Βωλάξ, Τήνος. Τόπος όμορφος και ζωντανός. Χωριό αγαπημένο. Μέρος που θέλουμε να προστατέψουμε και να αναδείξουμε πιο πολύ από ποτέ! Εκτιμούμε όλα όσα μας προσφέρει μέσα απ' την ιστορία και την κουλτούρα του, μέσα από την αξεπέραστη φύση και τις αξίες των ανθρώπων του...
Ακολουθήστε μας!


Ελλείψει φωτογραφία από το χωριό, χοιροσφάγια στον Σκαλάδο, λίγο μετά τον πόλεμο.

Η σφαγή του χοίρου στο τέλος του χρόνου, που συναντάει κανείς στην Τήνο, είναι μια αρχαία συνήθεια με τόσο βαθειές ρίζες που της έχει επιτρέψει να επιζήσει για πολλούς αιώνες. Οι Έλληνες τον έκτο αιώνα μ.Χ. έκαναν το ίδιο πιστεύοντας ότι η θυσία του χοίρου θα τους εξασφάλιζε καλή σοδειά και γόνιμη χρονιά. Σήμερα, όμως, που η χαρακτηριστική αυτή εκδήλωση έχει σχεδόν εκλείψει στο χωριό μας, προσθέτω λίγες αράδες μέσα από αυτό το post...

Τα χρόνια εκείνα, σχεδόν οι μισές οικογένειες της Βωλάξ, είχαν και ένα χοίρο στην κέλλα τους για να εξασφαλίσουν το κρέας και το λίπος ολόκληρης της χρονιάς. Τα κατσικάκια τα φύλαγαν για το Πάσχα. Αν, πάλι, είχαν περισσότερα κατσίκια και δαμάλια από τις ανάγκες της οικογένειας, τα πούλαγαν συνήθως στους κρεοπώλεις, λίγο πριν την περίοδο του Πάσχα, για να τα αγοράσουν με την σειρά τους κάτοικοι της Χώρας.

Τους χοίρους τους έσφαζαν στο τέλος του χρόνου, από το Φθινόπωρο προς τον Νοέμβριο. Σε αυτή την οικογενειακή εκδήλωση, τα λεγόμενα χοιροσφάγια, έσμιγαν συγγενείς, φίλοι και οι γνωστοί. Μάλιστα, σ' εκείνες τις εποχές που οι άνθρωποι ενδιαφερόντουσαν για τον διπλανό τους, έδιναν λιχουδιές για να γευτούν και να χαρούν και αυτοί που δεν είχαν δικό τους χοίρο.

Μετά το σφάξιμο γινόταν το καψάλισμα, με λίγα φρύγανα, συνήθως αστιβές, για να καούν οι τρίχες του γουρουνιού. Μετά ξύριζαν πολύ καλά το δέρμα του χοίρου και έριχναν πολύ νερό, για να καθαρίσει γύρω-γύρω. Κατόπιν το κρέμαγαν μ' ένα τσιγγέλι και έβαζαν από κάτω μια λεκάνη για να στάζει το αίμα. Από το χοιρινό κρέας έφτιαχναν καπνιστά λουκάνικα που τα έκοβαν σε κομμάτια, 5 με 6 εκατοστά, και τα έβαζαν μέσα στη γλίνα του χοίρου. Έφτιαχναν όμως και δεκάδες άλλες λιχουδιές όπως τα υπέροχα σύγλινα, από το παχύ του μέρος που το πάστωναν με θαλασσινό αλάτι.

Μετά τον τεμαχισμό του σε κομμάτια, και την αφαίρεση των εντέρων, άρχιζε η δουλειά των γυναικών. Μερικές καθάριζαν τα έντερα, τα αναποδογύριζαν και τα έπλεναν ένα-ένα, πολλές φορές, για να μπορέσουν να τα χρησιμοποιήσουν να τα κόψουν σε κυμά και να κάνουν την γέμιση των λουκάνικων. Ενώ κάποιες άλεθαν το κρέας κάνοντάς τον κυμά, άλλες έφτιαχναν τα χοιρομέρια και τις λούζες (που έμοιαζαν με το ιταλικό προσούτο). Η νοικοκυρά τηγάνιζε το συκώτι ή έκοβε τα απολαίμια και την σπλήνα για να τα κάνει κάποια στιγμή ψητό στο φούρνο. Άλλες γυναίκες ασχολούντο με τα σίγλινα και το απάκι που το καλοκάπνιζαν στη φωτιά. Όταν ο κόσμος έφευγε σταδιακά, η σπιτονοικοκυρά κάπνιζε και τα λουκάνικα επάνω από το τζάκι με βουιδιές (βλ. αντίστοιχο άρθρο, στην ίδια σελίδα).

Το σφάξιμο του χοίρου, αν και ήταν μέρος της πραγματικότητας εκείνων των χρόνων, εν τούτοις αποτελούσε μια άγρια εργασία από τη φύση της και το θέαμα ήταν αποτρόπαιο. Όμως, όλοι είχαμε εξοικειωθεί με την ύπαρξή τoυ και την αναγκαιότητά τoυ. Για την σφαγή χρειάζονταν 5-6 άτομα. Τέσσερεις κρατούσαν τα πόδια του χοίρου, που τον είχαν βάλει κάτω και τον είχαν γυρίσει ανάποδα, και ένας καθόταν επάνω του και προσπαθούσε να βρει το καρύδι του χοίρου στον λαιμό του, για να τον σφάξει. Οι φωνές του χοίρου ήταν ανατριχιαστικές. 

Συνήθως, στην Βωλάξ ο Μπαρμπα-Γιάννης ο Πιπέρης ή ο Αντρίκος ο Βίδος ήταν αυτοί που ήξεραν το κατάλληλο σημείο για να τους σφάξουν σωστά και αποτελεσματικά. Τις περισσότερες φορές το σφάξιμο του χοίρου γινόταν στην μικρή πλατεία του χωριού, μπροστά στο σπίτι του Ιωσήφ Ξενόπουλου ή Γκιουζέ. Σε μέρος δηλαδή που υπήρχε χώρος για αρκετούς άντρες. Στο χωριό δεν υπήρχε τότε το θέατρο και δεν είχε πλατεία στην μία και μοναδική του είσοδο. Ένας στενός δρόμος υπήρχε που σε οδηγούσε στα πρώτα σπίτια του χωριού, γι' αυτό και χρειαζόταν χώρος. Δεν θυμάμαι να χρησιμοποιούσαν την πλατεία μπροστά από την εκκλησία, ίσως, ακριβώς γιατί βρισκόταν εμπρός από την ενορία του χωριού.

Πολλές φορές το ζώο ζύγιζε πολλά κιλά και χρειαζόταν μεγάλη συνεργασία ανάμεσα στους χωρικούς για να το φέρουνε βόλτα. Θυμάμαι μια φορά ένα γερό, καλοαναθρεμμένο γουρούνι που είχε τυραννηθεί πολύ, γιατί δεν μπορούσαν να το σκοτώσουν. Το ζώο κάποια στιγμή, πριν ολοκληρωθεί η διαδικασία, κατόρθωσε να ξεφύγει από αυτή την ομάδα των ανθρώπων και να τρέχει μέσα στο χωριό και να σκούζει και να ουρλιάζει, αφήνοντας στο δρόμο πολύ αίμα. Χρειάστηκε σχέδιο και χρόνος για να το ξαναπιάσουν, να το σφάξουν τελειωτικά και να πάψει πια να υποφέρει.

 

Μοιραστείτε το