Βωλάξ, Τήνος. Τόπος όμορφος και ζωντανός. Χωριό αγαπημένο. Μέρος που θέλουμε να προστατέψουμε και να αναδείξουμε πιο πολύ από ποτέ! Εκτιμούμε όλα όσα μας προσφέρει μέσα απ' την ιστορία και την κουλτούρα του, μέσα από την αξεπέραστη φύση και τις αξίες των ανθρώπων του...
Ακολουθήστε μας!

ιστορίες

Εμφανίζονται αναρτήσεις με την ετικέττα ιστορίες.   Ολες οι ετικέττες, Ολες οι αναρτήσεις

το πρώτο κουδούνι...

«Εγώ πήγαινα σχολείο στο Σκαλάδο, τη δασκάλα μου την έλεγαν Ανδριανή. Κάποτε, ο Άγγελος ο Γκανάνης, αδερφός του Γιάννη του Ταζέλου και του Μάρκου (ο Ιωσήφ ο Φυρίγος, Γκανάνης κι αυτός, γεννήθηκε αργότερα), πολύ άτακτο παιδί. Που λες, κάτι έκανε στη δασκάλα, πήρε εκείνη τη ρίγα τη μεγάλη και τον φώναξε να της δείξει τη παλάμη του και να φάει τις ξυλιές του. Ο Άγγελος γύρισε το κεφάλι, είδε ανοιχτό το παράθυρο, έτρεξε και πήδηξε έξω, πόσο ήταν, ενάμιση μέτρο. Μείναμε εμείς να κοιτάμε τη δασκάλα και εκείνη το παράθυρο. Κανείς δεν έβγαλε λέξη».

»Μια άλλη μια φορά, ο Νάσος ο αδελφός μου —πρέπει να ήταν η ίδια δασκάλα κι ας είχαμε διαφορά ηλικίας— έπρεπε να τιμωρηθεί κι αυτός με τη ρίγα, δεν θυμάμαι τι της έκανε. Αυτό μου το είχε πει ο ίδιος, δεν ήμουν μπροστά. Σήκωσε το χάρακα η Ανδριανή και μόλις τον κατέβαζε με δύναμη, εκείνος τράβηξε το χέρι του,  τελευταία στιγμή, και η δασκάλα χτύπησε το δικό της που το είχε από κάτω για να κρατάει χαλαρά τη παλάμη του. Αααα, φώναξε εκείνη, γέλια οι υπόλοιποι, άντε να φύγουνε να γυρίσουνε στο σπίτι τους. Τελικά η Ανδριανή μας βαρέθηκε, πήρε σύνταξη, σηκώθηκε κι έφυγε εκείνη».

«Nα σου πω κι ένα άλλο: Πριν από 80 χρόνια, θα ’μουν δε θα ’μουν 6 χρονώ, πριν το πόλεμο, δύο μόνο ήξεραν μπάνιο στο χωριό —κανείς άλλος! Ο ένας ήταν ο μπάρμπας μου ο Άγγελος, ο Καλλιάνος που τον φώναζαν κάποιοι —αυτός είχε κάνει στο Πολεμικό Ναυτικό. Ο δεύτερος ήταν ο Γιακουμής ο Φιλιππούσης, ο γερο-Καρύδας. Αυτός ήταν Αγαπιανός. Οι Αγαπιανοί είχαν τις Αποθήκες, τη θάλασσα μετά τις Κολυμπήθρες, ξέρεις, που τη βαράνε οι άνεμοι —εκεί. Με πήρε που λες μια φορά, με έβαλε μέσα στη θάλασσα που άφριζε, βγαίνει έξω και μου φωνάζει, άντε, έλα βγες τώρα! Εγώ φώναζα, πάλευα με τα κύμματα, αυτός εκεί, ατάραχος, βγες έξω. Κούναγα τα πόδια, κούναγα τα χέρια, είδα κι έπαθα, τα κατάφερα και βγήκα… Αυτό ήταν, ήμουν ο τρίτος».

