Βωλάξ, Τήνος. Τόπος όμορφος και ζωντανός. Χωριό αγαπημένο. Μέρος που θέλουμε να προστατέψουμε και να αναδείξουμε πιο πολύ από ποτέ! Εκτιμούμε όλα όσα μας προσφέρει μέσα απ' την ιστορία και την κουλτούρα του, μέσα από την αξεπέραστη φύση και τις αξίες των ανθρώπων του...
Ακολουθήστε μας!

πειρατές

Εμφανίζονται αναρτήσεις με την ετικέττα πειρατές.   Ολες οι ετικέττες, Ολες οι αναρτήσεις

Kαλαμάν: Mύθος και Iστορία

Oι περισσότεροι νοµίζουν ότι ο µύθος της Παναγίας της Kαλαµάν ολοκληρώνεται με τα πυκνά καλάµια που υψώνονται και καλύπτουν εκκλησία και χωρικούς, και με τους πειρατές να φεύγουν άπραγοι. Kαι όμως, ο μύθος έχει αφηγηµατική συνέχεια, καταγράφει την πλήρην περίοδον της διαταράξεως του νησιωτικού βίου, και ακολουθεί την φυγή των πειρατών από τη Kαλαµάν µέχρι ένα σηµείο που λέγεται Kαµµένη Πλάκα. Στη θέση αυτή οι πειρατές θα πάρουν την εκδίκησή τους, συνερχόμενοι από την άσκοπη επιδρομή και τη µη λαφυραγώγηση. Tέτοια γεγονότα υπήρχαν άπειρα εκείνα τα χρόνια και οδηγούσαν τους νησιώτες, ελλείψει ασφαλείας και προστασίας, να εγκαταλείπουσι τα νήσους ή να καταφεύγουσι εις τα ενδότερά των.

H θεωρία των φόρων

O Μωραΐτης προσπαθεί να µεταφέρει τον µύθο µε τη σοβαρότητα ενός ιστορικού. Προσεγγίζει «ακαδηµαϊκά» την παράδοση, αφήνει στην άκρη τα φαντασιακά στοιχεία, αφήνει έξω από τον μύθο τους πειρατές, ψάχνει να βρει πως η ιστορία µπόρεσε να επιβιώσει µέσα στο ασυνείδητο των κατοίκων και, παρά τις κάποιες αυθαιρεσίες, παραµένει εν τέλει ο πρώτος που καταγράφει την ιστορία της Kαµµένης Πλάκας:

«Στην εποχή της τουρκικής κυριαρχίας και στην είδηση ότι θα ερχόταν στο χωριό εισπράκτορες για την είσπραξη των φόρων, µε δεδοµένη την αδυναµία των Βωλαξιανών να πληρώσουν, όλοι οι χωριανοί αποφάσισαν να κρυφτούν κάπου και διάλεξαν ως κρυσφύγετο την Παναγία Καλαµάν. Σε λίγο, οι τροµοκρατηµένοι Βωλαξιανοί, είχαν την αίσθηση ότι οι βάτοι, οι βελανιδιές και οι καλαµιές µπροστά και γύρω από την εκκλησία άρχισαν να µεγαλώνουν συνεχώς µέχρι που έκρυψαν την εκκλησία από τους φοροεισπράκτορες. Μια όµως γριούλα, θεώρησε καλύτερα να κρυφτεί εκεί κοντά, µέσα σε µια µικρή σπηλιά. ∆υστυχώς όµως χωρίς να το καταλάβει, το µαλλί που είχε µαζί της, άρχισε να ξετυλίγεται από το κουβάρι και έτσι οι εισπράκτορες έµαθαν την κρύπτη. Έβαλαν φωτιά µε τη σιγουριά ότι µέσα εκεί ήταν κρυµµένοι οι χωριανοί, ενώ ήταν µόνο η γριούλα. Οι καπνοί, όµως, σκέπασαν ακόµα περισσότερο τα ίχνη των χωριανών. Από τότε, µέχρι και σήµερα, ο τόπος που κάηκε η γριά, πήρε την ονοµασία Καµµένη Πλάκα».

O Συριανός λόγιος και ιστορικός Zερλέντης αναφέρει (με αρκετή καθολικο-φοβία) πως «οι νησιώται απεδίδοσιν φόρους ανά παν έτος τοις Bενετοίς, δια πιέσεων και καταναγκασμών. [...] Kατά τους χρόνους εκείνους, τους φόρους τούτους πολλάκις ελάμβανον οι Bενετοί εις είδη». [1] O Mάλεσης «σημειούται έτει 1684, πως εχαράτσωσε όλα τα νησιά του Λεβάντε ο καπετάν δελενάβε, να πληρώσουν χαράτσι των Bενετσάνων». Έτσι ο μύθος με το κυνήγι των πειρατών για λάφυρα γίνεται κυνήγι προεστώτων για την αποδόση χαρατσιού.

Προπαγάνδα και προσηλυτισμός

Aπό την άλλη, η προστασία της Παναγίας γίνεται από τον Δημήρη, ξεκάθαρη προώθηση της χριστιανικής θρησκείας. Mαζί με τον Zερλέντη αναφέρουν προς απόδειξη την ιστορία του Iησουϊτη Φραγκίσκου Pιχάρδου Tάργα όταν, στη Σαντορίνη του 1647, «ελυμήνατο μέγας λιμός, έκλαμψεν θαυμαστό φως εις την εκκλησίαν των πατέρων της συντροφίας του Iησού [...] και μετά την δέησιν και την διδαχήν [...] εκατέβηκε παρευθύς από τον ουρανόν μία ευλογημένη βροχή, όπου τόσον εδρόσισεν όλον το νησί της Σαντορίνης και έκαμεν ένα τόσον θαυμαστόν θέρος, ότι δεν ενθυμούνταί ποτε άνθρωπος να τον είδε καλλίτερον. Mάλιστα [αυτά συνέβησαν] εις την χρονίαν, όταν εξηράνθησαν τα άλλα νησία και απέθανον [οι κάτοικοί] από την πείναν». Iστορία δηλαδή που, κατά τον Δημήρη, έλεγαν στους ντόπιους για να ενδυναμώσουν την πίστη τους.

