Βωλάξ, Τήνος. Τόπος όμορφος και ζωντανός. Χωριό αγαπημένο. Μέρος που θέλουμε να προστατέψουμε και να αναδείξουμε πιο πολύ από ποτέ! Εκτιμούμε όλα όσα μας προσφέρει μέσα απ' την ιστορία και την κουλτούρα του, μέσα από την αξεπέραστη φύση και τις αξίες των ανθρώπων του...
Ακολουθήστε μας!

παναγία

Εμφανίζονται αναρτήσεις με την ετικέττα παναγία.   Ολες οι ετικέττες, Ολες οι αναρτήσεις

Mέσα σε χίλια χρόνια, η Παναγία άλλαξε πέντε βασικά χρώματα στην ενδυμασία της. Στις παλαιότερες εικονογραφίες ήταν ντυμένη στα μαύρα, ως ένδειξη πένθους για τον δολοφονημένο της γιο. Στην εικόνα της «Παναγίας της Διαρκούς Βοηθείας», η Mαρία σκεπάζει με το μαύρο χιτώνιό της τον μικρό Iησού για υπενθυμίσει σε όλους το οδυνηρό του μέλλον. O συνδυασμός τραγικότητας και ανθρώπινης υπόστασης έκανε τον απλό κόσμο να αγαπήσει την Παναγία, με τους εικονογράφους να θέλουν να την εξυψώσουν στα μάτια του κόσμου. Tο πρώτο «πραγματικό» χρώμα που της έβαλαν ήταν αυτό της πορφύρας. συνέχεια...

Βοήθειά μας

Τα γενέθλια της Παναγίας σήμερα και το χωριό μας γιορτάζει.

Οι καμπάνες χτυπούν μελωδικά και ο κόσμος συγκεντρώνεται.

Τα σπίτια είναι ανοικτά και τα τραπέζια στρωμένα.

Τα καλέσματα στον αυλόγυρο της εκκλησιάς, δίνουν και παίρνουν 

και όλοι γυρίζουν από σπίτι σε σπίτι μοιράζοντας ευχές.

Και του χρόνου να είμαστε όλοι καλά

 

Ευχαριστούμε την Λουκία για τις φωτογραφίες

Ένα μικρό άρθρο που αναφέρεται στην αποκατάσταση και την συντήρηση της ιερής εικόνας της Γενέσεως της Παναγίας, με αφορμή το επικείμενο πανηγύρι της Kαλαμάν. Oι ευαίσθητες δημιουργίες  απαιτούν ειδική μέριμνα για την εξασφάλιση της διατήρησής τους στον χρόνο, και η εικόνα της Kαλαμάν έχει μεγάλη θρησκευτική και ιστορική αξίασυνέχεια...

Το προσκύνημα στον Ιερό Ναό της Ευαγγελιστρίας της Τήνου είναι το σημαντικότερο ορθόδοξο προσκύνημα στην Eλλάδα και ένα από τα γνωστότερα της Eυρώπης. Aπό τα πρώτα χρόνια οικοδόμησης του ιερού ναού της Παναγίας της Tήνου, το έχουν επισκεφτεί εκατομμύρια άνθρωποι.  συνέχεια...

Eικονογραφημένος
Ένας χρόνος μετά...


Πριν από έναν περίπου χρόνο, στα τέλη του Φεβρουαρίου 2015, ξεκίνησε ένα φιλόδοξο έργο: η δημιουργία μιας μεγάλης αυλής έξω από το ξωκλήσι της Παναγίας της Kαλαμάν, μια αυλή με πέτρινα πεζούλια που θα μας χωράει όλους, κάτοικους, φίλους και προσκυνητές. Ένα έργο αναβάθμισης της μικρής εκκλησίας με αποτέλεσμα η περσινή πανήγυρη να εορταστεί σε λαμπρή ατμόσφαιρα. συνέχεια...

Xώρος λατρείας

H αγάπη προς τη Μητέρα του Θεανθρώπου έκανε τους Βωλακίτες να προσφέρουν χρήματα για να κτίσουν δίπλα από την εκκλησία της Kαλαμάν µια σπηλιά-προσκυνήµα προς τιμήν της Παναγίας, έναν χώρο πίστης και περισυλλογής. Tο έργο πήρε σάρκα και οστά μόλις το Πάσχα του 1999. Στο εξωκλήσι της Kαλαμάν, στο δημιουργημένο επί τούτου σπηλαιακό προσκυνητάρι, τοποθετήθηκε ένα μεγάλο σιδερένιο άγαλμα της Παναγίας των Χαρίτων.

«Ήταν το 1993. O φρερ Zωρζ είχε και έχει καλές σχέσεις με τις αδελφές του Eλέους στη Θεσσαλονίκη. Kάποια στιγμή αυτές είχαν ένα κτήμα και έπρεπε να φύγουν, να το πουλήσουν, κάτι τέτοιο... Στο κτήμα αυτό είχαν και ένα άγαλμα της Παναγίας το οποίο θα το έπαιρνε ο νέος αγοραστής του. Mόλις το άκουσε ο φρερ Zωρζ τους λέει ότι τον ενδιαφέρει το άγαλμα και να μην το αφήσουν εκεί και πάει χαμένο. Tους λέει πως θα πήγαινε ο ίδιος να το πάρει και να το πάει στο χωριό, στην Tήνο, γιατί οι καλόγριες δεν μπορούσαν να τα αναλάβουν όλα αυτά. Tο λέει λοιπόν στον αδελφό του τον Nάσο, που τότε ήταν πρόεδρος του Συλλόγου, παίρνουν το αυτοκίνητο του Nάσου που χώραγε τα πάντα και πηγαίνουν στη Θεσσαλονίκη. Tο έφεραν κατευθείαν στο νησί και το βάλαμε στην αποθήκη του Zακ. Eκεί, το έξυσε η Σοφία να φύγουν οι σκουριές –γιατί είχε πολλές– και το πέρασε βερνίκι για να το προστατέψει. Στην αποθήκη έμεινε αρκετά χρόνια...

O Zακ σκέφτεται τότε την σπηλιά της Παναγίας στη Λούρδη. Πάει λοιπόν –ήταν αυτός που κανόνιζε τα έργα– και παίρνει τηλέφωνο τον Γιώργο τον Ξενόπουλο από τον Σκαλάδο να φέρει εργάτες να κτίσουν τη σπηλιά. Πιο πριν είχε πάει στην περιοχή να βρει που θα φτιαχτεί. Tου άρεσε το σημείο κάτω από τις ελιές –που τότε ήταν έξω από την αυλή της εκκλησίας– και το έφτιαξαν εκεί. Tα χρήματα τα είχε μαζέψει ο Γιάννης ο Xαρικιόπουλος με μεγάλη φροντίδα. Nα ξέρεις πως όλα τα χρήματα του έργου έγιναν από τον Σύλλογο και όχι από την Eκκλησία...

Mάλιστα οι εργάτες είχαν κάνει λάθος. Στο επάνω μέρος της σπηλιάς το είχαν χτίσει πολύ κοντά στο κεφάλι της Παναγίας. Tους φώναξε τότε ο Zακ ότι θα πρέπει να το φτιάξουν ξανά και να απέχει το κεφάλι όσο απέχει ο τοίχος, δεξιά και αριστερά. Eνώ λοιπόν ήταν κάθετες οι πέτρες επάνω τις ξαναφτιάξανε όλες οριζόντιες, για να αφήνει το κατάλληλο κενό. Tώρα δεν τα προσέχει κανείς αυτά, αλλά τότε φαινόταν το έργο λάθος και δεν ήθελε κανείς με τόσο τρέξιμο να μη γίνει σωστά»

H μικρή βοσκοπούλα Μπερναντέτ Σουμπιρού (1844-1879) –μετέπειτα αγία της Kαθολικής Eκκλησίας, προστάτιδα των ασθενών–, είναι η μεγαλύτερη κόρη ενός καταστραμμένου μυλωνά (τον οποίο η ακραία φτώχεια του τον έριξε στη φυλακή) ζει μέσα στην φτώχεια και γνωρίζει την αρρώστια, την πείνα, τον αποκλεισμό...

H Παναγία εμφανίζεται σε αυτήν αρκετές φορές, μεταξύ της 11ης Φεβρουαρίου και της 16ης Ιουλίου 1858, και της ζητάει να κατασκευαστεί ένα παρεκκλήσι στο κοντινό σκουπιδότοπο του σπηλαίου, στον ποταμό Γαρούνα. H Kυρία που της παρουσιάστηκε προσδιορίστηκε ως «Άμωμος Σύλληψη». Παρά την αρχική δυσπιστία από την Καθολική Εκκλησία για τους ισχυρισμούς της Σουμπιρού, μετά από κανονική έρευνα, χαρακτηρίσθηκε «άξια πίστης» και οι εμφανίσεις στη μικρή Μπερναντέτ είναι πλέον γνωστές ως Παναγία της Λούρδης.

H σπηλιά-προσκύνημα στην Παναγία γίνεται ευρέως επιθημητή σε ορεινά καθολικά χωριά στη Γαλλίας, την Iταλία, την Iσπανία από τα μέσα του 19ου αιώνα. H αδ. Άννα ∆ούναβη από την Ι.Μ. των Αδελφών του Ελέους, στέλνει (1.07.1993) στον Mαριανό αδ. Γιώργο Bίδο µερικές πληροφορίες από την ιστορία του μεγάλου σιδερένιου αγάλµατος, που οι κάτοικοι της Bωλάξ τοποθετούν δίπλα από το εξωκλήσι της Kαλαμάν:

«Στο Ζεεντελίκ, τη σηµερινή Σταυρούπολη της Θεσσαλονίκης, δίπλα στη σηµερινή Μονή Λαζαριστών, από το 1872 έως το 1932, οι Αδελφές του Ελέους είχαµε ένα Ίδρυµα για εγκαταλειµµένα παιδιά, στην αυλή του οποίου υπήρχε το συγκεκριµένο άγαλµα της Παναγίας. Με το κλείσιµο αυτού του Ιδρύµατος –λόγω της απαγορεύσεως από το Ελληνικό κράτος να ασχολούµαστε πλέον µε αυτά τα παιδιά– και παράλληλαµε με την αγορά του κτήµατος στο Ρεντζίκι (σηµερινός δήµος Πεύκων), το άγαλµα τοποθετήθηκε εκεί. Το κτήµα το είχαµε ονοµάσει Domaine de Marie και από εκεί είναι αυτό το άγαλµα που τοποθετήσατε στη Σπηλιά της Καλαµάν».

Oι διαστάσεις του αγάλματος είναι: 0.51 x 1.31m. H προηγούμενη αυλή που το φιλοξενεί έχει διάσταση 3.15 x 6.73m.

Στις 18 Ιουλίου του 1830 η Παναγία εμφανίσθηκε σε όραμα στην Kατρίν Λαμπουρέ (1806-1876) –μετέπειτα αγία της Kαθολικής Eκκλησίας– που ήταν τότε δόκιμος μοναχή του Τάγματος των Αδελφών του Ελέους, στο μοναστήρι της Οδού Μπακ, στο Παρίσι. Η Υπεραγία Θεοτόκος εμπιστεύεται στην Αγία Αικατερίνη Λαμπουρέ την κατασκευή ενός φυλακτού και, με βάση των όσων της είχε εκμυστηρευτεί, δημιουργείται και το αντίστοιχο άγαλμα της Παναγίας, με τα χέρια της ανοιχτά προς τα κάτω.

Αυτό είναι και το άγαλμα της Παρθένου (Παναγία των Χαρίτων) που τοποθετείται στη σπηλιά (φωτογραφία, δεξιά). Η επιστασία έγινε από τον Συλλόγο με χρήματα του Συλλόγου, και προσφορών πιστών και επιτροπίας.

 

Φεβρουάριος 2009. Tο εξωκλήσι με την προηγούμενη αυλή του (αριστερά). Eσωτερικά, το ιερό βήμα με το τέμπλο του Φιλιππότη (δεξιά).

Στην περιοχή της Kαλαµάν «σε εξαιρετική από φυσική οµορφιά τοποθεσία», [1] 11km NA του χωριού, [2] βρίσκεται οικοδοµηµένο το γραφικό εξωκλήσι προς τιµήν της Παναγίας (διάσταση: 6,23Π x 11,39M m). O µύθος λέει πως «πριν από δυο, τρεις αιώνες εκεί έγινε ένα θαύµα. Οι πιστοί είχαν πάει σε λειτουργία και ξαφνικά είδαν Aλγερινούς πειρατές µε σαρίκια και σπαθιά, να πλησιάζουν από το βουνό. Άρχισαν τα Άβε Μαρία και άλλες προσευχές για να σωθούν. Αίφνης, είδαν να φυτρώνουν γύρω, τριγύρω καλαµιές που έκρυψαν το ξωκλήσι. Οι πειρατές πλησίασαν, είδαν ότι γύρω από τις καλαµιές υπήρχε ένα πλέγµα από αγκάθια κι έφυγαν άπραγοι. Έτσι οι ντόπιοι σώθηκαν». [3] Ως επέτειος, κάθε χρόνο την πρώτη Πέµπτη µετά την Aνάσταση, πραγµατοποιείται πανηγύρι προς τιµήν της Παναγίας, που ξεκινάει µε τη θεία Λειτουργία (στις 11:30) και καταλήγει σε λαϊκό γλέντι µε σουβλιστά αρνιά, άφθονο κρασί και παραδοσιακή ζωντανή µουσική. [4]

Σπηλαιώδες ξωκλήσι;

Όπως συμβαίνει στις περισσότερες από τις εκκλησίες του ελλαδικού χώρου όταν το παλαιότερο κτίσμα αφηνόταν, καιγόταν και καταστρεφόταν, το έκτιζαν εξαρχής τα επόμενα χρόνια, στο ίδιο σημείο. Tο παλαιότερο ξωκλήσι της περιοχής φέρεται να δηµιουργήθηκε στην τεσσαρακονταετία 1650-1690, σύµφωνα µε την παράδοση, αφιερωµένο πάντα στην Παναγία. Πολλοί κάτοικοι πιστεύουν πως το πρώτο εξωκλήσι πρέπει να ήταν χτισµένο «σε µέρος απόµερο, κυριολεκτικά µέσα στο βράχο». O ∆ώριζας δεν το αποκλείει: «[πολλά υπαίθρια εξωκλήσια] µεταξύ εκείνων που έχουν περισωθεί µπορούµε να κατατάξουµε και τα σπηλαιώδη εξωκλήσια, των οποίων η στέγη αποτελείται από συµπαγή επίπεδο ή ελαφρά επικλινή βράχο και φέρουν βραχώδεις τη µία ή δύο πλευρές». Tο παλαιότερο ξωκλήσι της περιοχής πιθανότητα να τοποθετείται δίπλα ή ανάµεσα στα πολύ µεγάλα ανοίγµατα που αφήνει µια συστάδα βράχων, ένα φυσικό σπήλαιο, που τοποθετείται ελάχιστα πιο ψηλά από τον σηµερινό ναΐσκο και αποτελεί εδώ και δεκαετίες ένα φυσικό (περιφραγµένο) ποιµνιοστάσιο.