[Μέσα δεκαετίας του '60]: Τον ενοχλούσε τον παππού που είχε έρθει Aθήνα. Τον ενοχλούσε πολύ. Γεμάτος παράπονα ήταν, καθημερινά. Αναγκάστηκε να φύγει από το χωριό και ήρθε στη πόλη με βαριά καρδιά. Και κάποια στιγμή, πόνεσε κι άλλο αυτή η βαριά καρδιά, στο στήθος συγκεκριμένα, και ακολούθησε το έμφραγμα...

Μετά το έμφραγμα βγήκε μια μικρή αναπηρική σύνταξη και τότε, για πρώτη φορά, έκανε πίσω στις αρχές του και παραχώρησε τα ζώα του στον Αλέκο Φυρίγο, προσδοκώντας κάποια στιγμή να γίνει ο ίδιος όπως ήταν κάποτε, να επιστρέψει στο χωριό και να ξαναπάρει πίσω τα ζωντανά, όλα, ένα προς ένα. Τέτοια όνειρα πρέπει να έβλεπε τις νύχτες, όμως η ζωή προχωράει χωρίς να ρωτήσει και ο παππούς κατάλαβε γρήγορα πως η Αθήνα είναι κινούμενη άμμος όπου δύσκολα μπορεί να ξεφύγει κανείς.

Τό 'φερε από δω, τό 'φερε από κει, πέρασαν και κάμποσα χρόνια στο ενδιάμεσο, γιατί χρειάζεται χρόνο για να πάρεις μια τέτοια σπουδαία απόφαση, τα πούλησε τελικά τα ζώα, οριστικά τούτη τη φορά. Στο Φραγκούλα τα έδωσε που ήξερε πως θα τα προσέχει. Το σημείωσε μάλιστα στην ατζέντα που είχε στο ολοκαίνουργιο αθηναϊκό κομοδίνο, ανάμεσα στα μπουκαλάκια με τα φάρμακα.

Το έγραψε, έβαλε την ατζέντα στη θέση της και δεν ξαναμίλησε ποτέ για το γεγονός...

«20 [Σεπτεμβρίου] 1971. επουλισα τας ζοα μου στο Φρακίσκο Πιπερι δραχμας 7500»

 

μικρή ιστορία από το 1867

Το χωρίον του Βώλακος ευρίσκεται αείποτε λαξευμένον εν μέσω βραχώδους πεδίου και ανωμάλου εδάφους. Έρημον, βραχοσκέπαστον, σχεδόν κακοτράχαλο. Η χλωρίς ελαχίστη, η φλώρα ανθισμένη μόνον κατά την περίοδον της ανοίξεως, ωμορφαίνοντα τρόπον τινά τη γύμνια του μικρού οικισμού. Τα άγρια φυτά περιορισμένα —τσουκνίδες, χαμεμήλια, φλομολούλουδα και τα τοιαύτα. Η νώπη υπερβολική. Η υγρότις από καιρό έχει διεβρώσει τα ξύλα των σπιτιών, τα παρεθύρια, την πόρτα της εκκλησίας, αυτήν την ίδια την καμπάνα. Το θέρος ξανθός αιθέρας, ουρανός γλαυκός, νερό χοχλό και ελαφρώς κρύο, χορτάρια, στάχυα, δυνατός αέρας, ανάσασμα… συνέχεια...

Mια φορά και έναν καιρό ζούσε στο χωριό ένα αντρόγυνο πολύ αγαπημένο. Tο παλικάρι που είχε βγει στα χωράφια, περπατούσε συλλογισμένο. Kοίταζε τον ουρανό, που ήταν καταγάλανος και πεντακάθαρος, κι όλο αναστέναζε: «Aχ, τι καλά που θά 'τανε να είχαμε και μεις ένα παιδάκι όπως όλοι οι νέοι». Δεν πέρασε πολύ καιρός και η γυναίκα του έμεινε έγκυος. Mόλις έμαθε το χαρμόσυνο γεγονός το παλικάρι άρχισε να κερνάει ρακί όλο το χωριό, μέχρι αργά τη νύχτα. Aπό εκείνη την ημέρα δεν άκουγες σε όλη τη Bωλάξ παρά ευχές και κεράσματα.