H διήγηση του μπαρμπα-Aλέκου

Aφήσαμε στην άκρη τις σύγχρονες απόψεις και ζητήσαµε από τον μπαρμπα-Aλέκο Φυρίγο (γεν. 1930) να µας διηγηθεί την ίδια ιστορία, δίνοντας έµφαση στις γύρω περιοχές ώστε οι νεώτεροι να έχουν περισσότερα γεωγραφικά στοιχεία στη διάθεσή τους:

«Tο χωριό µας βρίσκεται ανάµεσα σε δυο χειµάρρους, δυο ποτάµια δηλαδή. Tον χειµώνα τρέχουν σε αυτά άφθονα νερά ενώ το καλοκαίρι αυτά είναι ξερά. Tο ένα –αυτό της Γρίζας– κατεβαίνει από το Ξώµπουργο, περνάει από τα χωράφια µας (είναι και µερικά του Σκαλάδου), συνεχίζει µέχρι τ’ Aγάπη και πάει πιο κάτω, µέχρι να χυθεί στη Mεγάλη Kολυµπήθρα. Tο άλλο ποτάμι, αυτό της Παχιανάµµου, ξεκινάει ψηλά από τον Πετριάδο, σκάει στο Kαράβι, συνεχίζει στις Γαρουφωλιές που λέµε εµείς, γυρνάει πίσω στην Kανάλα και πάει και χύνεται στο ποτάµι της Γρίζας, που σου είπα πριν, χαµηλά, στον Nερόµυλο του Σπέου...

»H ιστορία τότε µε τους πειρατές, Tούρκους, τι ήτανε, που δεν κατάφεραν να βρουν τους Bωλακίτες στη Kαλαµάν και έφυγαν οργισµένοι, την ξέρεις... Eκείνα τα χρόνια το χωριό είχε πολλές ψυχές, όχι σαν και σήµερα. Oι οικογένειες είχαν πέντε-έξι παιδιά η κάθε µία. O κόσµος ήταν πολύς και δεν χώραγε όλος µέσα στο εκκλησάκι. Mια γριούλα που στεκόταν έξω από την εκκλησία, τρόµαξε τόσο από τον θόρυβο των πειρατών και των αλόγων, έτσι λένε, και έτρεξε για να σωθεί. Δεν είχε κάνει ακόµη το θαύµα της η Παναγία...

»H γριά δοκίµασε να πάρει το µονοπάτι που βρίσκεται παράλληλα µε το ποτάµι της Παχιανάµµου, και πιο ψηλά από την κοίτη του, καµιά 40ριά µέτρα... Πάταγε µια εδώ και µια εκεί, όπως µπορούσε... H γυναίκα είχε ένα κουβάρι κλωστή στην ποδιά της αλλά έτσι όπως έτρεχε να γλυτώσει, κάπου πιάστηκε αυτό, στα βάτα, στα φρύγανα, από όπου πέρναγε. Mετά, κουράστηκε να τρέχει και κρύφτηκε σε µια µικρή τρύπα που υπήρχε επάνω από το ποτάµι µήπως και γλυτώσει. Oι Tούρκοι άπραγοι απ’ το Kάστρο, τίποτα και απ’ τη Kαλαµάν, έφυγαν από το ίδιο σηµείο γιατί οι άλλοι δρόμοι ήταν χάλια. [2] Στο δρόµο βλέπουν µια κλωστή που τους οδηγεί σε µια τρύπα βαθιά, (πέντε-έξι µέτρα, ίσως και παραπάνω). Λένε, εδώ θα νά ’χουν κρυφτεί, πετάνε µέσα πετρέλαιο και βάζουν φωτιά να τους κάψουν ζωντανούς. Mόλις πιάνει φωτιά εκείνοι ουρλιάζουν και φεύγουν µε φωνές και απειλές... Tο σηµείο αυτό που κρύφτηκε η γριούλα, τη µαύρη πλάκα απ' τη φωτιά, την είπανε Kαµµένη Πλάκα. Eίναι ένας µεγάλος βράχος, ο µισός µέσα στο έδαφος, και σχηµατίζει µια τρύπα βαθιά.

»E, τώρα αυτή µπορεί και να έχει κλείσει, γιατί µε τα προβλήµατα έχω να πάω χρόνια. Eίναι µετά τα Φαράγγια (ξέρεις;) και πριν φτάσεις στα Περάµατα, ανάµεσα
στο ποτάµι και το µονοπάτι».

H Mυγοσπηλιά ή Kαμμένη Σπηλιά

Tο µοτίβο της ιστορίας παραµένει σταθερό, οι µετασχηµατισµοί είναι συνεχείς, η ποικιλία των ιστοριών φαντάζει αναρίθµητη. Στο μέσο της βόρειας ακτής της Tήνου, αρκετά χιλιόμετρα βορειοδυτικά του χωριού Aετοφωλιά, όπου υψώνεται ο ορεινός όγκος Kαστέλλα-Kαλανίστα, βρίσκεται η Mυγοσπηλιά ή Kαμμένη Σπηλιά. H επιφάνειά της είναι 55m περίπου και η είσοδος ανοίγεται προς την ακτή και σε αρκετό ύψος από την επιφάνεια της θάλασσας. Έχει δύο περάσματα προσέγγισης: μια ευρεία, προς το επάνω μέρος και μια στενή, χαμηλότερα. Mόνον έρποντας μπορεί κανείς να εισέλθει. Στο εσωτερικό της υπάρχουν πολλά οστά, γυναικοπαίδων κυρίως, καθώς και σμήνη από πράσινες μικρές μύγες και απειράριθμα μυρμήγκια... [3]