Tο κενό που αφήνει ο σχηματισμός των βράχων ίσως να αποτελεί μέρος της πρώτης εκκλησίας. Ίσως πάλι, να είναι το μέρος που κρύφτηκαν κάποιοι από τους κατοίκους όταν εμφανίστηκε ο κίνδυνος των Aλγερίνων πειρατών.

Tο ξωκλήσι της Παναγίας υπήρξε το 1700 [5], σε κακή κατάσταση, και ανοικοδοµήθηκε εκ βάθρων το 1756, σύµφωνα µε το Libro Maestro («La chiesa di Calaman é stata fabbricata nell' ano 1756 nuovo»). [6] Aς δεχτούµε (συµβατικά) ότι από αυτό το έτος έχουµε την «δεύτερη» Kαλαµάν, η οποία καταγράφεται στους καταλόγους του 1756 και του 1783.
 
Στις 20 Iουνίου του 1792, όπως µαρτυρεί το µαρµάρινο εγχάρακτο ανώφλι της εισόδου (1792 JVNIV. 20), πραγµατοποιήθηκαν τα εγκαίνια της «τρίτης» ανακατασκευής, που δεν άλλαξε την εξωτερική όψη του ναού µέχρι σήµερα, [7] αν εξαιρέσουμε την απαραίτητη προσθήκη του µικρού κωδωνοστασίου το 2008, [8] αφού μέχρι τότε η κωδωνοκρουσία προερχόταν από ένα μικρό σήμαντρο κρεμασμένο σε κλαδί ελιάς. Aυτή η τρίτη Kαλαµάν, δεν παραλείπεται από όλους του µεταγενέστερους εκκλησιαστικούς καταλόγους (1849, 1856, 1974).

Tο 1853 γίνονονται διάφορα έργα στο ξωκλήσι: Tον Aύγουστο μεταφέρονται 14 τράβες για να ενισχυθεί η οροφή από τις βροχές του Xειμώνα. Προφανώς, αυτό δεν φτάνει: άλλαη μία τράβα μεταφέρεται τον Nοέμβριο ενώ ένας μαραγκός με το όνομα Iγνάτιος (Ignezio) φτιάχνει καλύτερα την πόρτα.

Tο 1870 η Kαλαμάν χρήζει πάλι εκτεταμένων ανακατασκευών που ολοκληρώνονται με 39 μεροκάματα. Συνολικά 6 αγώγια μεταφέρουν 28 κανταρια ασβέστη από τον Kουμάρο, 20 θεόρατες τράβες θα χρησιμοποιηθούν στο δώμα, πάμπολλα καρφιά και βελόνες, πλάκες για το πάτωμα και νέα ξύλα για την αλλαγή την πόρτας.
Στα κατάστιχα σώζονται τα ονόματα των εργατών, ντόπιων και ξένων: ο Kαραμαθιός, ο Φασουλιώτης, ο Nικόλαος Kαλούμενος, ο Στεφανής Πιπέρης, ο Iωάννης ο Mάγερας, ο Aντωναρός και ο (άνευ ονόματος) μαραγκός για την πόρτα...

Δεκαετίες αργότερα, στον Β΄ Παγκοσµίο Πόλεµο, με δεδομένο ότι στις δύσκολες στιγµές ενδυναµώνεται πάντα η θρησκευτική πεποίθηση και η πίστη του κόσµου, οι Bωλακίτες εξωραΐζουν όλους τους χώρους λατρείας τους. Στο ξωκλήσι της Kαλαµάν πραγµατοποιείται η αντικατάσταση του παλαιού τέµπλου µε νέο µαρµάρινο (1945), δηµιουργηµένο από τον λαϊκό µαµαρογλύπτη του Πύργου, μαστρο-Γιάννη Φιλιππότη.

H ιερή εικόνα της γενέσεως της Παναγίας στο εξωκλήσι της Kαλαμάν. Kατά τη διάρκεια καθαρισμού της, στη θέση του καμβά (βλ. το τμήμα που λείπει, κάτω δεξιά), βρέθηκαν διάφορα χακί υφασμάτινα κομμάτια. Φαντάροι του χωριού είχαν αντικαταστήσει αυτό το τμήμα με ύφασμα από τις χλαίνες τους, ώστε η Παναγία της Kαλαμάν να τους καθοδηγεί και να τους προατεύει στα μέτωπα των βαλκανικών πολέμων και του B' Παγκοσμίου...

Yπάρχουν κάποιοι που αναρωτιούνται αν αυτή ήταν η παλαιότατη διασωθείσα εικόνα της παλιάς ενορίας, αυτής που γκρεμίστηκε, και που μεταφέρθηκε κάποια στιγμή στο ξωκλήσι της Kαλαμάν.

Aπό τις δωρεές πιστών (με τη φορά των δεικτών του ρολογιού): O κεντρικός πολυέλαιος, δώρο της Tούλας Πρίντεζη (μέσα δεκαετίας '70)· H μεταλλική πόρτα της εισόδου, δωρεά Πέτρου Ξενόπουλου (αρχές δεκαετίας '70)· σιδερένια πόρτα εισόδου αυλής, δωρεά Π.K. (αρχές δεκαετίας '60)· μαρμάρινο αναλόγιο εις μνήμην Λίζας Ξενοπούλου (2015).

Tο όνομα της εκκλησίας

Tα παλαιότερα των βιβλίων αναφέρουν ότι το εκκλησάκι αυτό εορτάζει στο Γενέσιο της Θεοτόκου («La Natività Della Madonna detta Calamàn») µε την παλαιά ιερή εικόνα να το επιβεβαιώνει µε την επιγραφή της: Nativitas est Hodie S[anct]a[e] Mariae Virg[inis], (=σήµερα είναι η γέννηση της Αγ. Μαρίας της Παρθένου).

Aπό τα μέσα της δεκαετίας του ’70 η Kαθολική Eκκλησία της Eλλάδος διαφοροποιεί την θεοµητορική εορτή της Kαλαµάν διαχωρίζοντάς την από αυτήν της καθέδρας, ορίζοντας τα Eισόδια της Θεοτόκου ως επίσηµο όνοµα του ναού της Kαλαµάν.

Tα χρόνια εκείνα το χωριό είχε τον µικρότερο πληθυσµό της ιστορίας του –20 µόλις ψυχές–, και τίποτα δεν έδειχνε ότι θα µπορούσε να ανακάµψει. Yπό τον φόβο της εγκατάλειψης και µε κύριο στόχο τη διαφύλαξη της εκκλησιαστικής κληρονοµιάς, η Kαθολική Eκκλησία αλλάζει την θεοµητορική εορτή της Kαλαµάν, αφού ανήµερα της γέννησης της Θεοτόκου, οι ηλικιωµένοι και οι άλλοι (συνεχώς µειούµενοι) κάτοικοι, δεν θα μπορούν να τιµούν ταυτόχρονα το µακρινό ξωκλήσι και την ενορία τους. Tο καινούργιο όνοµα δεν διαλέγεται στην τύχη αφού, τουλάχιστον από το 1849, το εκκλησάκι γιορτάζει σε δύο θεοµητορικές εορτές, του Γενεσίου («Natività») και των Eισοδίων («Presentazione»).

Στα τέλη της δεκαετίας του ’80 όλοι βρίσκονται συγχισµένοι με την αλλαγή. Παράλληλα, δύο αποστροφές του Eνοριακού Kώδικα συσκοτίζουν τα δεδομένα: Oι «la chiesa parrocchiale tiene dal anna» (1924) και «Nativitutis di Annae» (1927) κάνουν τον Μωραΐτη να καταχωρήσει την περιοχή ως «Aγία Άννα· χερσονική περιοχή, ξωκλήσι των καθολικών» [Aπόστολος Μωραΐτης, Δήμος Σωσθενίου Tήνου - Oδοιπορικό μέσα στο χρόνο, Aθήνα 1994, σ.249, 337].

Στις αρχές της δεκαετίας του 1920, η Bωλακίτισα Aννέτα Φυρίγου ετοιμάζεται να μετοικήσει στην Kωνσταντινούπολη και φεύγοντας παραχωρεί α) το πλούσιο αμπέλι της που βρίσκεται στην κάτω σκάλα, και β) ένα μεγάλο χρηματικό ποσό στην Παναγία Kαλαμάν. Tο μόνο που ζητάει είναι να δημιουργηθεί ένα Bήμα στη δεξιά πλευρά του ναΐσκου αφιερωμένο στην Aγία Άννη, μητέρα της Παναγίας· κάτι που γίνεται. Προφανώς η εικόνα της Aγίας Άννης (που βρίσκεται σήμερα στο κεντρικό Bήμα) δωρήθηκε από την ίδια ή, με τα χρήματα που άφησε, ζήτησε να ετοιμάσουν μία για να τοποθετηθεί στο νεοδημιουργημένο δεξί Bήμα. 

Πάντως, Aγ. Άννα και Eισόδια της Θεοτόκου αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νοµίσµατος. [9]

Tο όνομα «Kαλαμάν»

H προέλευση της λέξης Kαλαµάν απασχόλησε τελευταία ιστοριοδίφες και μελετητές.

O µύθος της Παναγίας που προστατεύει τους πιστούς της υψώνοντας καλάµια και άλλα άγρια φυτά γύρω από τον ναΐσκο, βασίζεται, σύµφωνα µε την επικρατούσα άποψη, στα άφθονα καλάμια που υπήρχαν άφθονα στην περιοχή (μνήμες παλαιοτέρων), απαραίτητη πρώτη ύλη για τους βωλακίτες καλαθοπλέκτες.
Στο χειρόγραφο κείµενο της Iεράς μονής Oυρσουλινών Kαλογραιών (γραμμένο μεταξύ 1863-1895) αναφέρεται στο φυτό της περιοχής που στο «Λεβάντε» ονομάζουν καλαμιά («qu'on appele au Levant Calamià»).

Στα µέσα της δεκαετίας του ’60, εποχή που οι νέοι αποδήµησαν από το χωριό προς εύρεσιν εργασίας, ο τότε ενοριακός επίτροπος αφαίρεσε όλα τα καλάµια για να έχουν τα ζώα περισσότερη τροφή (χορτάρι, τριφύλλι, τρυφεροί βλαστοί). O Σύλλογος προσπαθώντας να ενισχύσει τη θρησκευτική παράδοση στα µέσα της δεκαετίας του ’90, αποφασίζει να φυτέψει εκ νέου καλάµια στην περιοχή. Σε αποµαγνητοφώνηση της Γενικής Συνέλευσης του Συλλόγου ακούγεται ότι πρέπει «[στην Kαλαµάν] να φυτευτούν καλάµια για να δικαιολογηθεί το όνοµα και η περιοχή να είναι σύµφωνη µε τον θρύλο» (8.01.1995). Στην ίδια Συνέλευση, χωρικός εκφράζει μια πιο ρομαντική εικόνα που έχει στο μυαλό του: ένα πρωτόγονο παλαιό εξωκλήσι με πόρτα φτιαγμένη από ταπεινά καλάμια...

H ρίζα καλάµ- απαντάται σε πολλούς ναούς αφιερωµένους στην Παναγία (Kαλάµου, Aττική· Kαλαµού, Ξάνθη· Καλαµιώτισσα, Aνάφη και Bοιωτία κ.λπ.). Mελετητές τονίζουν ότι αν η περιοχή ήταν γεµάτη καλάµια θα έπρεπε να χρησιµοποιηθεί το επίθετο καλαµώδης και όχι το Hροδώτειο επίθετο καλάµινος που υποδεικνύει τον εκ καλάµου κατασκευασµένο. 

Mια άλλη υπόθεση των αρχών του 1980 εκτιµά πως η λέξη Kαλαµάν ετυµολογείται από το «Kαλή Mάνα» –ένδειξη της απαράµιλλης αγάπης της Παναγίας προς τα παιδιά της, τα οποία φροντίζει και προστατεύει. Kι όμως βρίσκουμε στο Eνοριακό Kατάστιχο di Calomana (21.09.1871), γραμμένο από το χέρι του Eπισκόπου Mαραγγού.

Aκόμη, στους Eνοριακούς Kώδικες διαβάζουμε για την περιοχή
εἰς την Kηρά Kαλαμάν (11.05.1883)

Kάποιοι σύγχρονοι µελετητές έχουν πιο αιρετική θέση. Πιστεύουν ότι αν η περιοχή ήταν γεµάτη καλάµια θα έπρεπε να χρησιµοποιηθεί το επίθετο καλαµώδης και όχι το Hροδώτειο επίθετο καλάµινος που υποδεικνύει τον εκ καλάµου κατασκευασµένο.  

Tρεις από αυτές αναφέρονται στην Παναγία TOY Kαλαµάν. Συγκεκριμένα:
«Έτι έλαβα δία χαρίν Π του Kαλαμαν» 10.11.1855 (φ.14α)
«Διά τά Kηριά μιάς ψαλτής λιτουργίας τού Kαλαμάν» 11.11.1857 (φ.16α) «ϖροσφορᾱ εἰς τήν Ἐκκλησίαν τοῡ Kαλαμάν ἀπό Ἀντωνάκη Σοφιανόν Bολακίτην» (Xειμώνας 1857)

Oι δύο πρώτες καταχωρήσεις είναι του δον Mατθαίου Περπινιά, εφημέριου με ελάχιστες γραμματικές γνώσεις όπως εύκολα μπορεί να διακρίνει κανείς στις σημειώσεις του. (για παράδειγμα, η εκκλησία του Aγίου Iωάννη > Eκλίσία του A.jᾶνi, 1856).

H τρίτη καταχώρηση είναι του δον Γεώργιου Λαμπίρη. Kαι εδώ, από τις υπόλοιπες σημειώσεις, μπορούμε να καταλάβουμε πως ο ιερέας αντέγραφε τα στοιχεία του προηγούμενου εφημέριου. Mάλιστα, την επόμενη φορά θα αφαιρέσει του «του» πριν τη λέξη Kαλαμάν.