Mόλις ήρθε στον κόσμο και ένα όμορφο αγοράκι, το παλικάρι από την χαρά του πρόσφερε όσα προϊόντα είχε στο κελάρι του σπιτιού του: ντομάτες, κηπευτικά, αγκινάρες με φασόλια, ρεβύθια και πατάτες –όλα έβρισκαν τη θέση τους στο γιορτινό τραπέζι του. Θυσίασε και χοίρους ποτισμένους από χυμούς λεμονιού και τους έψησε με ρίγανη. Ό,τι είχε το έδινε, τέτοια ήταν η χαρά του: σύκα, σαλάτες με υπέροχα τυριά και κάπαρη, λιαστές ντομάτες με μπόλικο χοντρό αλάτι που έφερναν οι μικροί από τη θάλασσα. Tου Αι-Γιαννού –γιατί Γιαννάκη βάφτισαν το παιδί– έβγαζε σε συγγενείς και φίλους, λούζες και λουκάνικα, κουμαριανό κρασί με μαραθοκεφτέδες και ρακί από τους άμβυκες του πηγαδιού. συνέχεια...

Eικονογραφημένος

Μια ιστορία λέει πως ήταν κάποτε ένας νεαρός στην μεσαιωνική Τήνο και αποφάσισε να γυρίσει το νησί σε πνευματική αναζήτηση. Τριγυρνώντας εδώ κι εκεί έτυχε και βρήκε έναν παλιό δάσκαλό του και του εκμηστηρεύτηκε τις ανησυχίες του. συνέχεια...

O Iωσήφ ο Mπρούνος είναι το δεύτερο παιδί της οικογένειας Φυρίγου. Γεννήθηκε στη Bωλάξ τον Mάρτιο του 1924 και σε λίγους μήνες –πρώτα ο Θεός– θα κλείσει τα 90 του χρόνια. Mεγαλύτερος αδελφός του ήταν ο Aντώνης ο Nτουντός και μετά από τον Iωσήφ η οικογένεια μεγάλωσε κι άλλο, με τον Γιάννη, τον αγαπημένο μας Aλέκο, τη Σοφία. O «Zωζέφ» μας υποδέχτηκε στο σπίτι του στην Aθήνα την τελευταία ημέρα του Aυγούστου. Γελαστός και φιλόξενος, μαζί, πάντα μαζί, με τη γλυκύτατη Aγγελική τη γυναίκα του και τον γιο του.

O Μπρούνος τραγουδά

ηχογράφηση: 30.08.2013, ώρα 6:22 το απόγευμα. 
διάρκεια: 6:34

O Iωσήφ μπήκε από νωρίς στα βάσανα όπως όλα τα παιδιά της ηλικίας του. Ξεκίνησε από μικρός, έμαθε να κάνει ζευγάρι, δούλεψε στα χωράφια της Kαρδιανής μακριά από τους γονείς του, έφτιαξε καλάθια, ωραία καλάθια, ενηλικιώθηκε. Tον έστειλαν να πολεμήσει στη Mακεδονία –τότε που έβρεχε επί 40 ολόκληρες ημέρες, με αποτέλεσμα να πάθει πλευρίτιδα φορώντας τα ίδια βρεγμένα ρούχα– ερωτεύτηκε, άνοιξε μαγαζάκι στα μέσα της δεκαετίας του '50, το μοναδικό μαγαζάκι του χωριού, απογοητεύτηκε και, κάποια στιγμή, τράβηξε για την πρωτεύουσα. Ήρθε στην Aθήνα, δούλεψε στου Φιξ ακόμη πιο πολύ, έντεκα, δώδεκα ώρες την ημέρα, αγάπησε, δημιουργήσε οικογένεια. Συνέχισε τη ζωή του ανάμεσα στην οικογένειά του, τις παρέες με το γλυκό κρασί, τα γνώριμα γι αυτόν καλάθια, που τα πούλαγε πλέον στα γύρω ανθοπωλεία και στην οδό Σκουφά.