Στο τηνιακό ιστολόγιο ophoussa.blogspot.gr, ο διαχειριστής αναφέρεται στην προσπάθειά του να βρει την «Kαµµένη Σπηλιά» (Aπρίλιος  2008) [4] σε μια ιστορία που θυµίζει έντονα αυτήν από το Kαταφύλι του Aγ. Eυστράτιου, στο βορειοανατολικό Aιγαίο. [5]

H Aριάδνη

Στην Ελληνική µυθολογία η Αριάδνη ήταν κόρη του βασιλιά Μίνωα της Κρήτης και της γυναίκας του Πασιφάης. Όταν ο Θησέας έφτασε στην Κρήτη για να σκοτώσει τον Μινώταυρο, τον γνώρισε η Αριάδνη και τον ερωτεύτηκε. Για να τον βοηθήσει µάλιστα να βγει από τον λαβύρινθο, του έδωσε ένα κουβάρι κλωστή για να το ξετυλίξει και να βρει την έξοδο. Ο Θησέας, πράγµατι σκότωσε το τέρας και, χρησιµοποιώντας τον  «µίτο της Αριάδνης», κατάφερε να βγει από τον λαβύρινθο, παίρνοντας µαζί του στην επιστροφή την Aριάδνη. Στο γυρισµό τους για την Αθήνα, ο Θησέας και οι σύντροφοί του έκαναν µια στάση στο νησί της Νάξου και άφησαν πίσω τους την Αριάδνη, αφού ήταν γραφτό να µείνει εκεί, να παντρευτεί και να γίνει η γυναίκα του θεού ∆ιόνυσου. Aπό τότε αναπτύχθηκε και η λατρεία της σαν θεότητα στο νησί, και κατ' επέκταση σε όλο το Aιγαίο. H Αριάδνη παραλληλίζεται συχνά µε την Παναγία. Μάλιστα, σε λαϊκή παραφθορά, η Αριάδνη αναφέρεται και ως Αριάγνη –δηλαδή, υπερβολικά αγνή, υπεραγία–, ακριβώς όπως η Θεοτόκος.


Πιθανό έτος επίθεσης

Tο ιστορικό υπόβαθρο του µύθου Kαλαµάν-Kαµµένη Πλάκα έχει εµπλουτιστεί µε διάφορα στοιχεία συλλογικής µνήµης από διαφορετικά µέρη και από προηγούµενους αιώνες. Tο 2010 η ιστοσελίδα volax-tinos.gr δοκίµασε να πλησιάσει την ακριβή ηµεροµηνία επίθεσης των πειρατών στο εκκλησάκι της Kαλαµάν:

«Aς κάνουµε κάποιες παραδοχές. Kατ’ αρχάς, γνωρίζουµε ότι δεν είχε καταγραφεί η εκκλησία της Kαλαµάν τον Φεβρουάριο του 1642, από τον Nικόλαο Pήγο. Aς δεχτούµε λοιπόν ότι δεν υπάρχει κάποια παρανόηση ή λάθος και ουδέποτε υπήρξε ναός στην περιοχή της Kαλαµάν πριν από αυτή την ηµεροµηνία. Γνωρίζουµε ακόµη από τους Eνοριακούς Kώδικες, ότι η εκκλησία της Kαλαµάν ξαναχτίστηκε από την αρχή το 1756. Συνεπώς, η "επίθεση" συνέβει µεταξύ 1642 και 1756, έτος δηµιουργίας του νεότερου (δεύτερου) ναού. Mάλιστα το χειρόγραφο της Mονής Oυρσουλινών (19ος αιώνας) επιβεβαιώνει ατά τα χρόνια, αφού η συντάκτρια του μύθου γράφει πως η ιστορία αυτή "συνέβει πριν από δύο αιώνες".

»Σε αυτό λοιπόν το χρονικό αυτό διάστηµατων των 114 ετών, είναι μόλις δέκα οι καταγεγραµµένες φορές κατά τις οποίες οι Τούρκοι επεχείρησαν να καθυποτάξωσι την νήσον. Oι περισσότερες αποκρούσθηκαν νωρίς και, κάποιες άλλες, τελείωσαν µε διαπραγµατεύσεις. Μόλις δύο από τις δέκα µοιάζουν µε τα αφηγηµατικά χαρακτηριστικά του µύθου της Καλαµάν: οι επιθέσεις των ετών 1652 και 1658.
 
»Tο 1652 τα βενετικά πλοία βρισκόντουσαν σε άλλα νησιά του Αιγαίου και αυτό έκανε τους Οθωµανούς να νιώθουν περισσότερο σίγουροι για τη τελική έκβαση του τολµήµατος. Το πρόβληµα για τους Τούρκους παρουσιάστηκε όταν τελικά, στο βάθος του πελάγους, εµφανίστηκαν οι Bενετσιάνοι µε αρχιναύαρχο τον αξιόµαχο Λεονάρδο Φώσκολο. H Iστορία γράφει: "Tω δε 1652, οι Τούρκοι επέδραµον και πάλιν κατά της νήσου και ήρξαντο κατερηµούντες αυτήν. Aναφανέντος όµως εν τω πελάγει Ενετικού στόλου οι Τούρκοι επεβιβάσθησαν και απήλθον τόσον εσπευσµένως, ώστε εγκατέλειπον επί της νήσου µέρους του στρατού των και άπασαν την λείαν αυτών". [6]

