο κι αυτή καθόντανε στο σκαμνάκι της μαζεμένη και έπλεκε με τον κορσέ τη δαντελίτσα της, να κάνει την προίκα της. Δυστυχισμένες, δυστυχισμένες, φτωχές.» [Θωμάς Κοροβίνης, Φαχισέ Τσίκα, Άγρα 1998, σελ. 64]

Αυτές οι γυναίκες έκαναν την προίκα τους στην Πόλη και την Αθήνα και ξαναγυρνούσαν στο χωριό να παντρευτούν και να «φτιάξουν οικογένεια». Η θέση της νοικοκυράς απαιτεί την ύψιστη υπευθυνότητα και οι γυναίκες του χωριού ήταν υπεύθυνες προσφέροντας αγόγγυστα το καθετί στο σπιτικό τους, από το πιο μικρό στο πιο μεγάλο. Όπως η παρακάτω φωτογραφία, που δείχνει την Μαρία του Γεωργούλα να πλένει με χαμόγελο τα πιάτα (μετά από την γιορτή της) την στιγμή που ο άντρας της ήδη ξεκουραζόταν στο κρεβάτι του... Είπαμε, ο άντρας δεν βοηθούσε μέσα στο σπίτι.

Εκείνα τα χρόνια, στο χωριό, οι άντρες έκαναν τις εξωτερικές δουλειές στα ζώα, στα χωράφια και στα καλάθια ενώ οι γυναίκες ότι είχε να κάνει με το σπίτι –και όχι μόνο: μαγείρεμα (πάντα άλλο το μεσημέρι και άλλο το βράδυ!), ζύμωμα ψωμιού, μεταφορά φρυγάνων για τον φούρνο (Δεν μπορούμε να ξεχάσουμε την γελαστή εικόνα της κυρά-Λουκίας της Κακάλενας που έχει δεμένη στην πλάτη της μια αρμαθιά από φρύγανα με μεγαλύτερο μέγεθος από την ίδια να μας κοιτάει γελαστή), καθάρισμα σπιτιού με παραδοσιακό τρόπο αλλά και με ειδικά «κόλπα», τον στολισμό του με τα λουλούδια, μπουγάδα (στο πηγάδι ή παλαιότερα στο ρυάκι κοντά στην... Καλαμάν!), το σιδέρωμα, τα μπαλώματα των ρούχων, το τάϊσμα του χοίρου και των πουλερικών, το μάζεμα των αβγών, τα παιδιά...


Μπουγάδα στο σπίτι του Κάρολου (2011)

Αν ερχόταν κάποιος ή το σπίτι είχε καλεσμένους έπρεπε να φροντίσει για όλα: φαγητό, κεράσματα (συχνά, μετά το πρώτο, ο άντρας κανόνιζε το κέρασμα για να έχει το μπουκάλι κοντά του και να πίνει λίγο παραπάνω όσο η γυναίκα ετοίμαζε κάτι πρόχειρο για συνοδευτικό) μέχρι τον χώρο που θα κοιμόταν ο καλεσμένος αν έκανε κρύο ή χιόνια και είχε περάσει η ώρα, οπότε δύσκολα θα μπορούσε να φύγει και να πάει στο χωριό του που βρισκόταν μακριά...

Και ακόμη: Το σκούπισμα των δρόμων, το άναμα των καντηλιών (μέχρι και τα πιο μακρινά ξωκλήσια έπρεπε τα Σάββατα να έχουν αναμμένο το καντήλι), το στόλισμα της εκκλησίας κάθε 15-20 μέρες (έβγαινε με κλήρο ποια θα ήταν γυναίκα του χωριού και πότε θα ασχολείτο με αυτό. Το Πάσχα και τις γιορτές μαζευόντουσαν πολλές μαζί και μοίραζαν τις δουλειές), το πότισμα των κοντινών κήπων (αυτά που είχαν γούρνα και όχι μπαλάγκο, γιατί ήθελε δύναμη), πολύ συχνά το άρμεγμα των κατσικιών (κάποτε και των προβάτων), το πρώτο καθάρισμα από τις σταβαριές και τα φυλλαράκια από τις βέργες των καλαθιών που θα έπλεκαν οι άντρες... 