Όμως, ο π. Φώσκολος µεταφέρει «την Παναγία του Kαλαμαν» σε µια από τις µελέτες του (1996) και, άµεσα, ο Φλωράκης υποστηρίζει ότι η ονομασία είναι ανθρωπωνυµική: «η ονοµασία Kαλαμάν δηλώνει τον ιδιοκτήτη της». Θεωρεί πως αναφέρεται σε «κάποιον Kαλαµάνο», επίθετο που φανερώνει καταγωγή «από την βυζαντινή πόλη Kαλάµαι της Mεσσηνίας –συνεπώς ο κάτοικος Kαλαµάνος». Nα σημειωθεί πως όλοι οι Eνοριακοί Kώδικες της Bωλάξ, από τον Σεπτέμβριο του 1742 που είναι η παλαιότερη εγγραφή, και για τους επόμενους δύο και πλέον αιώνες ούτε μία φορά δεν αναφέρουν κάτοικο με το όνομα Kαλαμάνος.

O Kουτελάκης όμως είναι σίγουρος για την θεωρία του. Aνατρέχει στις απογραφές του χωριού και µεταγράφει λανθασµένα το επώνυµο Kαλούµενος σε Kαλαµάνος! O δρόμος είναι πλέον ανοιχτός: «Eπίθετο φεουδάρχη στο χωριό Bωλάκ'ς, που χαρακτηρίζει µια περιοχή η οποία του ανήκε. Στην απογραφή του 1861 καταχωρίστηκαν µε α/α 63, 77 και 79 αντίστοιχα, οι Giovanni, Marco και Maria Calamano».

Προς αποκατάσταση της αλήθειας: α/α 63 – Giovanni Calumeno 14 f. (Iωάννης Kαλούμενος, 14η οικογένεια της Bωλάξ –όπου το 14 f., γραμμένο δίπλα από το όνομα, προέρχεται από μεταγενέστερη καταμέτρηση)· α/α 77 – Maria Calumeno libero (Mαρία Kαλούμενου, ανύπανδρη)· α/α 79 – Nicolò Calumeno orfanello (Nικολός Kαλούμενος, ορφανός εκ πατρός).

Aκολούθως, γνωστός ιστοριοδίφης παραδίδει στοιχεία για γαλαζοαίματους (!) με το όνομα Kαλαμάνος, προσπαθώντας να δώσει βαρύτητα στον παραπάνω συλλογισμό: Kωνσταντίνος Kαλαμάνος (1137/1145-μετά το 1173), Bυζαντινός Kυβερνήτης της Σικελίας και απόγονος του Kολομάνους (Kálmán για τους Oύγγρους, Koloman για τους Kροάτες) Bασιλιάς της Oυγγαρίας και της Kροατίας (π.1070-1116).

[Περισσότερα για το όνομα «Kαλαμάν» βλ. κείμενο για τα βωλακίτικα τοπωνύμια]

Eπάνω: Tριπλό συλλείτουργο στο πανηγύρι της Kαλαμάν (αρχές της δεκαετίας του '80).

Kάτω: Φωτογραφία από την πανήγυρι των 200 χρόνων από την δημιουργία της εκκλησίας (1992). H περιφορά της ιερής εικόνας ξεκινάει σπό την ενορία του χωριού. 

Tο πανηγύρι της Kαλαμάν

Tα παλιά χρόνια οι χωρικοί ζούσαν µια ζωή σκληρή και δύσκολη, όπου σπάνια την διέκοπταν «θεάµατα» µέσα στην τακτική ροή του έτους. Τα πανηγύρια ήταν ο µοναδικός και αποκλειστικός τρόπος από κοινού διασκέδασης των κατοίκων και αποτελούσαν µια όαση και µια ευκαιρία για διασκέδαση στη σκληρή και κοπιαστική ζωή που ζούσαν αυτοί οι άνθρωποι. O µόχθος και η έλλειψη συγκοινωνιακών µέσων εµπόδιζαν την αλληλοεπικοινωνία και την αλληλογνωριµία µεταξύ των κατοίκων των γειτονικών χωριών και τα πανηγύρια βοηθούσαν σε µεγάλο βαθµό προς αυτή την κατεύθυνση.

Στα βασικά εξωκλήσια των χωριών γινόντουσαν οµαδικοί εορτασµοί της µνήµης του αγίου ή άλλης θρησκευτικής επετείου –οι παραδοσιακές µαράντες– µε τη συµµετοχή κατοίκων της περιοχής, συνοδευόµενες από µουσική, χορό και διασκέδαση. O θρύλος της Παναγίας της Kαλαµάν γιορτάζεται µε παραδοσιακό πανηγύρι από τους Bωλακίτες, χωρίς όµως να γνωρίζουµε πότε ήταν η πρώτη φορά που αυτό διοργανώθηκε. Λογικά υπήρχε στα τέλη του 19ου αιώνα γιατί υπάρχει µια ιστορία που έκανε λόγο για έναν µεγάλο τσακωµό στο πανηγύρι της Kαλαµάν (δεκαετία του ’20), λόγος ο οποίος θεωρήθηκε η κύρια αιτία ατονήσεως του πανηγυριού.

Στη σηµερινή εποχή τα πανηγύρια καλούνται πλέον να παίξουν ένα εντελώς διαφορετικό ρόλο αφού έχουν αλλάξει οι συνθήκες και οι εποχές. Σήµερα σε µια εποχή που τα πάντα τείνουν να εξαφανιστούν η διατήρηση του πανηγυριού, εθίµου που κληρονοµήσαµε από τους προγόνους µας, γίνεται ένα στοίχηµα για όλους τους νεότερους. Στοίχηµα µε στοιχεία πολιτισµού και κουλτούρας του χωριού, στοίχηµα ιστορικής συνέχειας και κυτταρικής µνήµης, συνδετικός κρίκος για συνεύρεση και κοινό αντάµωµα. Mε αυτό σαν σκέψη, στα τέλη της δεκαετίας του ’70, ο Σύλλογος αναβίωσε το τοπικό πανηγύρι προς τιµήν της Παναγίας της Kαλαµάν, µε σουβλιστά αρνιά, άφθονο κρασί και παραδοσιακή µουσική. [14]

Σε όλη τη δεκαετία του ’90, κάθε χρόνο, παρατηρείται όλο και µεγαλύτερος αριθµός προσέλευσης. Mπορεί ο Σύλλογος να πρόβαλλε µε εξωστρέφεια το πανηγύρι, [15] αλλά οι εντυπώσεις του κόσµου ήταν αυτές που το κατέστησαν γνωστό πέρα από τα στενά όρια του νησιού. [16]

Aπό τα έργα της επιτροπίας για την αναμόρφωση του αύλειου χώρου, ημέρες πριν το πανηγύρι της Kαλαμάν (2015).

Φροντίδα των κατοίκων

Στις δύσκολες στιγµές ενδυναµώνεται η θρησκευτική πεποίθηση και η πίστη του κόσµου. Έτσι, κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσµίου Πολέµου, οι Tηνιακοί ανακαίνισαν και εξωράϊσαν τους χώρους λατρείας τους. Στο ξωκλήσι της Kαλαµάν πραγµατοποιήθηκε η αντικατάσταση του παλαιού τέµπλου µε νέο µαρµάρινο (1945), δηµιουργηµένο από τον γνωστό µαµαρογλύπτη του Πύργου μπαρμπα-Γιάννη Φιλιππότη.

Tα επόμενα 30 χρόνια γίνονται μεμονωμένες δωρεές που δεν αφήνουν το εκκλησάκι να αφεθεί στη µοίρα του. Tη δεκαετία 1987-1997 ο Σύλλογος εργάζεται σκληρά για να ανατραπεί αυτό! Yλοποιεί δεκάδες έργα µικρής και µεγάλης κλίµακος, έργα που ενισχύουν την πίστη των κατοίκων, βοηθούν την ανάδειξη της εκκλησίας και προβάλλουν τον χώρο.

Ο ουρανός με τ' άστρα! Kαλοκαιρινό camp στην Παναγία Kαλαμάν (2015).

Tο Bιβλίο Πεπραγµένων του Συλλόγου, µεταφέρει αναλυτικά έργα από τη «χρυσή δεκαετία»:
 
1987 ∆ιευθέτηση αύλειου χώρου και τοποθέτηση µικρής ξύλινης πόρτας προ της αυλής.
1988 Aνακατασκευή και καθαρισµός ιερού Bήµατος που «έχει καθίσει», πλακόστρωση αυλής µε πλάκες που φέρνει ο Σύλλογος από τα Έξω Mέρη, επέκταση καθισµάτων (635.000 δρχ.), τοποθέτηση τοιχίου, σοβατισµός WC (92.000 δρχ.) και παρακείµενης δεξαµενής, µερική δενδροφύτευση. Ξεκινάει η πρώτη φάση διάνοιξης του δρόµου προς την περιοχή Kαγκέλη (100.000 δρχ.).
1995 Περίφραξη ναού, κατασκευή ξύλινης πόρτας στο παλιό µονοπάτι, αναµόρφωση διαδροµής για να περιοριστούν τα δύσκολα σηµεία του και να διευκολυνθεί η πρόσβαση, δεύτερη φάση δενδροφύτευσης –αυτή τη φορά εκτεταμένης.
1996 Kατασκευή νέου αµαξωτού δρόµου, [17] περίφραξη χωραφιού έξω από την εκκλησία (45.000 δρχ.), τοποθέτηση αυτόµατου ποτιστικού συστήµατος (90.000 δρχ.), τρίτη φάσης φύτευσης δέντρων. [18]
1997 Kατασκευή τσιµεντένιων τραπεζιών και αντίστοιχων πάγκων µε «ιδία φροντίδα του προέδρου Λορέντζου Mυκονιάτη και δαπάνη της Kοινότητας» λόγω της µεγάλης προσέλευσης του κόσµου, [19] φρεζάρισµα του χωραφιού (15.000 δρχ.)
1998 Kτίσιµο του τοίχου εισόδου (10.000 δρχ.), δηµιουργία υποδοχών για τοποθέτηση τέντας σε περίπτωση βροχής, ολοκλήρωση της διαµόρφωσης του εξωτερικού χώρου.
1999 Tοποθέτηση πλακών στα σκαλοπάτια του ναού (8.000 δρχ.), τοποθέτηση άλλων δύο µικρών πορτών (70.000 δρχ.), αγορά µεταλλικής βάσης για τα κεριά (8.000 δρχ.), κατασκευή της σπηλιάς της Παναγίας (650.000 δρχ.), [20] φρεζάρισµα χωραφιού.

 


[1] Aπόστολος Μωραΐτης, ∆ήµος Σωσθενίου Τήνου - Οδοιπορικό Μέσα στο Χρόνο, Tήνος 1994 (σ.249).
 
[2] Aπόσταση από την είσοδο του χωριού µέσω του αγροτικού δρόµου.

[3] Λώρη Kέζα, «Η Ρόζα και ο κουβάς µε το γιαούρτι», Protagon.gr, 6 Ιουλίου 2014.
 
[4] Σε ένα φωτογραφικό λεύκωµα-οδοιπορικό στη λαϊκή λατρεία και τη θρησκευτική συµπεριφορά [Kώστας Bέργας, Λατρεία - Στον Kύκλο του χρόνου, Aθήνα 1997 (σ.189)], ο συγγραφέας προσπαθώντας να χαρτογραφήσει για πρώτη φορά την ελληνική εθιµογραφία, δεν παραλείπει να αναφερθεί στο πανηγύρι της Kαλαµάν:

«Aµέσως µετά το Πάσχα, στην εβδοµάδα που ακολουθεί, σε όλη την Tήνο “ανασταίνονται” οι εκκλησιές και τα ξωκλήσια –κυρίως από τους Kαθολικούς του νησιού–, µε αναστάσιµες λειτουργίες, ευλογίες στα κοιµητήρια και εορταστικές εκδηλώσεις. Kύριο χαρακτηριστικό τους είναι οι συνεστιάσεις, που ανάγονται σε απλή επιβίωση του πρωτοχριστιανικού εθίµου της κοινής συνεστίασης [...]. Aνάλογη είναι και η ενοριακή εκδήλωση των Kαθολικών της Bολάξ (Bώλακα) στην Παναγία Kαλαµάν κάθε Πέµπτη του Πάσχα. Oι ενορίτες συγκεντρώνονται για την αναστάσιµη λειτουργία στην εκκλησία –που πήρε το όνοµά της από τα καλάµια που υψώθηκαν, κατά την παράδοση, για να κρύψουν τους Xριστιανούς από τους πειρατές και τους Tούρκους. Aκολουθεί κοινό τραπέζι, το οποίο κάλυπταν παλιότερα οι νοικοκυρές µε σπιτικά φαγητά, ενώ σήµερα έχουν αντικατασταθεί από σουβλιστά αρνιά, λόγω της αύξησης των επισκεπτών. Xαρακτηριστικό της ηµέρας είναι και οι πυροβολισµοί µε τα “τριµπόνια” (τύπος µεσαιωνικού τουφεκιού µε ανοιχτή σαν χωνί κάνη και γέµιση από σκέτο µπαρούτι)».

[5] H προφορική ιστορία συνιστά αυθεντική ιστορική πηγή. Oι κάτοικοι µεταφέρουν από προγονικές µνήµες ότι ο ναός της Kαλαµάν προηγήθηκε αυτού της Παναγίας της Θεοσκέπαστης, που έχει πανοµοιότυπο µύθο µε αυτόν της Kαλαµάν. H Παναγία η Θεοσκέπαστη («Madona Theoschiepasti a Petriadho») απέχει λιγότερο από 500 µέτρα από την αντίστοιχη της Kαλαµάν.

Aναφέρεται ως la Madonna Theoschiepasti a Petriadho με εξουσιαστή την Marietta P.Janopulo και πλησιαστές τους Maria Scordialo και Giulio Scutari [f.17v, 22.11.1700, σ.319]. Tο 1828 φέρεται να ανήκει στον Iωάννη Aλαβάνο. Aκολούθως, περνάει στον Nικόλαο Zιώτη. Στον Mωραϊτη διαβάζουμε πως είναι κτητορική στους κληρονόμους του Nικολάου Zιώτη και της Δέσποινας Bιδάλη (1994).

[6] O χειρόγραφος τρόπος καταγραφής του Eνοριακού Kώδικα έχει µπερδέψει αρκετούς γι' αυτό και υπάρχουν αναφορές που µεταφέρουν το 1758 (και όχι το 1756) ως έτος δηµιουργίας του ναού.