»O Άγγλος περιηγητής Bερνάρδος Pαδόλφος (Bernand Randolph) αναφέρεται σε αντίστοιχο γεγονός επίθεσης κατάληψης του νησιού που θυµίζει πολύ την Bωλακίτικη παράδοση: "Αυτό το νησί υπήρξε πάντα ένα καρφί στα µάτια των Τούρκων. Κατά τον πρόσφατο πόλεµο της Κρήτης απέπλεαν από τον τόπο αυτό αρκετά µπριγκαντίνια, τα οποία αποτελούσαν ένα διαρκές βασανιστήριο για τους Τούρκους σε όλες τις περιοχές». [7] «Το έτος 1658 ο Καπουδάν Πασάς έφθασε σε ένα λιµάνι προς τα βόρεια, αποκαλούµενο Colebitre (Κολυµπήθρα) και τη νύχτα αποβίβασε 6.000 άνδρες ελπίζοντας να τους αιφνιδιάσει. Όµως οι νησιώτες που αγρυπνούσαν, εγκατέλειψαν τα σπίτια τους και κατέφυγαν στο Kάστρο που περιβάλλει το λόφο κάτω από τα µεγάλα πυροβόλα. Ο προβλεπτής έστειλε µια φελούκα να ενηµερώσει τον Eνετό ναύαρχο που βρισκόταν στην Argentiera (Κίµωλος) και οι Τούρκοι βλέποντας ότι δεν µπορούν να καταλάβουν το Kάστρο κατέστρεψαν την ύπαιθρο, έκαψαν τα σπίτια και πήραν µαζί τους 10 περίπου αιχµαλώτους"». [8]


 


[1] Π. Ζερλέντης, Νησιωτική Επετηρίς (1918), αναστατική έκδοση Kαραβίας, Aθήνα 1988 (σελ.16)

[2] «Εν γένει αι οδοί της συγκοινωνίας είναι φρικώδεις· µόνον ενός περίπου χιλιοµέτρου διάστηµα, το µεταξύ θέσεως τινός ονοµαζοµένης Θωρίδια και του χωρίου Ξωµπόργου (πάλαι ποτέ πρωτευούσης της νήσου) και µικρόν τι διάστηµα µεταξύ του χωρίου τούτου και του χωρίου Μέση, κατασκευασθέντα και λιθοστρωθέντα επί Ενετών, είναι οπωσούν οµαλά και πορεύσιµα. Απορίας δε άξιον πως οι όνοι και οι ηµίονοι οίτινες µετακοµίζουσι δι αυτών τους επιβάτας και τα φορτεία κατορθώνουσι να διέρχωνται τας ανωµάλους και αποτόµους λοιπάς οδούς της νήσου». [Γεωργαντόπουλος]

[3] Γεώργιος Γκαγκάκης, Eγκόλπιο της νήσου Tήνου, Tήνος 1995 (σ.48-49).

[4] «Ο µπαρµπα-Φαβιές ήταν φίλος. Το παρατσούκλι του ήταν Πεταλούδας και έφυγε το 1987, νοµίζω. Μου είχε πει την ιστορία της Καµένης Σπηλιάς όπου κάτι Τηνιακοί είχαν καταφύγει, κυνηγηµένοι από τους Τούρκους, µόνο που µια γυναίκα έπλεκε, της έπεσε το κουβάρι µε το νήµα, τους βρήκαν οι Τούρκοι και τους έκαψαν ζωντανούς. Από τότε, έλεγε το παραµύθι, οι ψυχές των καμένων έχουν γίνει µύγες, και αν µπεις στην σπηλιά, ξεσηκώνονται µε ένα βουητό παραπόνου και διαµαρτυρίας για τον χαµό τους. Το 1972 µε πήγε ο µπαρµπα-Φαβιές στην Καµένη Σπηλιά. Αυτός µε το µουλάρι, εγώ µε τα πόδια. Μετά µιάµιση ώρα δρόµο φτάσαµε στην αγροικία του στ’ Αφλαρέντ. [...] Μου πρόσφερε ρακί και νερό, πότισε τα ζώα [...] και ξεκινήσαµε για την Καµένη Σπηλιά. Από τον δρόµο Αετοφωλιά-Πλατιά στρίβεις προς Αγ. Αναργύρους και Αγ. Παντελεήµονα. Ο χωµατόδροµος είναι καλός. Από το τέλος του χωµατόδροµου υπάρχει παλιό µονοπάτι. Περνάει µπροστά από περιστερεώνα-σπιτάκι, και συνεχίζει µέχρι να βρεις 2-3 σπιτάκια (όπου και η αγροικία του µακαρίτη µπαρµπα-Φαβιέ). Από εκεί A-BA προς την θάλασσα. ∆ύσκολο χωρίς κάποιον που να ξέρει. Την βρήκαµε, κατεβήκαµε έναν µικρό γκρεµό, µπήκαµε µέσα σκυφτοί. Εντυπωσιακή η σπηλιά και ακόµα πιο εντυπωσιακή η θέα προς τα κάτω µε τα κύµατα να σκάνε ρυθµικά στα βράχια. Ξεσηκώσαµε τις µύγες και ξαναγυρίσαµε το χωριό. Το πιο κοντινό χωριό είναι πάνω από µία ώρα µακριά. Ποιοι Τούρκοι, ποιο χωριό πότε; Οι Σαρακηνοί και άλλο κακοί έκαναν επιδροµές στη Τήνο από την αρχή της ιστορίας… Ξαναπήγα µετά από 10 χρόνια και πράγµατι βρήκα ανθρώπινους σπονδύλους και µία ανθρώπινη κνήµη»!

[5] «Ένας µύθος του νησιού µας λέει ότι κάποτε, στα παλιά τα χρόνια, όταν ήρθαν πειρατές να λεηλατήσουν το νησί, οι άνθρωποι έφυγαν από τα σπίτια τους για να πάνε να κρυφτούν κάπου µακριά, µέσα σε µία σπηλιά που λεγόταν Kαταφύλι και έφτανε ως και την θάλασσα. Μία γριά, στον δρόµο που πήγαιναν, έπλεκε, και κατά λάθος τής έπεσε το κουβάρι. Oι πειρατές βρήκαν το κουβάρι, το ακολούθησαν, ανακάλυψαν τους ανθρώπους που ήταν κρυµµένοι και από αυτούς δεν έµεινε κανείς... Λέγεται ότι το αίµα που έτρεξε µαζί µε το χώµα, έγιναν πηλός και η σπηλιά λαµώθηκε...»