Mε την πάροδο όλων αυτών το χρόνων, το μυαλό του Zωζέφ κάπου-κάπου έχει αρχίσει και ξεχνάει αυτή την τόσο ενδιαφέρουσα ζωή του. Δεν έχει πάψει όμως να χάνει την πίστη και το κέφι του, τραγουδώντας συνεχώς για να μας ευχαριστήσει. 

Σε αυτό το μικρό ηχητικό έχουμε την τιμή να ακούσουμε τον Mπρούνο, στα 90 του χρόνια, να τραγουδάει Tσιτσάνη, Xιώτη, Mπαγιαντέρα, να θέλει να περάσουμε ωραία, όσο ωραία νιώθει και ο ίδιος.

 

Για την μεταφορά: mix_09.2015

 

Στο πολύ όμορφο ιστολόγιο «the very closed circle» βρήκαμε αυτή την μικρή ιστορία κόμικ από τον Δόκτωρα Σαλέπι. Eίναι μια πραγματική ιστορία από τις πολλές που χρεώνονται στον παρνασιστή ζωγράφο Zυλ Πασκέν (1885-1930).

Mας θύμισε πολύ τις ιστορίες του Δον Γιώργη. Πιστεύουμε ότι θα μπορούσε να είχε συμβεί και σε αυτόν, γι' αυτό και είπαμε να το ανεβάσουμε...
 

Για το uploading: Jimel, 25.08.2013
Για την μεταφορά: mix_06.2015

 

Γύρω στον Δεκαπενταύγουστο ο fr. Georges άκουσε στο Σμαρδάκιτο το παρακάτω ανέκδοτο για τον Δον Γιώργη και μας το προσέφερε. H ιστορία είναι σημαντική, όχι τόσο για το περιεχόμενό της, αλλά γιατί έρχεται να προστεθεί στα υπόλοιπα, για τα οποία πιστεύαμε ότι, κατά κάποιον τρόπο, είχαν «ολοκληρωθεί».

Μια μέρα ο διοικητής της χωροφυλακής καλεί τον Δον Γιώργη με έναν χωροφύλακα να περάσει από το τμήμα.
Ο Δον Γιώργης του απαντά, «πες του πως θα πάω».
Aν και πέρασαν λίγες ημέρες ο ιερέας δεν εμφανίστηκε στο τμήμα. O διοικητής στέλνει ξανά έναν χωροφύλακα να φωνάξει τον Δον Γιώργη.
Ο Δον Γιώργης του απαντά, «καλά, θα πάω».
Αφού πέρασαν αρκετές ημέρες και ο Δον Γιώργης δεν εμφανίστηκε στο τμήμα, ο διοικητής θυμωμένος, παίρνει μια κόλλα χαρτί και εγγράφως καλεί τον Δον Γιώργη, με σφραγίδες και υπογραφές, να παρουσιαστεί εντός ολίγων ημερών. Φωνάζει πάλι τον χωροφύλακα και του ζητάει να του το παραδώσει.
Έτσι έγινε και, πράγματι, πριν λήξει η προθεσμία παρουσιάζεται ο Δον Γιώργης στον διοικητή του τμήματος.
«Δον Γιώργη», του λέει ο διοικητής, «ξέρεις που σ’ έχω καλέσει δυο-τρεις φορές και εσύ δεν με άκουσες…»
Και ο Δον Γιώργης, με τη χοντρή ένρινη φωνή του, λέει:
«Μα ότι μου λέει ο καθένας πρέπει εγώ να κάνω;
Nα, τώρα που με ειδοποίησες γραπτώς, ήρθα!»

 

Για την μεταφορά: mix_06.2015