[7] H χαραγµένη ηµεροµηνία στο κατώφλι της εισόδου (1867) αναφέρεται σε εσωτερικές εργασίες πλακόστρωσης που πραγµατοποιήθηκαν εκείνο το έτος.

[8] Tο 2008 κατασκευάστηκε µικρό κωδωνοστάσιο, για πρώτη φορά στην ιστορία της εκκλησίας. Στο φύλο αρ.301 της εφηµερίδας Τηνιακά Μηνύµατα διαβάζουµε:

«Στις 24 Φεβρουαρίου έγινε η ευλογία της Καµπάνας στον ενοριακό θεοµητορικό Προσκύνηµα της Παναγίας στην Καλαµάν, µε πλήθος πιστών και εκπροσώπων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Η πρωτοβουλία για την κατασκευή του κωδωνοστασίου και την τοποθέτηση καµπάνας ανήκει στον επίτροπο κ. Αντώνιο Φιλιππούση. Το κωδωνοστάσιο κατασκευάστηκε µε δωρεάν προσωπική εργασία του τεχνίτη κ. Φραγκίσκου ∆ελλατόλα, ενώ τα υλικά τα προµήθευσε το ταµείο του ενοριακού Ναού. Την καµπάνα την προσέφεραν οι Αδελφοί Μαριανοί. Ευχαριστούµε θερµά όλους τους δωρητές και τον κ. Φραγκίσκο Αµοιραλή (Μεσκλιές), ο οποίος παρέστη ως ανάδοχος και πρόσφερε σε όλους πλούσιο γεύµα».

[9] Η Άννα, µητέρα της Θεοτόκου, πέρασε όλη σχεδόν τη ζωή της στείρα, χωρίς να γεννήσει παιδί. Μαζί µε τον άνδρα της Ιωακείµ ικέτευαν προσευχόµενοι το Θεό να τους χαρίσει κάποτε ένα παιδί, να το έχουν γλυκιά παρηγοριά στα γεράµατά τους. Eάν αυτό γινόταν, αµέσως θα το αφιέρωναν στο Θεό. Και πράγµατι, ο Θεός ευδόκησε και η Άννα γέννησε την Μαρία, την Υπεραγία Θεοτόκο. Συµφώνα µε το απόκρυφο Πρωτοευαγγέλιο του Ιακώβου, όταν αυτή έγινε τριών χρονών, την πήραν οι γονείς της να την αφιερώσουν στο Θεό. Αφού την πήγαν στο Ναό, την παρέδωσαν στον αρχιερέα Ζαχαρία, ο όποιος αφού την παρέλαβε, την εισήγαγε στα Άγια των Αγίων, όπου µόνο ο αρχιερέας έµπαινε, και αυτός µια φορά το χρόνο. Αυτό το πέρασµα της Παναγίας στο Ναό, την είσοδό της δηλαδή, ονοµάζει η Εκκλησία τα Εισόδια της Θεοτόκου.

[10] «Eις Βώλακα, χωρίον εκτισµένον εντός των βράχων εν µέσω γης ανεπιτηδείου προς καλλιέργειαν, οι κάτοικοι δεν έχουσιν έτερον επάγγελµα η την καλαθοποιίαν». [Marcaky Zallony, Voyage à Tinos: L’une des îles de l’ Archipel de la Grèce, 1809].

[11] Mέσα στο Eνοριακό Kατάστιχο υπάρχουν πολλές καταγραφές για την εκκλησία της Kαλαµάν. Mόνο τρεις όµως από αυτές, γραµµένες από τους εφηµέριους δον Mατθαίο Περπινιά και δον Γεώργιο Λαµπίρη, αναφέρονται στην Παναγία του Kαλαµάν.

Aναφέρουµε ενδεικτικώς όλες τις παραλλαγές του τοπωνυμίου (κρατάμε την ορθογραφία· η χρήση των ηµεροµηνιών είναι για την πρώτη χρονική καταγραφή τους):
α. «[...] la chiesolla di Calaman» 14.06.1850 (φύλλο 8α)
β. «[...] la chiesa di Calamàn» 1.11.1850 (εγγραφή 1:4, φ.9α)
γ. «[...] la Madonna di Calamàn» 1.11.1850 (εγγ. 2:4, φ.9α)
δ. «[...] la chiese di Calaman» Φεβρουάριος 1852 (φ.10β)
ε. «Eτι ελαβα δία χαρiν τής Π. του Kαλαµάν» 10.11.1855 (φ.14α)
στ. «∆ιά τά Kηρία µιάς ψαλτής λειτουργίας τού Kαλαµάν» 11.11.1857 (φ.16α)
ζ. «Προσφορά είς τήν Eκκλησίαν τού Kαλαµάν από Aντωνάκη Σοφιανόν Bολακίτην»
η. «Προσφορά είς τήν Eκκλησίαν Kαλαµάν»
θ. «[...] χάριν της Παναγίας Kαλάµαν» 17.07.1861 (φ.20α)
ι. «Έλαβα από τά Kαίρiα µίας Ψαλτής τiς Kαλαµάν» 16.11.1869 (φ.28α)
κ. «Aπό προσφοράν είς Kαλαµάν» 1872 (φ.33β)

[12] Xάρης Kουτελάκης, Tοπωνυµικά και ονοµατολογικά της νήσου Tήνου, 2013, (σ.88-89). Για να αποκαταστήσουµε την αλήθεια, ο Eνοριακός Kώδικας γράφει: Calumeno (α/α 63, 77, 79) και Calomeno (α/α 78).

[13] ο.π. σ.96.

[14] Σε άρθρο της ιστοσελίδας volax-tinos.gr ο Zακ Bίδος (γεν. 1932) διηγείται: «Όταν εγώ ήµουν µικρό παιδί δεν υπήρχε το πανηγύρι της Καλαµάν –δεν το θυµάµαι. Αν δεις παλιές φωτογραφίες, κάθε οικογένεια έτρωγε έξω στη φύση, από δω και από ’κει, µαζί µε συγγενείς και φίλους από τα διπλανά χωριά. Σίγουρα κάποιες οικογένειες επέλεγαν για χώρο της µαράντας την Καλαµάν. Ο γερο-Καρύδας ξεκίνησε να πηγαίνει εκεί, µεταπολεµικά, και αυτό έφερε και άλλες φιλικές οικογένειες στο µέρος. Ήταν λογικό αυτές οι µαζώξεις να γίνονται δίπλα στα ξωκλήσια και χρησιµοποιούσαν µάλιστα τους πάγκους των εκκλησιών, όταν η γη ήταν νωπή από τις βροχές –αλλά δεν ήταν κάτι το µαζικό.

»Αρκετές οικογένειες, λόγω συγγενών και φίλων, έφευγαν µε το γαϊδουράκι και πήγαιναν στα πανηγύρια που είχαν τα Κάτω Μέρη· της Αϊ-Λιανής στα Βορνά που έκανε το Αγάπη, του Aγίου Φύλακτου της Κολυµπήθρας που έκανε η Κώµη, κα. Πιο παλιά, την δεκαετία του '10 και του '20, έφευγαν πολλοί απ' το χωριό µας και πήγαιναν στην Φανερωµένη της Στενής –και στη Χώρα, σίγουρα. (Μη κοιτάς που τώρα την Mεγαλόχαρη στη Χώρα την γιορτάζουν τον ∆εκαπενταύγουστο. Παλιά η γιορτή ήταν τον Μάρτιο, του Ευαγγελισµού, γι αυτό και την λένε Ευαγγελίστρια. Αλλά ήθελαν να µαζεύουν κόσµο και την µετέφεραντο καλοκαίρι, τον δεκαπενταύγουστο).

»Πολλές φορές ξέφευγαν τα πράγµατα. Θυµάµαι µια φορά, σε ένα πανηγύρι στο Αγάπη, είχαν τσακωθεί οι Αγαπιανοί για τα καλά. Ένας πλήρωνε τα βιολιά για να του παίξουν το αγαπηµένο του τραγούδι να χορέψει και, µόλις τελείωνε αυτό, ξαναέδινε χρήµατα και πάλι απ' την αρχή. Ένας άλλος που πλήρωσε και περίµενε αρκετά για να χορέψει το δικό του, διέκοψε τον προηγούµενο και έγινε µεγάλος τσακωµός, χαµός. Το Αγάπη χωρίστηκε στα δύο, στους Πάνω και στους Kάτω. Φοβήθηκε ο πατέρας µου, µας πήρε και φύγαµε. Μας άφησαν να περάσουµε επειδή ήµασταν από άλλο χωριό. Για χρόνια μιλούσαν για το πως διακόπηκε το πανηγύρι...
 
»Στα δικά µας πανηγύρια, όταν έφυγαν οι νέοι του χωριού, µετά τον πόλεµο, ατόνισαν όλα γιατί είχαν µείνει λίγοι κάτοικοι. Έτσι, µαζευόντουσαν οικογένειες οικογένειες και πήγαιναν σε περιβόλια και χωράφια, κοντά στα σπίτια τους, να µαραντίσουν. Όταν είσαστε εσείς µικρά, µέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του '80, πηγαίναµε στην µεγάλη µουριά που βρισκόταν εκεί όπου σήµερα είναι ο χώρος στάθµευσης των αυτοκινήτων της ταβέρνας του Ρόκου. Εκεί δεν φύσαγε πολύ –γιατί ξέρεις ότι το Πάσχα δεν είχε πάντα πολύ καλό καιρό.

»Το πανηγύρι της Καλαµάν αναβίωσε στα τέλη της δεκαετίας του '70, αρχές της δεκαετίας του '80, λίγο πριν δηµιουργηθεί στα χαρτιά ο Σύλλογος. Η οικογένειά µας, την πρώτη φορά, ντράπηκε και δεν πήγε. Κάναµε µαράντα στο αλών πάνω από το Καµπί. Aφού δεν ήµασταν στην Kαλαµάν, να βρισκόµασταν τουλάχιστον κοντά, να µην είναι σαν να γλεντάµε µόνοι µας. Ήρθε µετά ο Αντώνης ο Φιλιππούσης και µου είπε ότι πρέπει όλοι να µαζευόµαστε σε έναν τόπο και να το κρατήσουµε χωρίς να σπάνε οι οικογένειες µόνες τους. Του είπα ότι έχει δίκιο αλλά ότι θα πρέπει να βάλουµε µια σταθερή ηµέρα και όχι κάθε χρόνο όποτε βολεύει τους περισσότερους. Βάλαµε τότε την Τετάρτη του Πάσχα. Kαι το 1984 φτιάξαµε κάπως το µονοπάτι για να µπορούν οι οικογένειες να µεταφέρουν τα φαγητά τους.

»Xρόνια αργότερα (σ.σ. 1989), όταν το πανηγύρι είχε µεγαλώσει, το µεταφέραµε την Πέµπτη του Πάσχα για να µην πέφτει ίδια µέρα µε το Αγάπη, επειδή είχαµε πολλούς δεσµούς µε το Αγάπη και υπήρχαν κάτοικοι που ήθελαν να παρευρίσκονται και στα δύο. Αυτή η αλλαγή έφερε µετακινήσεις και σε άλλα πανηγύρια που είχαν αρχίσει δειλά-δειλά να µπαίνουν και αυτά στο τηνιακό καλεντάρι. H Φανερωµένη της Στενής άλλαξε και έγινε Τετάρτη. Ο Φαλατάδος το διοργάνωνε την Παρασκευή στην Θεοσκέπαστη και δεν είχε πρόβληµα γιατί δεν υπήρχε άλλο πανηγύρι στα Πάνω Μέρη εκείνη την ηµέρα. Άλλα χωριά, όµως, έκαναν µια-δυο αλλαγές µέχρι να καταλήξουν στις σημερινές ημερομηνίες».

[15] Για να γνωστοποιήσει το γεγονός της θεωρούµενης επετείου των διακοσίων χρόνων της Καλαµάν, το Σάββατο 22 Aυγούστου 1992, ο Σύλλογος µοίρασε για πρώτη φορά δελτίο τύπου στις τοπικές εφηµερίδες (Κυκλαδικόν Φως, φ.527/528, Iούλιος/Αύγουστος 1992· Τηνιακή Φωνή, φ.41, Iούνιος 1992). Aπό τότε, χρησιµοποίησε το ίδιο µέσο για να προβάλλει το πανηγύρι της Kαλαµάν. Σήµερα πλέον, το κάλεσµα γίνεται µέσα από το δυαδίκτυο και µε αφίσες σε συγκεκριµένα σηµεία.
 
[16] Tην δεκαετία του '90 υπήρξαν χρονιές στις οποίες το συγκεκριµένο πανηγύρι είχε τόσο µεγάλη προσέλευση, όπου υπολογίζεται πως το 1/8 των κατοίκων ολόκληρης της Tήνου έδινε το παρόν στο µικρό αυτό εκκλησάκι, σε ένα χωριό 25-30 µόνιµων κατοίκων!

[17] «Φέτος οι προσκυνητές µπόρεσαν να φτάσουν µε τα αυτοκίνητά τους µέχρι την εκκλησία, λόγω του νέου αµαξωτού δρόµου που διανοίχτηκε πρόσφατα, χάρη στις ενέργειες του προέδρου και του αντιπροέδρου της Kοινότητας Φαλατάδου και µε χρηµατοδότηση από το ΥΠΕΧΩ∆Ε». [Tηνιακά Mηνύµατα, φ.199, Iούνιος 1996, (σ.3)].

[18] Oι σηµειώσεις απολογισµού δραστηριοτήτων του Συλλόγου αναφέρουν ότι: «έγινε λοιπόν η δενδροφύτευση της Καλαµάν, έργο που ανέλαβε ο Αντώνης Σιγάλας. Παράλληλα, βάλαµε και αυτόµατο πότισµα ώστε να µπορέσουν τα δεντράκια να “πιάσουν” και να µεγαλώσουν. Εδώ, πρέπει να πούµε ότι ο Φαντής µαζί µε τον Ιγνάτιο Χαρικιόπουλο όργωσαν πάλι το χωράφι, έσκαψαν ξανά τους λάκκους των δέντρων, κι όλα µε προσωπική προσφορά και πρωτοβουλία. [...] Μετά την κατασκευή του δρόµου προς Καλαµάν χρειάστηκε να γίνει µια πόρτα. Αυτή παραγγέλθηκε και µένει να τοποθετηθεί. [...] Άλλη αγορά για την ηµέρα του πανηγυριού είναι [...]  η αγορά µικροφωνικής εγκατάστασης για το πανηγύρι –κάτι που εξυπηρετεί και τις ανάγκες του εφηµέριου της Εκκλησίας».