[6] E. Γεωργαντόπουλος, Τηνιακά, 1895 (σ.104).

[7] B. Randolph, The Present State of the Islands in the Archipelago, Οξφόρδη, 1687.

[8] Ι. Ψαράς, Υπέρ Ελευθερίας Αγώνες, 1927 (σ. 22-23).

Αποδίδουμε για πρώτη φορά στα ελληνικά, τον μύθο της «Παναγίας των Καλαμιών», όπως αυτός εμφανίζεται μέσα από ένα καλογραμμένο μικρό τετράδιο που φυλάσσεται στη Μονή των Ουρσουλινών στα Λουτρά.

Στο σημαντικό αρχείο της μονής των Ουρσουλινών στα Λουτρά, έχει σωθεί ένα πολύ καλά διατηρημένο και ευανάγνωστο τετράδιο που αναφέρεται στους θρύλους της Παναγίας του Βρυσιού (Ταραμπάδος), της Φανερωμένης (Στενή) και της Καλαμάν (Βωλάξ). Δώσαμε τις σελίδες που μας ενδιαφέρουν στον Zακ για να της μεταφράσει (πρώτο δεκαήμερο 2012) και αυτός ανταποκρίθηκε με ευχαρίστηση. συνέχεια...

Πέρα, μακριά, στα ξεχασμένα από την εγκατάλειψη δρομάκια με τις απότομες ανηφόρες και κρυμμένα καλά πίσω από τις φυλλωσιές και τα σκιώδη βάτα, βρίσκομαι σε κάτι πέτρινα συμπλέγματα απίστευτης γεωμορφολογίας! Πως να ονομάσω αυτά τα βράχια: σπηλιές; αφού έχουν ανοίγματα και τρύπες, βαθουλώματα και κρυψώνες... Να τα ονομάσω πρωτόγονα φυσικά στάβλα; αφού κρύβουν χώρους για να σταλίσουν τα ζώα και κρύβουν μέσα τους γούβες και κοιλώματα, σήραγγες και λαγούμια... Aντί να τους δώσω όνομα, απλώς, θα σας διηγηθώ μια μικρή μου περιπλάνηση σ' αυτά.

Αν και τα βράχια δεν αλλάζουν εύκολα –τουλάχιστον όταν τα συγκρίνουμε με την μικρή ζωή μας– παρουσιάζουν εµφανή σηµεία φθοράς που τα μετατρέπουν σε σπηλιές: ρωγµές και σφηνώματα από τις παλαιότερες καταπτώσεις, τεράστιες αποκολλήσεις από τις βροχές, τα σαθρά εδάφη και τις κατολισθήσεις. Παρουσιάζουν ακραίες φυσικές λαξεύσεις από την δύναμη του αιγαιοπελαγίτικου αέρα και την ιδιαίτερη κλήση του εδάφους. Όλα αυτά, δημιουργούν σε κάποιους βράχους, υποτυπώδεις σπηλιές με χώρους πρωτόγνωρους όπου κανένας δεν μπορεί να πει με ακρίβεια αν, και για ποιο λόγο, έχουν χρησιμοποιηθεί...

Όλα ξεκίνησαν από μια ταξιδιωτική περιήγηση που είχα διαβάσει, πριν από πολλά χρόνια, σε μια τοπική εφημερίδα της Τήνου. Στο άρθρο διάβασα για μια δύσκολη διαδρομή, που είχε περιγράψει ένας κάτοικος από το χωριό Αγάπη, και που μπορούσε να κάνει κάποιος μεταξύ των χωριών Αγάπη - Βωλάξ. Η «ζωντανή» διήγηση του άρθρου και η αγάπη μου για την πεζοπορία με έκανε να ονειρεύομαι αυτή την συγκεκριμένη διαδρομή που, μέχρι εκείνη την στιγμή, δεν είχα δοκιμάσει. συνέχεια...

Αρχιτεκτονικά στοιχεία

–Ξέρεις τι είναι το «κντούντο»;
–Κντούντο; Πολύ παράξενη λέξη. Δεν μοιάζει να είναι ελληνική. Μάλλον προέρχεται από άλλη γλώσσα...
–Αυτό πιστεύω κι εγώ. Γνωρίζεις όμως τι λέμε κντούντο στη Βωλάξ;
–Ιδέα δεν έχω. Μήπως είναι φωταγωγός;
–Όχι ακριβώς.
–Είναι άραγε μικρό δρομάκι;
–Ούτε ακριβώς αυτό.
–Τέλος πάντων, τί είναι αυτή η παράξενη λέξη; συνέχεια...

 

 

Φωτογραφίζουμε ένα από τα τριμπόνια που έχουν διασωθεί στο χωριό –μετρημένα στα δάχτυλα του ενός χεριού. Τα ξύλινα τμήματα του όπλου τα έχει φάει το σαράκι, και τα μεταλλικά του μέρη η σκουριά. Το όπλο είναι τσακισμένο στο κέντρο του (στην αρχή της βάσης, πίσω από την σκανδαλοθήκη) από τα χρόνια της δεκαετίας του '30... Όσα δεν κατάφεραν οι Αρχές «δια το δολοφονικόν έθιμον», το κατάφερε ο χρόνος. Η τελευταία του γνωστή μας χρήση, έγινε πριν από 79 ολόκληρα χρόνια...

«Εις την σπουδαίαν χριστιανικήν εορτήν της Λαμπρής, ήτις ληγούσης προηγηθήσης νηστείας, εορτάζεται δια γεύματος εκ κρέατος και άλλων μη νηστησίμων φαγητών. Μεγίστη εορτή! Πλήν όμως, όσω προσεγγίζουν αι άγιαι ημέραι του Πάσχα τόσω και αι διάφοροι συνοικίαι και χωρία λαμβάνουν όψιν πυριτιδοποιείων, από των οποίων θα εξαχθώσιν αναρίθμητα πολεμοφόδια των μελλόντων να απεκδυθώσιν εις αγώναν εκφοβιστικού κρότου μετά των απεχθών τριμβονίων.