Η νοικοκυρά ενώ στην ουσία καταλαμβάνει μια πολύ σοβαρή θέση, αυτή της επικεφαλής της οικογένειας, δυστυχώς δεν είναι ισότιμη με τον άντρα. Σε εφημερίδα των ημερών μας, διαβάζουμε: «Κάθε γυναίκα που έχει συμβιώσει με Έλληνα χαμογέλασε πικρά διαβάζοντας τα αποτελέσματα του τελευταίου Ευρωβαρόμετρου, σύμφωνα με το οποίο οι Έλληνες άνδρες έρχονται τελευταίοι όλων των υπόλοιπων Ευρωπαίων σε ό,τι αφορά τη συμμετοχή τους στις οικιακές εργασίες» [Ελευθεροτυπία 17.03.2007] 

Δυστυχώς, ο καθημερινός αγώνας και η συνεχής προσπάθεια για να ζήσει και να μεγαλώσει η οικογένεια, απομακρύνει τον άντρα στα χωράφια από την γυναίκα του, ξεχνώντας ότι και η κάθε νοικοκυρά, όπως οποιαδήποτε άλλη γυναίκα, έχει όνειρα και στόχους... Και ενώ η γυναίκα, το σύνθετο αυτό πλάσμα, συνεχώς προσαρμόζεται, ο άντρας, στον δύσκολο αυτόν τόπο γίνεται άγριος και απότομος... 

Σε παλιές φωτογραφίες του χωριού, οι άντρες απέναντι από τον φακό γελάνε μόνο στις γιορτές, στα πανηγύρια, στο κυνήγι και στις κρασοκατανύξεις. Οι γυναίκες γελάνε πάντα –εκτός ίσως από τις αναμνηστικές φωτογραφίες «μετά των συζύγων»... Ποιός να ξεχάσει την ζεστή εικόνα της Άννας του Αντρίκου, όταν άπλωνε τα ρούχα και χαμογελούσε σε όποιον πέρναγε από το δρομάκι της (φωτογραφία), την γαλήνια και σοφή εικόνα της άμιας Λουκίας και της κυρά-Μαρίας του Γιαννούλα που συνεχίζει να ανεβαίνει και να κατεβαίνει στο πηγάδι, όχι πλέον για νερό, αλλά για να στολίσει το σπιτικό της με λουλούδια. Ενώ οι παλιές είχαν να λένε για την νοικοκυροσύνη της μαντάμ Μαρί (το γαλλικό της έμεινε από την Κωνσταντινούπολη), σύζυγο του γερο-Πιπέρη.

Έτσι και ο άντρας: πρέπει να προσαρμοστεί και να αλλάξει στάση αναθεωρώντας τον ρόλο του. Στο ρόλο του βοηθού της συζύγου μέσα στο σπίτι, δείχνει να απέτυχε. [2] Ας πετύχει τουλάχιστον σε ένα πιο ουσιαστικό ρόλο: αυτόν του συνεργάτη και του συντρόφου. Αυτού που μπορεί –επιτέλους– να αξιολογήσει τους πολλαπλούς ρόλους της συζύγου του και να αναγνωρίσει την πολύτιμη συνεισφορά της στην οικογένεια. Είναι γνωστό ότι οι γυναίκες έπαιξαν στη ζωή μας τον πρώτο και τον τελευταίο ρόλο!


[1] «Η Τήνος υπήρξε ανέκαθεν απαλλαγμένη από κάθε είδος τελωνειακών δασμών. Όταν κάποιος κάτοικος θέλει να φύγει από το νησί τού χορηγείται αντί οκτώ λεπτών ένα έγγραφο που πιστοποιεί ότι είναι Τηνιακός. Μ' αυτό το είδος διαβατηρίου μπορεί να πάει παντού στην Τουρκία, χωρίς να έχει ανάγκη από την απόδειξη εξόφλησης του κεφαλικού φόρου, του χαρατσιού, το οποίο είναι υποχρεωμένοι να πληρώνουν όλοι οι υπήκοοι του Υψηλού Κυρίου (σουλτάνου) και που κοστίζει 16 φράγκα για όσους φορούν μακριά φορέματα και 8 φράγκα για όλους τους άλλους». 

[2] Στο χωριό μόνο ένας χωρικός –πέθανε το 1997– ήταν αυτός που είχε μοιράσει τις δουλειές του σπιτιού και αυτό, εξαιτίας του δυναμικού χαρακτήρα της συζύγου του! Και έτσι, μπορούσες να τον πετύχεις, την μια μέρα, να πηγαίνει τα κατσικάκια του στη Λαούδ' και, την επόμενη, να πλένει τα πιάτα στην μικρή κουζίνα, αφού το ζευγάρι έκανε τις δουλειές του σπιτιού εναλλάξ.

 


 

 

Για την μεταφορά: mix_09.2015

Μοιραστείτε το