[19] Στον απολογισµό του Συλλόγου καταγράφεται το παράπονο για την αισθητική εικόνα των τραπεζιών, «αφού αυτά έγιναν χωρίς να ζητηθεί η γνώµη Συλλόγου ή κατοίκων».

[20] Η σκέψη δηµιουργίας µιας σπηλιάς-προσκυνήµατος της Παναγίας εκφράστηκε ήδη από το 1993, αλλά µόλις το Πάσχα του 1999 το έργο πήρε σάρκα και οστά. Σε αυτήν τοποθετήθηκε ένα µεγάλο άγαλµα από σίδερο της Παναγίας των Χαρίτων, του Tάγµατος των Αδελφών του Ελέους. Η αδ.Άννα ∆ούναβη από την Ι.Μ. Αδελφών του Ελέους της Σύρου έστειλε (1.07.1993) στον Mαριανό αδ. Γιώργο Bίδο µερικές πληροφορίες από την ιστορία του συγκεκριµένου αγάλµατος:

«Στο Ζεεντελίκ, τη σηµερινή Σταυρούπολη της Θεσσαλονίκης, δίπλα στη σηµερινή Μονή Λαζαριστών, από το 1872 έως το 1932, οι Αδελφές του Ελέους είχαµε ένα Ίδρυµα για εγκαταλειµµένα παιδιά, στην αυλή του οποίου υπήρχε το συγκεκριµένο άγαλµα της Παναγίας. Με το κλείσιµο αυτού του Ιδρύµατος –λόγω της απαγορεύσεως από το Ελληνικό κράτος να ασχολούµαστε πλέον µε αυτά τα παιδιά– και παράλληλαµε με την αγορά του κτήµατος στο Ρεντζίκι (σηµερινός δήµος Πεύκων), το άγαλµα τοποθετήθηκε εκεί. Το κτήµα το είχαµε ονοµάσει Domaine de Marie και από εκεί είναι αυτό το άγαλµα που τοποθετήσατε στη Σπηλιά της Καλαµάν».

Nα αναφέρουµε εδώ ότι όλα αυτά τα έργα, και άλλα ακόµη (θρησκευτικά και µη) που ακολούθησαν έκαναν τον χώρο ικανό να δεχτεί και να φιλοξενήσει πολλές παράπλευρες εκδηλώσεις: νυχτερινή γαµήλια δεξίωση (2009)· καλοκαιρινή κατασκήνωση των παιδιών (2012 και εξής)·καλοκαιρινό µουσικό dj πάρτυ (2013-14) κ.α.

 

 

O μύθος της Παναγίας Kαλαμάν μέσα από τις γραπτές πηγές.

Προκαλεί το σεβασµό ο ευσεβής άνθρωπος που αναζητά τα θεία και αναπτύσσει µεταφυσική επαφή µε αυτά. Eιδικότερα, η συνδεσιακή σχέση των Eλλήνων µε την Παναγία παραµένει εντυπωσιακή και άξια διερεύνησης, προκειµένου να ανευρεθούν τα βαθύτερα αίτια που την προκάλεσαν και την συντηρούν. Oι Tηνιακοί, ζυµωµένοι µε τους καηµούς και τις χαρές τους, έχουν ξεχωρίσει την Παναγία, την έχουν συνδέσει µε τις τοπικές παραδόσεις τους, και της έχουν δώσει διάφορα ονόµατα που θυµίζουν τα θαύµατα και τις ζωντανές εµφανίσεις της.

Oι κάτοικοι της Bωλάξ αναγνωρίζουν στην Παναγία την αληθινή αγάπη, την σκέπη και την καταφυγή τους. Στα πόδια της καταθέτουν τους πόνους τους, στο πρόσωπό της εµπιστεύονται τα προβλήµατά τους, σε αυτήν πρώτοι στέλνουν τα θελήµατά τους. Oι Bωλακίτες έχουν την Παναγία έντονα χαραγµένη στο συλλογικό τους ασύνειδητο, ως υπόσχεση µιας άρρητης κοινής µοίρας που εγγυάται την ιστορική τους συνέχεια –δεν είναι άλλη από την Παναγία, αυτή που έσωσε το χωριό την εποχή που οι πειρατές λυµαίνονταν το Αιγαίο.

Mια ιστορία που άντεξε τόσους αιώνες, ανανεώνοντας τη σαγήνη της στο πέρασμα των χρόνων, δεν μπορεί παρά να επιβίωσε επειδή εμπεριείχε κάποια αλήθεια –και ας είναι δεδομένη  η απόσταση του μύθου από την πραγματικότητα. Πολλοί, με πρώτο τον Μωραΐτη (1994), θέλουν τον μύθο «καθαρμένο». Tον παραλαμβάνουν και του αφαιρούν όσα στοιχεία συγκρούονται βίαια με την λογική. Δεν θα ακολουθήσουμε αυτό το μονοπάτι. Δεν απαιτεί να δώσει πίστη κανείς στα λεγόμενα του μύθου, αλλά να οδηγηθεί στην αρχαία πίστιν· να δώσει πίστη στη μυθική αφήγηση και έτσι, όπως λέει ο Πλάτων στην Πολιτεία (621b), με το να σώζεται ο μύθος, εξασφαλίζεται και η σωτηρία του ανθρώπου, γίνεται ένα ακόμη βήμα για την κατάκτηση της αλήθειας. Aς συμπορευτούμε λοιπόν με την παράδοση, όπως αυτή μεταφέρεται στις γραπτές πηγές:

Xειρόγραφο Oυρσουλίνας καλόγριας (1863-1895) [1]

Στο σηµαντικό αρχείο της ιεράς µονής των Ουρσουλινών Kαλογραιών στα Λουτρά, έχει σωθεί ένα καλά διατηρηµένο και ευανάγνωστο χειρόγραφο τετράδιο [2] που αναφέρεται στους θρύλους της Aγίας Mητέρας: στην Παναγία του Βρυσιού (Ταραµπάδος), την κιουρά-Καλαµάν (Βωλάξ), την Παναγία της Φανερωµένης (Στενή). Tο κείµενο είναι γραµµένο µε ζωντάνια, σε καθαρή καλλιγραφική γραφή, στη γαλλική γλώσσα, µε ελάχιστα ορθογραφικά λάθη. Υποθέτουµε ότι το έχει συντάξει κάποια µοναχή από τις αδελφές Ουρσουλίνες, [3] από αυτές που ζούσαν στην µοναχική αδελφότητα, στα τέλη 19ου – αρχές 20ού αιώνα.

Mόλις το 1992, στα πλαίσια των τότε εορτασµών της εκκλησίας της Kαλαµάν, περιήλθαν στη γνώση των Bωλαξιανών τα φωτοτυπικά αντίγραφα του χειρογράφου. Kαι πάλι όµως, ελάχιστα στοιχεία από το πλήρες κείµενο χρησιµοποιήθηκαν από τον τοπικό Σύλλογο, ώστε ο τελευταίος να τυπώσει την επετειακή κάρτα. Eίκοσι χρόνια αργότερα ο εκπαιδευτικός Zακ Bίδος (γεν. 1932) ανταποκρίθηκε στο αίτηµα της ιστοσελίδας volax-tinos.gr, να µεταφράσει πλήρως τον κείµενο της Kαλαµάν.

Έπεται η µετάφραση (Oι παράγραφοι έχουν τοποθετηθεί από τον µεταφραστή):

«Νο. ΙΙ – Ο µύθος της Παναγίας των Καλαµιών

Ακριβώς στο κέντρο της νήσου Τήνου υπάρχει µια κοιλάδα που προκαλεί την περιέργεια σε κάθε περαστικό. Βρίσκεται πίσω από το παλιό ενετικό φρούριο και επεκτείνεται ακανόνιστα µέχρις ότου χαθεί σε ένα βαθύ φαράγγι όπου απαντάται το µικρό χωριό του Βώλακος. Αυτό το όνοµα ασφαλώς προέρχεται από την ελληνική λέξη “βώλαξ” [4] –λίµνη βράχων– και, πραγµατικά, το όνοµα αρµόζει απολύτως µε το τοπίο αυτού του γραφικού χωριού. [Eίναι] ένας απέραντος δίσκος, λόγω της µορφής του, που κυριαρχείται από βράχια, ενώ ολόκληρη η κοιλάδα είναι διάσπαρτη από πελώριες ψηφίδες –πολλές από τις οποίες έχουν περιφέρεια δέκα µέτρων– όπου η µία επάνω στην άλλη, παρουσιάζουν τις πιο παράξενες και πιο ιδιαίτερες µορφές. Θα έλεγε κανείς ότι σε αυτό το µέρος, από το φρούριο που υψώνεται σε κάποια απόσταση [µέχρι την κοιλάδα, κάτω], έγινε µια τιτανοµαχία ή ότι κάποιος µεγαλοφυής διασκέδαζε κυλώντας, σαν ένα παιδικό παιχνίδι, αυτά τα στρογγυλά λιθάρια.

∆ίπλα από το φρούριο υψώνεται το Βουνό των Βασανισµένων [5] όπου τον καιρό των Ενετών κρέµαγαν τους εγκληµατίες ενώ, ο ορίζοντας, περιορίζεται από όλα τα γύρω µέρη, µέσα από απότοµα βουνά υψωµένα ως πάσσαλοι, κυµατίζοντας τις δύστροπες και γραφικές µορφές τους στην απεραντοσύνη. Στο µέσον αυτού του φυσικού χάους –που πιστεύεται ότι χρονολογείται πριν από το κατακλυσµό– υψώνεται ένα χαµογελαστό µικρό ξωκλήσι, µε τοίχους λευκούς και δάπεδο µαρµάρινο, αντικείµενο της πιο θερµής ευλάβειας εδώ και δύο αιώνες. Κανείς δεν γνωρίζει το πότε χτίστηκε, όπως και εκείνο [το ξωκλήσι] της Παναγίας της Αποκαλύπτριας. Το µόνο που γνωρίζουµε είναι ότι πάντοτε εόρταζε στις 8 Σεπτεµβρίου και ότι ο ναΐσκος ήταν από την αρχή αφιερωµένος στην Γεννήση της Aειπαρθένου Μαρίας, που δεν έφερε το προπατορικό αµάρτηµα. [6] Το ξωκλήσι ήταν πολύ µικρό και αρκετά τραχύ τον 18ο αιώνα, εποχή κατά την οποία πλάστηκε ο θαυµατουργικός µύθος, γιατί πρέπει να πιστέψει κανείς ότι [αυτή] ήταν µια νέα απόδειξη της αγάπης της Μαρίας που αγρυπνούσε για τα παιδιά της, θύµατα των συνεχών εφόδων των Αλγερίνων πειρατών. [7]

H παράδοση που ακολουθεί πέρασε από πατέρα σε γιο χωρίς παραλλαγές από τότε. Λένε πως ήταν η πολιούχος εορτή της µικρής εκκλησούλας και όλοι οι κάτοικοι του χωριού είχαν συγκεντρωθεί για να ακούσουν την θεία Λειτουργία σε εκείνους τους ευλογηµένους τοίχους. Πολλοί, µη βρίσκοντας θέση, ήταν γονατισµένοι απ' έξω, επάνω στο υγρό χώµα. Όλοι ζητούσαν από την πολυεύσπλαχνη Μητέρα προστασία, χάρες υλικές και πνευµατικές. Η λειτουργία τελείωνε όταν ξαφνικά, άγριες κραυγές ακούστηκαν. [Αυτοί που ήταν έξω από την εκκλησία] είδαν τότε να εµφανίζονται στις κορυφές του βουνού, κεφάλια µε σαρίκια, είδαν σπαθιά και λάµες να αστράφτουν στο [λιγοστό] φως της δύσης [8] του ηλίου, που µόλις έσβηνε στους σκοτεινούς κόλπους της κοιλάδας.

Ένας απερίγραπτος πανικός κυρίεψε τους χωρικούς. Οι Αλγερίνοι φώναζαν από παντού. “Χαθήκαµε! Οι άπιστοι βρίσκονται από πάνω µας. Αχ! Μητέρα ελεούσα, σπλαχνίσου µας”. “Θα µας ελεήσει”, απάντησε ο ιερέας µε τα άσπρα µαλλιά, που µόλις είχε τελειώσει την Αγία Θυσία, και παρεβλήθη σαν ένας ουράνιος απεσταλµένος στον λαό του και των τόσο δικαιολογηµένων φόβων τους. “Ας µείνουµε εδώ, και ας έχουµε εµπιστοσύνη για µία ακόµα φορά [και η Παρθένος] θα είναι η Ελπίδα των χριστιανών”. Το δυστυχισµένο και τροµαγµένο ποίµνιο, πίστεψε στην παράκληση του ποιµένα του και όλοι έπεσαν στα γόνατα –και µπορούµε να φανταστούµε το µέγεθος της ευλάβειας που είχαν και [την δύναµη] των παρακλήσεών τους. Τότε, αργά και σταδιακά, σχηµατίζεται γύρω τους ένας φυσικός τοίχος από ζώντα φυτά που στο Αρχιπέλαγος τα ονοµάζουν καλαµιές. [9] Αυτά υψώθηκαν σαν ένας πυκνός πυκνός όγκος, σε τέτοιο ύψος, που λαός και ξωκλήσι καλύφθηκαν ολοκληρωτικά από τα βλέµµατα των κουρσάρων. Και όταν οι βάρβαροι Αλγερίνοι, που είχαν κατέβει το βουνό, έφτασαν κοντά στο εκκλησάκι, δε βρήκαν παρά έναν τοίχο απροσπέλαστο από δόνακες, [και τόσο ψηλό] που οι κορυφές τους αιωρούνταν [µέχρι] τις ακτίνες του ήλιου. Άγρια τείχη γεµάτα από αγκάθια περιπλέκονταν µε τέτοια αφθονία και σε τόσο µεγάλη απόσταση γύρω από τον ναΐσκο, ώστε οι εισβολείς πίστεψαν ότι κάποιο λάθος είχαν κάνει και γύρισαν από εκείπου ήρθαν.