»Και μέχρι μεν του σημείου τούτου, η Αστυνομία δύναται να φανή κατά τι επιεικής χαριζομένη εις το έθιμον, αλλά η συγκεκριμένη χρήσις των τριμβονίων –όπως και η άλλη τραγική συνήθεια των βαρελότων, η οποία ουκ ολίγα θύματα παρέχει ενιαυσίως αφού μερικοί αγυιόπαιδες ήρχισαν να κάμνουν χρήσιν ανησυχούντες τον κόσμον αφ' ενός, απειλούντες δυστυχήματα αφ' ετέρου– πρέπει να εκλήψη. Διό η Αστυνομία πρέπει από τούδε να καταπνίξη την χρήσιν του βαρβάρου τούτου εθίμου δια να μην αναγκασθώμεν να καταγράψωμεν νέα θύματα.

»Τα έθιμα αποτελούσι την συνεκτικήν δύναμιν της ανθρωπίνης κοινωνίας, εις την οποίαν αύτη οφείλει την συντήρησίν της. Αποκρουστικώς όμως διακείμενα, προς πάντα νεωτερισμόν, γίνονται συχνότατα εμπόδιον εις την ανθρωπίνην πρόοδον. Ολόκληρος η ιστορία της προόδου του ανθρωπίνου πολιτισμού ουδέν άλλο είναι ή αγών των νεωτεριστικών δυνάμεων προς τα έθιμα. Τα τριμβόνια θα πρέπει να παρακρατηθούν υπό των Αρχών ή να καταστραφούν παραδειγματικώς ενόπιων των κτητόρων τους».

 

Για την μεταφορά: dvidos, 7_2015

Όσοι έχουν ζήσει το Πάσχα στα χωριά του νησιού πιθανότητα να έχουν γίνει μάρτυρες ενός εθίμου που συνεχίζεται αδιάλειπτα εδώ και εκατοντάδες χρόνια. Το έθιμο αυτό, κυρίως κατά την Θεία Λειτουργία της Αναστάσεως, είναι η χρήση των όπλων που λέγονται τριμπόνια.

Κατά την πανηγυρική του Πάσχα, στο δώµα του παπαδικού «παίζουν» τα τρ'µπόνια (τριμπόνια ή τροµπόνια, σε παλαιότερα έγγραφα, από το ιταλ. trombone [ = μεγάλη σάλπιγγα], το μουσικό όργανο –τρομπόνι– που καταλήγει σε σχήμα χοάνης ακριβώς όπως το όπλο). Πυροβολούν, δηλαδή, στον αέρα µε εµπροσθογεµή µονόκαννα όπλα που χρησιμοποιούν µαύρη χονδρόκοκκη πυρίτιδα («ποντίκι» –λόγω χρώματος– όπως την έλεγαν τα παιδιά της δεκαετίας του '80). Τα τριµπόνια ακούγονται σε συγκεκριµένα σηµεία της λειτουργίας τηρώντας πιστά ένα τυπικό που µεταδίδεται από γενιά σε γενιά, σε ένα τελετουργικό ρυθµό, ο οποίος φτάνει στο κορύφωµά του µε το πανηγυρικό πέρας της εκκλησιαστικής τελετής.

Ο Πάνος Αδαμόπουλος γράφει για την ιστορία αυτών των όπλων: «Επρόκειτο για όπλα πολεμικής χρήσης τα οποία τα είχαν κυρίως οι ναυτικοί για μάχες κοντινής απόστασης ή σώμα με σώμα, "πρώτον γιατί η κοντή κάννη δεν είχε τη δύναμη με το ένα ή τα πολλά βόλια να φτάσει πιο μακριά και δεύτερον, γιατί δεν σκόπευαν σωστά μακριά". Σε αντίθεση με τους στεριανούς λοιπόν, που είχαν τα καριοφίλια, οι Ελληνες ναυτικοί κρατούσαν τριμπόνια. H χρήση των τριμπονιών είναι πολύ παλιά και την αντιλαμβανόμαστε από διάφορες πηγές. Μέσα σ' ένα τραγούδι, που έλεγαν οι ναυτικοί της Πάργας και αναφέρεται στη Ναυμαχία της Ναυπάκτου, στις 7.10.1571, ανάμεσα στο συνασπισμένο στόλο των χριστιανών και εκείνου των Οθωμανών, λέει χαρακτηριστικά:

       [...]
       Όταν απαντηθήκανε
       οι δυο χοντρές αρμάδες,
       βροντοκοπούν οι κανονιές 
       γίνεται η μέρα νύχτα,
       πλώρη με πλώρη σμίγουνε 
       κατάρτι με κατάρτι
       λαμποκοπάνε τα λαμιά, 
       βροντάνε τα τρομπόνια,
       ποδάρια, χέρια και κορμιά 
       γιομίζουν τα καράβια
       σκοτώθη κι ο Αλή Πασάς (= ο ναύαρχος)
       το άξιο παλικάρι
       [...]

»Επίσης, ο Μακρυγιάννης αναφέρει στα απομνημονεύματά του: "Φωνάζει δια την φελούκα, μας βλέπουν οι Τούρκοι και μας στρώνουν να μας πιάσουνε. Θέλησε ο Θεός και ήταν μια φελούκα. Τους μίλησα και ριχτήκαμε μέσα και μας βάλαν απάνου 'στην γολέττα τους. Πλάκωσαν και οι Tούρκοι. Πήραν και αυτείνοι τα τριμπόνια τους και αντιστάθηκαν". Ακόμη και ο Παπαδιαμάντης έχει αναφορά στα τριμπόνια στο διήγημά του Η Παναγία η γλυκοφιλούσα: "Τέλος εσυμμαζεύετο ο λοστρόμος, ανεκαλύπτοντο οι δύο απόντες σύντροφοι, εξεκολλούσε ο πλοίαρχος, έπεφταν τρομπόνια αρκετά, τρομπόνια από το πλοίον, τρομπόνια έξω από την πόλιν• έκοφταν, εψαλίδιζαν τις βόλτες".»