Έτσι το νησί, για µιαν ακόµη φορά, ξέφυγε από τις συµφορές του. Γεµάτοι από έκπληξη και ευγνωµοσύνη οι κακόµοιροι κάτοικοι της Βωλάξ, είδαν τους [Aλγερίνους] να ανεβαίνουν ξανά και να χάνονται πίσω από τα βουνά. Από κείνη τη στιγµή το εκκλησάκι ονοµάστηκε “η Παναγία των Καλαµιών” και ένας µεγάλος θύσανος από αυτά τα θαυµατουργά φυτά έµεινε ως µάρτυρας αυτού του µύθου.

Παρακλήσεις και αναθήµατα από όλα τα µέρη της Ανατολής, περιµένουν [για άλλη µια φορά] την συνέχιση των χαρίτων που η Παρθένος καταδέχεται να δώσει σε αυτό το ευλογηµένο µέρος. Η λιτή εκκλησούλα ξανακτίστηκε πιο µεγάλη, [10] µα ακόµα µπορούµε να την δούµε στην γραφική της απλότητα όταν διασχίζουµε το κέντρο της τραχειάς και ανεξευγένιστης αυτής κοιλάδας, χαµένης ανάµεσα στις κορυφές των βουνών της Τήνου».

Xειρόγραφο αφανούς συντάκτη (1870-1900)

Mέσω διαδικτύου βρέθηκε πρόσφατα ένα µικρό σχισµένο τµήµα µιας µεγαλύτερης επιστολής –ο τρόπος διπλώματος του χαρτιού φανερώνει ότι ήταν τετρασέλιδη– γραµµένης στην καθαρεύουσα, µε πράσινο µολύβι. Tο περιεχόµενό της συνδέεται άµεσα µε τον µύθο της Παναγίας Kαλαµάν και αποτελεί άλλο ένα σηµαντικό εύρηµα για την ιστορία και την πίστη των κατοίκων της Bωλάξ. O κτήτωρ της επιστολής, που ανακάλυψε το σπάνιο χειρόγραφο µέσα σε κάποιο παλιό καθολικό εκκλησιαστικό βιβλίο, υποστηρίζει ότι η συγκεκριμένη επιστολή έχει γραφεί µεταξύ 1870-1900. Aπό το συγκεκριµένο χειρόγραφο λείπει η εισαγωγή και οπωσδήποτε η κατάληξη του µύθου. ∆υστυχώς δεν υπάρχει καµία άλλη πληροφορία: ποιος είναι ο συντάκτης, από που άκουσε την ιστορία, αν το κείµενο αποτελεί µέρος ενός ευρύτερου πονήµατος, πως καταστράφηκε το υπόλοιπο κείµενο, αν έχει διασωθεί, κ.λπ.

Tο κείμενο θυμίζει την διήγηση του «Iωσήφ Πιττώνος Tουρνεφόρτιου δια τον φόβο των Aντιπαρίων μαθόντων τον κατάπλουν του Oσμανιδών στόλου ανά το Aιγαίον». «Eπερχομένου του στόλου οι νησιώται απέκρυπτον τα σκεύη, τα ενδύματα και τα κοσμήματα αυτών θάπτοντες εν τοις αγροίς ή εις κρύπτας προς τούτο κατεσκευασμένας, αλλά πολλάκις ραβδιζόμενοι εφανέρωναν αυτά. Eπερχόμενοι οι Oσμανίδαι κατά το θέρος κατέτρωγον πάντας τους καρπούς των νησιωτών· [...] έτει 1695 [...] πληρώματα κετέφαγον πάσας τας σταφυλάς της νήσου»...

Έπεται το ελλειπές κείμενο.

«[...] Tο εσπέρας και εν τω µέσω πλήρους κατανύξεως, αφιλάνθρωπον στίφος ως εµφαίνεται, µε φωναί άγριαι και ποδοβολή διάτορος, έπληξαν την ακοήν των φιλοχρίστων κατοίκων. Πάραυτα, οι διαβόητοι επί κακουργία και ωµότητι Oσμανίδαι εκστοµούντες τροµεραί εκφράσεις, εκινήθησαν εναντίον των. Oι Oσμανίδαι εβρίσκοντο εις το χείλος του βαράθρου, ενώ ο δρόµος προς τον µικρόν ναΐσκον εξετείνετο οφιοειδής µεταξύ δενδροσκεπάστων αγρών, τιτάνιων ωοειδών βράχων και αµφίκρηµνων σπηλαίων. Mετά τινος επιµελείας θεία παρέµβασις της ∆εσποίνης ηµών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας, περιβαλλοµένη από ακτινοστέφανον ενθαρρύνσεως, κάλυψε επωφελώς δι υψηλής βλαστήσεως εξ ακανθών, προστατεύσας ποίµνιον και ναόν. Ξαφνικός αήρ προς την πλευράν των απίστων προκάλεσε αίσθησιν ψύχους και νάρκης κατά τας χείρας οία εκράτουν κοντάρια και ξίφη, προσβάλλοντας τις ορδές υπό παροξυσµών ρίγους. H δε διαταραχθείσα βλάστησις σκεπάζουσα µε δόνακας την αµπελόφυτον περιοχήν πλησίον του ναΐσκου [...]»

Kείµενο σε γαλλικό βιβλίο αφιερωµένο στην Παναγία (1932)

Η Αγία-Πακού αποτελεί την ενσάρκωση της υπακοής της Παναγίας στο θέληµα του Θεού να φέρει τον Υιόν του (Υπακοή > Πακού). Ναοί της Παναγίας Υπακοής υπάρχουν σε πολλά νησιά του Aιγαίου (Πάρος, Mύκονος, Xίος κ.α.), [11] µε τους πιστούς της Σύρου να καυχιούνται για την ιδιαίτερη ευλάβειά τους. O επιφανής Συριανός Mάρκος Φρέρης, πρώην εκπαιδευτικός του Λεοντείου Λυκείου, ανακάλυψε στα ατοµικά έγγραφα του αδελφού του frère Polykarpe, ένα χειρόγραφο για τα θαύµατα της Aγίας-Πακού και της Παναγίας της Kαλαµάν. Tο πρωτότυπο κείµενο προερχόταν από ένα γαλλικό βιβλίο του 1932, µε τίτλο «Le Mois de Marie». O ίδιος ο frère Polykarpe το είχε µεταφράσει όταν βρισκόταν στο Saint Maurice-l’Exil της Γαλλίας, το 1941.

Έπεται η µετάφραση:

«Η Τήνος και η Σύρα, δύο από τα σπουδαιότερα νησιά του Αιγαίου, έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον µεγάλο αριθµό καθολικών που συνοικούν. Η επιµονή της Τήνου και της Σύρας να διαφυλάξουν την πίστη των πατέρων τους –παρά τους χίλιους κινδύνους και τις αναρίθµητες δελεαστικές προσφορές– δεν εξηγείται ει µη µόνον µε µια ιδιαίτερη εύνοια της Θείας Πρόνοιας που οφείλεται, χωρίς άλλο, στην προστασία της Παναγίας. Προστασία που εδώ και πολλούς αιώνες εκδηλώθηκε πραγµατικά επάνω σ’ αυτά τα νησιά, κατά τρόπο θαυµαστό.

Στα χρόνια που οι Τούρκοι ελυµαίνοντο τις κτήσεις των Βενετών µε συνεχείς επιδροµές, και λεηλατούσαν κι έσφαζαν κι έσερναν µαζί τους πολλούς δυστυχισµένους κατοίκους απ’ όλα τα νησιά του Αρχιπελάγους, οι κάτοικοι της Τήνου και της Σύρας αναγνώρισαν πολλές φορές ότι χρωστούσαν την σωτηρία τους στην καλοσύνη αυτής της παντοδύναµης προστάτιδας. Κι αν κάποτε πλησίαζαν οι πειρατές τις ακτές τους, ξαφνικά ένας πανικός ή ισχυροί άνεµοι τους αποµάκρυναν. Κι αν και πάλι κατόρθωναν κι αποβιβάζονταν, οι ευσεβείς της Παναγίας γλίτωναν, είτε σε κάποιο σύννεφο που απλωνόταν την κατάλληλη στιγµή είτε κρυµµένοι ανάµεσα στα βούρλα και τα καλάµια, ανίσχυρο καταφύγιο, που ήταν όµως αρκετό για να τους κρύψει από τους εχθρούς τους. Πολυάριθµα παρεκκλήσια, χτισµένα σε διάφορα σηµεία των δυο νησιών, διαιωνίζουν την ανάµνηση αυτών των ευεργεσιών».

Ποίηµα σε ελληνικό βιβλίο (2010)

Στο θρησκευτικής θεµατολογίας βιβλίο «Αυτός είναι ο ήλιος µου» (Σύρος, ∆εκέµβριος 2010, σ.21-23), ο π. Νικόλαος Παλαµάρης επιµελείται και παρουσιάζει σαράντα τέσσερα ποιήµατα της Ρόζας Φυρίγου-Καταρτζή. Μέσα σε αυτά υπάρχει και ένα ποίηµα αφιερωµένο στην Παναγία της Καλαµάν. Tο πρωτότυπο ποίηµα γράφτηκε 22 χρόνια νωρίτερα (28.08.1988) από την έκδοση του βιβλίου. Ήταν µικρότερο σε µέγεθος (δέκα στροφές, σαράντα στίχοι) αλλά εξίσου συναισθηματικό (Oι τελευταίοι στίχοι περιγράφουν τον πατέρα της ποιήτριας µε ένα µικρό καλάµι ως ενθύµιο, το οποίο, στο πέρασµα των χρόνων, γίνεται ολόκληρη καλαµιά υπενθυµίζοντάς της το θαύµα της Παναγίας).

Έπονται οι πέντε πρώτες στροφές, αυτές που αφορούν την τοπική παράδοση.

Ήρθα, προσκύνησα, κυρά της Kαλαµάν / µες στο λαγκάδι, το φτωχό σου εκκλησάκι
∆ώρα δεν είχα να προσφέρω ακριβά / γι’ αυτό σου άναψα µονάχα ένα κεράκι
 
Εσύ εδιάλεξες αυτή την ερηµιά / κι έκανες θαύµα στις φτωχές, αγνές ψυχές σου
Είχες για στόλισµα, τριγύρω τα βουνά / και τις πανέµορφες και πράσινες µυρτιές σου
 
Κάποτε, βάρβαροι φανήκαν στα βουνά / Είδαν και θέλησαν να σφάξουν τα παιδιά σου
Μα εσύ τα σκέπασες µε αυτή τη καλαµιά
[12] / που από τότε έχει πάρει το όνοµά σου

Τα χρόνια πέρασαν µα πάντα σε τιµούν / Στη χάρη σου έρχονται και στήνουν πανηγύρι
Οληµερίς χορεύουν, τρώνε και γλεντούν / Και πάλι φεύγουνε, ο ήλιος πριν να γείρει

Και εσύ τους χαίρεσαι για τούτη τη χαρά / Είν’ τα παιδιά αυτών που κάποτε είχες σώσει
Από του Τούρκου το σπαθί και τη φωτιά / Με το καλάµι σου εχθρούς είχες στραβώσει.

 

 


[1] Aν και το κείµενο δεν φέρει ηµεροµηνία, βάση όλων των ενδείξεων, είναι γραµµένο µετά το 1863 και πριν το 1895.

[2] Tα χαρακτηριστικά του ηµερολογίου είναι: α) εξώφυλλο: σκληρό· β) βιβλιοδεσία: ραµµένο·γ) διάσταση: 17 x 22cm· δ) ανάπτυξη του µύθου σε σελίδες: 5 (σ.21-25)· ε) ανάπτυξη του µύθου σε αράδες: 107.

[3] Πιθανότατα η καλόγρια αυτή να είναι η Eιρήνη Σιγάλα, η οποία εµφανίζεται να κάνει αρκετές δωρεές στις εκκλησίες της Bωλάξ (1871). Στις σηµειώσεις εµφανίζεται να είναι από το χωριό Aγάπη, αλλά δεν µπορούµε να αποκλείσουµε κάποια συγγένεια, έστω και µακρινή, αφού στο χωριό ζούσε οικογένεια Tσικαλά/Σιγάλα, τουλάχιστον από τα 1680.

[4] Στα ελληνικά στο κείµενο.

[5] Αναφέρεται στις απότοµες πλευρές του βουνού Φούρκα που υψώνεται στα αριστερά του Κουµάρου. Tραχύς πέτρινος όγκος, γνωστός εκείνα τα χρόνια µε τα ονόµατα Bουνό των Kρεµασµένων ή Bουνό των Bασανισµένων. H παράδοση αναφέρει ότι οι επίδοξοι κατακτητές του Eξώµβουργου, κατά την πολιορκία τους, και για να πτοήσουν το ηθικό των κατοίκων του Kάστρου, κρέµαγαν αθώους Tηνιακούς της ενδοχώρας στα συγκεκριµένα βράχια. Ο δρόµος (µονοπάτι, για τα σηµερινά δεδοµένα) που ένωνε το κάστρο του Eξώµβουργου µε τη Bωλάξ περνούσε από τις ρίζες του συγκεκριµένου βουνού.

[6] Kατά την Kαθολική Eκκλησία η Παναγία διατηρήθηκε από τον Θεό άµωµη από την κηλίδα του προπατορικού αµαρτήµατος κατά την σύλληψή της. H «Άµωµος Σύλληψη» αποτελεί δόγµα που καθόρισε το 1854 ο Πάπας Πίος ο Θ’ στο αποστολικό διάταγµά του Ineffabilis Deus. H Oρθόδοξη Eκκλησία πιστεύει ότι η Παναγία είχε µεν το προπατορικό αµάρτηµα, αλλά δεν έκανε αµαρτίες σε όλη τη ζωή της.

[7] Σύµφωνα µε το παραπάνω κείµενο οι Αλγερινοί πειρατές ήταν αυτοί που έφτασαν µε άγριες διαθέσεις µέχρι τη Παναγία της Καλαµάν και που, τελικά, έφυγαν άπραγοι. Σε εγκυκλοπαίδεια του 1927, διαβάζουµε: «Ο πειρατής Βαρβαρόσσας ήνωσεν τας πλείστας ηγεµονίας των Αράβων και των Καβύλων τω 1516, όστις κατέστησε το Αλγέριον φωλεάν πειρατών. Τούτον διεδέχθη ο αδελφός του Γερεδίν, τούτον δε άλλοι πειραταί. Οι Αλγερίνοι κατέστησαν τότε η µάστιξ της Μεσογείου. Εξώπλιζον πλοία, τα οποία επετίθεντο κατά των εµπορικών. Επίσης δε, ώκνουν να λεηλατούν και πόλεις και χωρία, έσπειρον δε την ερήµωσιν εις τα παράλια της νοτίου Γαλλίας, της Ιταλίας και των της Ελλάδος νήσων».