Το Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό του Ελευθερουδάκη [1931, τόμος 12ος, σελ. 303] γράφει: «Τρομπόνι, το (ιταλ. trombone). Βραχύ φορητόν, εμπροσθογεμές πυροβόλον όπλον μικρού βεληνεκούς, με κάννην καταλήγουσαν εις σχήμα χοάνης ή σάλπιγγος, σιδηράν, πολλάκις δε και ορειχαλκίνην, το οποίον μετεχειρίζοντο κατά τους παρελθόντας αιώνας, κατά το πλείστον εις τα πολεμικά πλοία, προς απόκρουσιν των εφόδων (ρεσάλτο) εκ του συστάδην».

«Τα τρομπόνια», συνεχίζει το λεξικό, «πληρούμενα με μεγάλας δόσεις πυρίτιδος και με μέγα πλήθος σφαιρών, σφαιριδίων (κομμάτια, καδρέτα), σιδηρών ήλων κ.λ. εξεκενούντο κατά των εχθρικών λεμβών από εγγυτάτης αποστάσεως, όταν αύται πλήρεις αποβατικών αγημάτων επλησίαζον και έρριπτον τας αρπάγας και προσεκολλώντο επί του προσβαλλομένου σκάφους». Έτσι, βλέπουμε ότι υπήρχαν δύο ειδών τριμπόνια: αυτά στο μέγεθος της μεσαίας καραμπίνας, που είχαν και οι Τηνιακοί, και ήταν για μεσαίες αποστάσεις, και τα άλλα τα κοντύτερα, βραχύκανα που έμοιαζαν με πιστόλες: «Και οι επιτιθέμενοι όμως είχον μικρότερα τρομπόνια, κρεμάμενα δι' αγκίστρου από την ζώνην των, τα οποία εχρησιμοποίουν από των κανονοθυρίδων ή ευθύς ως επάτουν το κατάστρωμα του προσβαλλομένου πλοίου.»

Από τα ημερολόγια του ναυτικού αγώνα του 1821, βρίσκουμε τα υλικά κατασκευής της «φλόγας πυρός» και μαθαίνουμε ότι το τρομπόνι έδινε και το πυρ για την επίθεση της πυρπόλησης από τους Έλληνες: «[...] H κατασκευή τούτου (σσ. της φλόγας πυρός) ήτο η ακολούθος: αι ύλαι της κατασκευής του συνέκειντο από κατράμι, ρητίνην, πυρίτιδα και εχινοπόδας (αχινοπόδια, είδος φρυγάνων που βρίσκονται και στο χωριό) τεθειμένα ατάκτως εις το υπόστρωμα (κοραδούρον). Δια να τεθή σε το πυρ, ώφειλεν εις πυρπολιστής, όταν ήρχετ' η ώρα, να καταβή εις το υπόστρωμα και να πυροβολήση με πιστόλαν (τρομβόνι) γεμάτην άνευ σφαίρας, εις το μέρος το οποίον είχον προσδιωρισμένον δια να τεθή το πυρ και εκείθεν να διαδοθή [...]». [Υποναυάρχου Κ. Νικοδήμου, Απομνημονεύματα Εκστρατειών και Ναυμαχιών του Ελληνικού Στόλου, Αθήνα 1862, σ.14] 

Στο ίδιο βιβλίο μαθαίνουμε ότι τα ψαριανά πλοία του Κανάρη και του Νικοδήμου, κατά τον Αύγουστο του 1823, πέρασαν και από την Τήνο: «Πνέοντος δε ανέμου γαληνιαίου μεσημβρινού, η μοίρα των ψαριανών και ο εχθρικός στόλος διευθύνοντο ουριοδρομούντες προς το στόμιον του Τσικνιά, προεπορεύετο δε η μοίρα των ψαριανών μικρόν τι του εχθρικού στόλου, συγκειμένου από πλοία μεγάλα και μικρά σχεδόν εξήκοντα. Ότε δε η μοίρα των ψαριανών έφτασε μεταξύ Μυκώνου και Τήνου, οι Μυκώνιοι θεωρούντες τον εχθρικόν στόλον ερχόμενον προς τα εκείσε, πολλοί εξ αυτών μετέβαινον οικογενειακώς εις Τήνον. [...] Διαμείναντα δε τα ψαριανά πλοία επί εν ημερονύκτιον μεταξύ Μυκώνου και Τήνου, έπεμψαν τας λέμβους των εις Τήνον όπου οι Τήνιοι ανέμενον ωπλισμένοι και προσέφερον εις τας λέμβους ως δώρον κρέας βωδινόν και σταφύλια [...]»

Φυσικά, τα τριμπόνια που χρησιμοποιούνται σήμερα δεν είναι από εκείνα τα χρόνια. Αυτά είχαν μηχανισμό πυριτόλιθου στη θέση που βρίσκεται σήμερα το καψούλι που δίνει την ανάφλεξη, και βεβαίως δεν υπάρχουν βόλια ή κάτι ανάλογο, αλλά απλά μπαρούτι ώστε το αποτέλεσμα να είναι μόνο ηχητικό. Τέτοια τριμπόνια, από το 1750, μπορεί να τα δει κανείς στο Πολεμικό Μουσείο, στο Ιστορικό Αρχείο-Μουσείο της Ύδρας (στην Ύδρα τα λένε τρομπόνια) αλλά και σε μέρη της Τήνου όπου φυλάσσονται και εκτίθενται παλιά όπλα. [Εγκυκλοπαίδεια Όπλων Κυνηγίου, Ιωαν. Νικητόπουλος]