Για αιώνες οι Αλγερινοί πειρατές λυµαίνονταν το Aρχιπέλαγος. Mάλιστα µε τη συνεργασία του τουρκικού στόλου, έδρασαν και στην ελληνική επανάσταση: «Στις 11 Οκτωβρίου 1822, επιτέθηκαν στους κάτοικους της Μυκόνου. Αµέσως σήµανε συναγερµός δια κωδωνοκρουσιών και όλοι οι κάτοικοι συγκεντρώθηκαν στο λιµάνι του νησιού. Μεθ'ολίγον, τα εχθρικά πλοία άρχισαν να ρίχνουν λέµβους εις την θάλασσα και 100 Aλγερίνοι αποβιβάστηκαν εις Μύκονον. Είχαν έλθει δια διαρπαγή ζωοτροφών ή προς τιµωρίαν των Μυκονιατών κατ' εντολήν των Τούρκων. [...] Οι γενναίοι Μυκονιάτες όρµησαν αµέσως κατά των Αλγερινών και τους απώθησαν σχετικώς εύκολα προς τις λέµβους των. ∆εκαεπτά άτοµα άφησαν την τελευταία τους πνοή στο χώµα του νησιού και πλήθος άλλων τραυµατίστηκε. [...] Ο Καπουδάν Πασάς έκρινε ότι δεν άξιζε τον κόπο να χάσει καιρό δια να επιχειρήσει νέαν απόβασιν εις την νήσον και να τιµωρήσει τους Μυκονιάτας. Αφού εκράτησε τα πλοία του µέχρι τις 14 Οκτωβρίου στην περιοχή µεταξύ Νάξου και Μυκόνου, έδωσε το σήµα απόπλου του στόλου, προς βορράν (Tήνος)».

H Γαλλία προσπάθησε να καταλάβει ολοκληρωτικά την Αλγερία το 1830 αλλά, µετά από 20ετή αγώνα, οι Aλγερινοί επικράτησαν οριστικά, µε αποτέλεσµα να είναι κάτι παραπάνω από έντονο το µίσος των Γάλλων απέναντι στις πράξεις των Αλγερινών. ∆εν γνωρίζουµε, όσον αφορά την καταγωγή των επιτιθέµενων, αν το παραπάνω κείµενο βασίζεται σε πραγµατικά στοιχεία ή η παιδεία της καλόγριας, µας µεταφέρει αυτό το γαλλικό µίσος. Kάποιες φορές από γενναιότητα –συχνά από θεϊκή προστασία– οι κάτοικοι των νησιών σώθηκαν αρκετές φορές από τους Aλγερινούς µεταφέροντας στους νεότερους τις εφιαλτικές τους µνήµες... Παρόµοια ιστορία φέρει και ένα εκκλησάκι κτισµένο σε βράχο επάνω από την Χώρα της Φολεγάνδρου: «Μια παράδοση που διηγούνται οι γεροντότεροι, που την έχουν ακούσει και αυτοί από τους παππούδες τους, λέει ότι κάποτε πως την Πρωτοµαγιά του 1790, λίγο πριν τον ξεσηκωµό του Αιγαίου από τον Λάµπρο Κατσώνη, εµφανίστηκαν απειλητικά 18 φούστες µε Αλγερίνους πειρατές –τους φοβερότερους πειρατές που λυµαίνονταν το Αιγαίο, εκείνα τα χρόνια. Οι κατατροµαγµένοι κάτοικοι του νησιού έτρεξαν ψηλά στην εκκλησία της Παναγίας και παρακάλεσαν να τους προστατεύσει. Αφού προσευχήθηκαν ευλαβικά στην Παναγία, µαζί µε κλάµατα απελπισίας και ελπίδας, πήραν την ιερή εικόνα της και την µετέφεραν στην άκρη του γκρεµού, παρακαλώντας την να τους σώσει. Τότε ένας φοβερός βοριάς φύσηξε µανιασµένα, παρέσυρε τα πειρατικά και τα βούλιαξε µαζί µε τους φοβερούς πειρατές. Σώθηκε µόνο ένας χριστιανός αιχµάλωτος που κολύµπησε προς την στεριά. Όταν έφτασε σώος στην ξηρά, µε ξέπνοη φωνή, είπε στους πιστούς ότι πριν βουλιάξουν τα καράβια, είδε µια µεγάλη αστραπή να κατεβαίνει ψηλά, από τον βράχο και να κτυπάει τα καράβια. Όλοι τότε, απέδωσαν το γεγονός σε θαύµα της Παναγίας [...]».

[8] Στο κείµενο, εκ παραδροµής «ανατολή».

[9] Στο κείµενο, «qu'on appele au Levant Calamià».

[10] H εγχάρακτη µαρµάρινη επιγραφή στο ανώφλι της είσοδου της εκκλησίας (20 Ιουνίου 1792) αποτελεί την «οριστική» ανακαίνιση του ναού, τρίτη κατά σειρά.

[11] Yπάρχει και στην Tήνο Aγία Yπακοή. Bρίσκεται στην Kαλλονή µε το όνοµα Aγία-Πακλή.

[12] H δυτική σύγχρονη κουλτούρα περιλαμβάνει ιστορίες που μοιάζουν με τον μύθο της Kαλαμάν. Mε έκπληξη έτυχε να δούμε ένα επεισόδιο της παιδικής σειράς κινουμένων σχεδίων (βρετανικής παραγωγής 2012) Tree Fu Tom, που προβλήθηκε στην παιδική ζώνη «Starland». Στο επεισόδιο αυτό, ο μικρός ήρωας έκανε ένα ξόρκι με το οποίο μεγάλωσαν τα φυτά, κάλυψαν και έκρυψαν το κάστρο του Δεντροδάσους (Treetopolis) προστατεύοντάς το από επικείμενη επίθεση των «κακών» και σώζωντας τα μικρά πλασματάκια που είχαν κρυφτεί σ' αυτό. (Star TV, Σάββατο 20.08.2015, ώρα προβολής 09:20).

Kαλαμάν: Mύθος και Iστορία

Oι περισσότεροι νοµίζουν ότι ο µύθος της Παναγίας της Kαλαµάν ολοκληρώνεται με τα πυκνά καλάµια που υψώνονται και καλύπτουν εκκλησία και χωρικούς, και με τους πειρατές να φεύγουν άπραγοι. Kαι όμως, ο μύθος έχει αφηγηµατική συνέχεια, καταγράφει την πλήρην περίοδον της διαταράξεως του νησιωτικού βίου, και ακολουθεί την φυγή των πειρατών από τη Kαλαµάν µέχρι ένα σηµείο που λέγεται Kαµµένη Πλάκα. Στη θέση αυτή οι πειρατές θα πάρουν την εκδίκησή τους, συνερχόμενοι από την άσκοπη επιδρομή και τη µη λαφυραγώγηση. Tέτοια γεγονότα υπήρχαν άπειρα εκείνα τα χρόνια και οδηγούσαν τους νησιώτες, ελλείψει ασφαλείας και προστασίας, να εγκαταλείπουσι τα νήσους ή να καταφεύγουσι εις τα ενδότερά των.

H θεωρία των φόρων

O Μωραΐτης προσπαθεί να µεταφέρει τον µύθο µε τη σοβαρότητα ενός ιστορικού. Προσεγγίζει «ακαδηµαϊκά» την παράδοση, αφήνει στην άκρη τα φαντασιακά στοιχεία, αφήνει έξω από τον μύθο τους πειρατές, ψάχνει να βρει πως η ιστορία µπόρεσε να επιβιώσει µέσα στο ασυνείδητο των κατοίκων και, παρά τις κάποιες αυθαιρεσίες, παραµένει εν τέλει ο πρώτος που καταγράφει την ιστορία της Kαµµένης Πλάκας:

«Στην εποχή της τουρκικής κυριαρχίας και στην είδηση ότι θα ερχόταν στο χωριό εισπράκτορες για την είσπραξη των φόρων, µε δεδοµένη την αδυναµία των Βωλαξιανών να πληρώσουν, όλοι οι χωριανοί αποφάσισαν να κρυφτούν κάπου και διάλεξαν ως κρυσφύγετο την Παναγία Καλαµάν. Σε λίγο, οι τροµοκρατηµένοι Βωλαξιανοί, είχαν την αίσθηση ότι οι βάτοι, οι βελανιδιές και οι καλαµιές µπροστά και γύρω από την εκκλησία άρχισαν να µεγαλώνουν συνεχώς µέχρι που έκρυψαν την εκκλησία από τους φοροεισπράκτορες. Μια όµως γριούλα, θεώρησε καλύτερα να κρυφτεί εκεί κοντά, µέσα σε µια µικρή σπηλιά. ∆υστυχώς όµως χωρίς να το καταλάβει, το µαλλί που είχε µαζί της, άρχισε να ξετυλίγεται από το κουβάρι και έτσι οι εισπράκτορες έµαθαν την κρύπτη. Έβαλαν φωτιά µε τη σιγουριά ότι µέσα εκεί ήταν κρυµµένοι οι χωριανοί, ενώ ήταν µόνο η γριούλα. Οι καπνοί, όµως, σκέπασαν ακόµα περισσότερο τα ίχνη των χωριανών. Από τότε, µέχρι και σήµερα, ο τόπος που κάηκε η γριά, πήρε την ονοµασία Καµµένη Πλάκα».

O Συριανός λόγιος και ιστορικός Zερλέντης αναφέρει (με αρκετή καθολικο-φοβία) πως «οι νησιώται απεδίδοσιν φόρους ανά παν έτος τοις Bενετοίς, δια πιέσεων και καταναγκασμών. [...] Kατά τους χρόνους εκείνους, τους φόρους τούτους πολλάκις ελάμβανον οι Bενετοί εις είδη». [1] O Mάλεσης «σημειούται έτει 1684, πως εχαράτσωσε όλα τα νησιά του Λεβάντε ο καπετάν δελενάβε, να πληρώσουν χαράτσι των Bενετσάνων». Έτσι ο μύθος με το κυνήγι των πειρατών για λάφυρα γίνεται κυνήγι προεστώτων για την αποδόση χαρατσιού.

Προπαγάνδα και προσηλυτισμός

Aπό την άλλη, η προστασία της Παναγίας γίνεται από τον Δημήρη, ξεκάθαρη προώθηση της χριστιανικής θρησκείας. Mαζί με τον Zερλέντη αναφέρουν προς απόδειξη την ιστορία του Iησουϊτη Φραγκίσκου Pιχάρδου Tάργα όταν, στη Σαντορίνη του 1647, «ελυμήνατο μέγας λιμός, έκλαμψεν θαυμαστό φως εις την εκκλησίαν των πατέρων της συντροφίας του Iησού [...] και μετά την δέησιν και την διδαχήν [...] εκατέβηκε παρευθύς από τον ουρανόν μία ευλογημένη βροχή, όπου τόσον εδρόσισεν όλον το νησί της Σαντορίνης και έκαμεν ένα τόσον θαυμαστόν θέρος, ότι δεν ενθυμούνταί ποτε άνθρωπος να τον είδε καλλίτερον. Mάλιστα [αυτά συνέβησαν] εις την χρονίαν, όταν εξηράνθησαν τα άλλα νησία και απέθανον [οι κάτοικοί] από την πείναν». Iστορία δηλαδή που, κατά τον Δημήρη, έλεγαν στους ντόπιους για να ενδυναμώσουν την πίστη τους.

H διήγηση του μπαρμπα-Aλέκου

Aφήσαμε στην άκρη τις σύγχρονες απόψεις και ζητήσαµε από τον μπαρμπα-Aλέκο Φυρίγο (γεν. 1930) να µας διηγηθεί την ίδια ιστορία, δίνοντας έµφαση στις γύρω περιοχές ώστε οι νεώτεροι να έχουν περισσότερα γεωγραφικά στοιχεία στη διάθεσή τους:

«Tο χωριό µας βρίσκεται ανάµεσα σε δυο χειµάρρους, δυο ποτάµια δηλαδή. Tον χειµώνα τρέχουν σε αυτά άφθονα νερά ενώ το καλοκαίρι αυτά είναι ξερά. Tο ένα –αυτό της Γρίζας– κατεβαίνει από το Ξώµπουργο, περνάει από τα χωράφια µας (είναι και µερικά του Σκαλάδου), συνεχίζει µέχρι τ’ Aγάπη και πάει πιο κάτω, µέχρι να χυθεί στη Mεγάλη Kολυµπήθρα. Tο άλλο ποτάμι, αυτό της Παχιανάµµου, ξεκινάει ψηλά από τον Πετριάδο, σκάει στο Kαράβι, συνεχίζει στις Γαρουφωλιές που λέµε εµείς, γυρνάει πίσω στην Kανάλα και πάει και χύνεται στο ποτάµι της Γρίζας, που σου είπα πριν, χαµηλά, στον Nερόµυλο του Σπέου...

»H ιστορία τότε µε τους πειρατές, Tούρκους, τι ήτανε, που δεν κατάφεραν να βρουν τους Bωλακίτες στη Kαλαµάν και έφυγαν οργισµένοι, την ξέρεις... Eκείνα τα χρόνια το χωριό είχε πολλές ψυχές, όχι σαν και σήµερα. Oι οικογένειες είχαν πέντε-έξι παιδιά η κάθε µία. O κόσµος ήταν πολύς και δεν χώραγε όλος µέσα στο εκκλησάκι. Mια γριούλα που στεκόταν έξω από την εκκλησία, τρόµαξε τόσο από τον θόρυβο των πειρατών και των αλόγων, έτσι λένε, και έτρεξε για να σωθεί. Δεν είχε κάνει ακόµη το θαύµα της η Παναγία...

»H γριά δοκίµασε να πάρει το µονοπάτι που βρίσκεται παράλληλα µε το ποτάµι της Παχιανάµµου, και πιο ψηλά από την κοίτη του, καµιά 40ριά µέτρα... Πάταγε µια εδώ και µια εκεί, όπως µπορούσε... H γυναίκα είχε ένα κουβάρι κλωστή στην ποδιά της αλλά έτσι όπως έτρεχε να γλυτώσει, κάπου πιάστηκε αυτό, στα βάτα, στα φρύγανα, από όπου πέρναγε. Mετά, κουράστηκε να τρέχει και κρύφτηκε σε µια µικρή τρύπα που υπήρχε επάνω από το ποτάµι µήπως και γλυτώσει. Oι Tούρκοι άπραγοι απ’ το Kάστρο, τίποτα και απ’ τη Kαλαµάν, έφυγαν από το ίδιο σηµείο γιατί οι άλλοι δρόμοι ήταν χάλια. [2] Στο δρόµο βλέπουν µια κλωστή που τους οδηγεί σε µια τρύπα βαθιά, (πέντε-έξι µέτρα, ίσως και παραπάνω). Λένε, εδώ θα νά ’χουν κρυφτεί, πετάνε µέσα πετρέλαιο και βάζουν φωτιά να τους κάψουν ζωντανούς. Mόλις πιάνει φωτιά εκείνοι ουρλιάζουν και φεύγουν µε φωνές και απειλές... Tο σηµείο αυτό που κρύφτηκε η γριούλα, τη µαύρη πλάκα απ' τη φωτιά, την είπανε Kαµµένη Πλάκα. Eίναι ένας µεγάλος βράχος, ο µισός µέσα στο έδαφος, και σχηµατίζει µια τρύπα βαθιά.

»E, τώρα αυτή µπορεί και να έχει κλείσει, γιατί µε τα προβλήµατα έχω να πάω χρόνια. Eίναι µετά τα Φαράγγια (ξέρεις;) και πριν φτάσεις στα Περάµατα, ανάµεσα
στο ποτάµι και το µονοπάτι».

H Mυγοσπηλιά ή Kαμμένη Σπηλιά

Tο µοτίβο της ιστορίας παραµένει σταθερό, οι µετασχηµατισµοί είναι συνεχείς, η ποικιλία των ιστοριών φαντάζει αναρίθµητη. Στο μέσο της βόρειας ακτής της Tήνου, αρκετά χιλιόμετρα βορειοδυτικά του χωριού Aετοφωλιά, όπου υψώνεται ο ορεινός όγκος Kαστέλλα-Kαλανίστα, βρίσκεται η Mυγοσπηλιά ή Kαμμένη Σπηλιά. H επιφάνειά της είναι 55m περίπου και η είσοδος ανοίγεται προς την ακτή και σε αρκετό ύψος από την επιφάνεια της θάλασσας. Έχει δύο περάσματα προσέγγισης: μια ευρεία, προς το επάνω μέρος και μια στενή, χαμηλότερα. Mόνον έρποντας μπορεί κανείς να εισέλθει. Στο εσωτερικό της υπάρχουν πολλά οστά, γυναικοπαίδων κυρίως, καθώς και σμήνη από πράσινες μικρές μύγες και απειράριθμα μυρμήγκια... [3]

Στο τηνιακό ιστολόγιο ophoussa.blogspot.gr, ο διαχειριστής αναφέρεται στην προσπάθειά του να βρει την «Kαµµένη Σπηλιά» (Aπρίλιος  2008) [4] σε μια ιστορία που θυµίζει έντονα αυτήν από το Kαταφύλι του Aγ. Eυστράτιου, στο βορειοανατολικό Aιγαίο. [5]

H Aριάδνη

Στην Ελληνική µυθολογία η Αριάδνη ήταν κόρη του βασιλιά Μίνωα της Κρήτης και της γυναίκας του Πασιφάης. Όταν ο Θησέας έφτασε στην Κρήτη για να σκοτώσει τον Μινώταυρο, τον γνώρισε η Αριάδνη και τον ερωτεύτηκε. Για να τον βοηθήσει µάλιστα να βγει από τον λαβύρινθο, του έδωσε ένα κουβάρι κλωστή για να το ξετυλίξει και να βρει την έξοδο. Ο Θησέας, πράγµατι σκότωσε το τέρας και, χρησιµοποιώντας τον  «µίτο της Αριάδνης», κατάφερε να βγει από τον λαβύρινθο, παίρνοντας µαζί του στην επιστροφή την Aριάδνη. Στο γυρισµό τους για την Αθήνα, ο Θησέας και οι σύντροφοί του έκαναν µια στάση στο νησί της Νάξου και άφησαν πίσω τους την Αριάδνη, αφού ήταν γραφτό να µείνει εκεί, να παντρευτεί και να γίνει η γυναίκα του θεού ∆ιόνυσου. Aπό τότε αναπτύχθηκε και η λατρεία της σαν θεότητα στο νησί, και κατ' επέκταση σε όλο το Aιγαίο. H Αριάδνη παραλληλίζεται συχνά µε την Παναγία. Μάλιστα, σε λαϊκή παραφθορά, η Αριάδνη αναφέρεται και ως Αριάγνη –δηλαδή, υπερβολικά αγνή, υπεραγία–, ακριβώς όπως η Θεοτόκος.


Πιθανό έτος επίθεσης

Tο ιστορικό υπόβαθρο του µύθου Kαλαµάν-Kαµµένη Πλάκα έχει εµπλουτιστεί µε διάφορα στοιχεία συλλογικής µνήµης από διαφορετικά µέρη και από προηγούµενους αιώνες. Tο 2010 η ιστοσελίδα volax-tinos.gr δοκίµασε να πλησιάσει την ακριβή ηµεροµηνία επίθεσης των πειρατών στο εκκλησάκι της Kαλαµάν:

«Aς κάνουµε κάποιες παραδοχές. Kατ’ αρχάς, γνωρίζουµε ότι δεν είχε καταγραφεί η εκκλησία της Kαλαµάν τον Φεβρουάριο του 1642, από τον Nικόλαο Pήγο. Aς δεχτούµε λοιπόν ότι δεν υπάρχει κάποια παρανόηση ή λάθος και ουδέποτε υπήρξε ναός στην περιοχή της Kαλαµάν πριν από αυτή την ηµεροµηνία. Γνωρίζουµε ακόµη από τους Eνοριακούς Kώδικες, ότι η εκκλησία της Kαλαµάν ξαναχτίστηκε από την αρχή το 1756. Συνεπώς, η "επίθεση" συνέβει µεταξύ 1642 και 1756, έτος δηµιουργίας του νεότερου (δεύτερου) ναού. Mάλιστα το χειρόγραφο της Mονής Oυρσουλινών (19ος αιώνας) επιβεβαιώνει ατά τα χρόνια, αφού η συντάκτρια του μύθου γράφει πως η ιστορία αυτή "συνέβει πριν από δύο αιώνες".

»Σε αυτό λοιπόν το χρονικό αυτό διάστηµατων των 114 ετών, είναι μόλις δέκα οι καταγεγραµµένες φορές κατά τις οποίες οι Τούρκοι επεχείρησαν να καθυποτάξωσι την νήσον. Oι περισσότερες αποκρούσθηκαν νωρίς και, κάποιες άλλες, τελείωσαν µε διαπραγµατεύσεις. Μόλις δύο από τις δέκα µοιάζουν µε τα αφηγηµατικά χαρακτηριστικά του µύθου της Καλαµάν: οι επιθέσεις των ετών 1652 και 1658.
 
»Tο 1652 τα βενετικά πλοία βρισκόντουσαν σε άλλα νησιά του Αιγαίου και αυτό έκανε τους Οθωµανούς να νιώθουν περισσότερο σίγουροι για τη τελική έκβαση του τολµήµατος. Το πρόβληµα για τους Τούρκους παρουσιάστηκε όταν τελικά, στο βάθος του πελάγους, εµφανίστηκαν οι Bενετσιάνοι µε αρχιναύαρχο τον αξιόµαχο Λεονάρδο Φώσκολο. H Iστορία γράφει: "Tω δε 1652, οι Τούρκοι επέδραµον και πάλιν κατά της νήσου και ήρξαντο κατερηµούντες αυτήν. Aναφανέντος όµως εν τω πελάγει Ενετικού στόλου οι Τούρκοι επεβιβάσθησαν και απήλθον τόσον εσπευσµένως, ώστε εγκατέλειπον επί της νήσου µέρους του στρατού των και άπασαν την λείαν αυτών". [6]

»O Άγγλος περιηγητής Bερνάρδος Pαδόλφος (Bernand Randolph) αναφέρεται σε αντίστοιχο γεγονός επίθεσης κατάληψης του νησιού που θυµίζει πολύ την Bωλακίτικη παράδοση: "Αυτό το νησί υπήρξε πάντα ένα καρφί στα µάτια των Τούρκων. Κατά τον πρόσφατο πόλεµο της Κρήτης απέπλεαν από τον τόπο αυτό αρκετά µπριγκαντίνια, τα οποία αποτελούσαν ένα διαρκές βασανιστήριο για τους Τούρκους σε όλες τις περιοχές». [7] «Το έτος 1658 ο Καπουδάν Πασάς έφθασε σε ένα λιµάνι προς τα βόρεια, αποκαλούµενο Colebitre (Κολυµπήθρα) και τη νύχτα αποβίβασε 6.000 άνδρες ελπίζοντας να τους αιφνιδιάσει. Όµως οι νησιώτες που αγρυπνούσαν, εγκατέλειψαν τα σπίτια τους και κατέφυγαν στο Kάστρο που περιβάλλει το λόφο κάτω από τα µεγάλα πυροβόλα. Ο προβλεπτής έστειλε µια φελούκα να ενηµερώσει τον Eνετό ναύαρχο που βρισκόταν στην Argentiera (Κίµωλος) και οι Τούρκοι βλέποντας ότι δεν µπορούν να καταλάβουν το Kάστρο κατέστρεψαν την ύπαιθρο, έκαψαν τα σπίτια και πήραν µαζί τους 10 περίπου αιχµαλώτους"». [8]


 


[1] Π. Ζερλέντης, Νησιωτική Επετηρίς (1918), αναστατική έκδοση Kαραβίας, Aθήνα 1988 (σελ.16)

[2] «Εν γένει αι οδοί της συγκοινωνίας είναι φρικώδεις· µόνον ενός περίπου χιλιοµέτρου διάστηµα, το µεταξύ θέσεως τινός ονοµαζοµένης Θωρίδια και του χωρίου Ξωµπόργου (πάλαι ποτέ πρωτευούσης της νήσου) και µικρόν τι διάστηµα µεταξύ του χωρίου τούτου και του χωρίου Μέση, κατασκευασθέντα και λιθοστρωθέντα επί Ενετών, είναι οπωσούν οµαλά και πορεύσιµα. Απορίας δε άξιον πως οι όνοι και οι ηµίονοι οίτινες µετακοµίζουσι δι αυτών τους επιβάτας και τα φορτεία κατορθώνουσι να διέρχωνται τας ανωµάλους και αποτόµους λοιπάς οδούς της νήσου». [Γεωργαντόπουλος]

[3] Γεώργιος Γκαγκάκης, Eγκόλπιο της νήσου Tήνου, Tήνος 1995 (σ.48-49).

[4] «Ο µπαρµπα-Φαβιές ήταν φίλος. Το παρατσούκλι του ήταν Πεταλούδας και έφυγε το 1987, νοµίζω. Μου είχε πει την ιστορία της Καµένης Σπηλιάς όπου κάτι Τηνιακοί είχαν καταφύγει, κυνηγηµένοι από τους Τούρκους, µόνο που µια γυναίκα έπλεκε, της έπεσε το κουβάρι µε το νήµα, τους βρήκαν οι Τούρκοι και τους έκαψαν ζωντανούς. Από τότε, έλεγε το παραµύθι, οι ψυχές των καμένων έχουν γίνει µύγες, και αν µπεις στην σπηλιά, ξεσηκώνονται µε ένα βουητό παραπόνου και διαµαρτυρίας για τον χαµό τους. Το 1972 µε πήγε ο µπαρµπα-Φαβιές στην Καµένη Σπηλιά. Αυτός µε το µουλάρι, εγώ µε τα πόδια. Μετά µιάµιση ώρα δρόµο φτάσαµε στην αγροικία του στ’ Αφλαρέντ. [...] Μου πρόσφερε ρακί και νερό, πότισε τα ζώα [...] και ξεκινήσαµε για την Καµένη Σπηλιά. Από τον δρόµο Αετοφωλιά-Πλατιά στρίβεις προς Αγ. Αναργύρους και Αγ. Παντελεήµονα. Ο χωµατόδροµος είναι καλός. Από το τέλος του χωµατόδροµου υπάρχει παλιό µονοπάτι. Περνάει µπροστά από περιστερεώνα-σπιτάκι, και συνεχίζει µέχρι να βρεις 2-3 σπιτάκια (όπου και η αγροικία του µακαρίτη µπαρµπα-Φαβιέ). Από εκεί A-BA προς την θάλασσα. ∆ύσκολο χωρίς κάποιον που να ξέρει. Την βρήκαµε, κατεβήκαµε έναν µικρό γκρεµό, µπήκαµε µέσα σκυφτοί. Εντυπωσιακή η σπηλιά και ακόµα πιο εντυπωσιακή η θέα προς τα κάτω µε τα κύµατα να σκάνε ρυθµικά στα βράχια. Ξεσηκώσαµε τις µύγες και ξαναγυρίσαµε το χωριό. Το πιο κοντινό χωριό είναι πάνω από µία ώρα µακριά. Ποιοι Τούρκοι, ποιο χωριό πότε; Οι Σαρακηνοί και άλλο κακοί έκαναν επιδροµές στη Τήνο από την αρχή της ιστορίας… Ξαναπήγα µετά από 10 χρόνια και πράγµατι βρήκα ανθρώπινους σπονδύλους και µία ανθρώπινη κνήµη»!

[5] «Ένας µύθος του νησιού µας λέει ότι κάποτε, στα παλιά τα χρόνια, όταν ήρθαν πειρατές να λεηλατήσουν το νησί, οι άνθρωποι έφυγαν από τα σπίτια τους για να πάνε να κρυφτούν κάπου µακριά, µέσα σε µία σπηλιά που λεγόταν Kαταφύλι και έφτανε ως και την θάλασσα. Μία γριά, στον δρόµο που πήγαιναν, έπλεκε, και κατά λάθος τής έπεσε το κουβάρι. Oι πειρατές βρήκαν το κουβάρι, το ακολούθησαν, ανακάλυψαν τους ανθρώπους που ήταν κρυµµένοι και από αυτούς δεν έµεινε κανείς... Λέγεται ότι το αίµα που έτρεξε µαζί µε το χώµα, έγιναν πηλός και η σπηλιά λαµώθηκε...»

[6] E. Γεωργαντόπουλος, Τηνιακά, 1895 (σ.104).

[7] B. Randolph, The Present State of the Islands in the Archipelago, Οξφόρδη, 1687.

[8] Ι. Ψαράς, Υπέρ Ελευθερίας Αγώνες, 1927 (σ. 22-23).