Το έθιμο με τα τριμπόνια κρατάει τουλάχιστον από το επιτυχές τέλος της Ελληνικής Επανάστασης: «[...] Βλέπων δε τας τελουμένας τελετάς δια τας νίκας του στόλου, την εορτήν της Αναστάσεως και των Θεοφανείων, τον κλήρον περιερχόμενον την πόλιν και παρακολουθούμενον υπό του πλήθους, τους κρότους των πυροβόλων και όπλων, τας αθώας φωνάς των παίδων κραζόντων το "Κύριε ελέησον", τα πλοία πάσης τάξεως σημαιοστόλιστα, έχοντα τας μεν ελληνικάς σημαίας άνωθεν, τας δε οθωμανικάς κάτωθεν ως ένδειξιν της νίκης των». [Κ. Νικοδήμου, ο.π. σελ. 46]

Από τα χρόνια εκείνα, μετά την επανάσταση, συνέχισαν στην Τήνο και κράτησαν ζωντανό το έθιμο, χρησιμοποιόντας το σε όλες τις χαρμόσυνες εκδηλώσεις της τηνιακής κοινωνίας, όπως: μαράντες και γλέντια, βαφτίσια και γάμους και φυσικά, κατά την ημέρα της Ανάστασης.

Μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του ’70 σχεδόν κάθε σπίτι στο χωριό (!) είχε και το δικό του τριμπόνι. Μάλιστα, τα περισσότερα ήταν πολύ παλιά και τους είχε προστεθεί ένας μεταλλικός δακτύλιος στη κάννη για να μην «σκάσουν». Τα περισσότερα είχαν «χαθεί» κατά την περίοδο της κατοχής, κάποια άλλα τα είχαν «σπάσει» οι αρχές (υπάρχει ιστορία, σε άλλη σελίδα, με καταστροφή των τριμπονιών από αστυνομικούς σε μαράντα του χωριού) ενώ, την περίοδο της δικτατορίας, η αστυνομία κατάσχεσε πολλά από αυτά προς χάριν της «δημοσίας τάξεως». Στην ιστοσελίδα της Κώμης, για το ίδιο θέμα, διαβάζουμε: «Μερικά από αυτά βυθίστηκαν στην θάλασσα, όχι μακριά από το δρακονήσι, αγνοώντας πλήρως την αξία του τριμπονιού σαν κειμήλιο». 

Ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1870, και για λόγους προστασίας, είχε αρχίσει η «δίωξη» της χρήσης τους:«Προτρέποµεν τα Αστυνοµικά όργανα να καταστείλωσι όσον το δυνατόν την βάρβαρον του πυροβολισµού συνήθειαν κατά την σηµερινήν και αύριον ηµέραν, (Μεγάλο Σάββατο και Κυριακή του Πάσχα) και προπάντων εις τους παίδας, οίτινες κακώς πολλάκις µεταχειριζόµενοι τα εις χείρας των όπλα, εγένοντο αφορµή δυστυχηµάτων και προς εαυτούς και προς άλλους». [εφημ. Τήνος, φ.19, 15.04.1878]

Πάντως, μέχρι 15-20 χρόνια χρόνια πριν, τριμπονιές ακούγονταν σχεδόν σε όλα τα χωριά της Τήνου. Σήμερα είναι λίγα χωριά που κρατούν το έθιμο, και σίγουρα τα πρωτεία στο «παίξιμο» έχουν τα χωριά του Πύργου και της Στενής. Οι τριμπονιές πάντως του χωριού, στο Πανηγύρι της Καλαμάν, άφησαν εποχή και καταγράφηκαν σαν σημαντικό λαογραφικό στοιχείο στο Λεύκωμα του Κώστα Βέργα «Λατρεία - Στον Κύκλο του Χρόνου» [σελ. 118]. Στο ίδιο βιβλίο διαβάζουμε μεταξύ άλλων: «Ανάλογη είναι η ενοριακή εκδήλωση των Καθολικών της Βωλάξ (Βώλακα) στην Παναγία Καλαμάν κάθε Πέμπτη του Πάσχα. [...] Χαρακτηριστικό της ημέρας είναι και οι πυροβολισμοί με τα "τριμπόνια" (τύπος μεσαιωνικού τουφεκιού με ανοιχτή σαν χωνί κάνη και γέμιση από σκέτο μπαρούτι)». [1]

Kλασικές φιγούρες στις βωλακίτικες τριμπονιές είναι ο Νάτσιος Χαρικιόπουλος, ο Μάκης του Αντρίκου και ο Μάκης του Άγγελου. Ο μπαρμπα-Άγγελος για πολλές δεκαετίες ήταν αυτός που γέμιζε με μπαρούτι τα όπλα [2]. O κρότος από τα τριμπόνια είναι η κραυγή χαράς που φτάνει όσο πιο μακριά, μέχρι τον ουρανό! Άλλοι λένε ότι είναι ο χαιρετισμός χαράς στην Παναγία («Απριλίου 5, Κυριακή (1825). Σήμερον είμεθα (σσ. αναφέρεται στο επαναστατικό μπρίκι Αθηνά) εμπρός εις την Τήνον, εχαιρετήσαμεν την Παναγίαν (σ.σ. την Μεγαλόχαρη) με ένα κανόνι [...]») [Γεωρ. Σαχτούρη, Ιστορικά Ημερολόγια του Ναυτικού Αγώνος του 1821, Αθήνα, 1890, σελ.85] Στην ιστοσελίδα της Κώμης διαβάζουμε ότι οι τριμπονιές αποτελούν αναπαράσταση του «σεισμού» που έγινε κατά την ώρα της Ανάστασης. Οι παλιότεροι έλεγαν ότι «το κακό ξορκίζεται με κρότο» και στη Τήνο φροντίζουν να το ξορκίζουν για τα καλά!



[1] Σήμερα μπορεί να βρει κανείς στην Ιταλία πιστό αντίγραφο (ρέπλικα) μιας Pistola Trombone του 17ου-18ου αιώνα περίπου στα 63 ευρώ.

[2] Δεν είναι τυχαίο ό,τι με τη συστηματική αρπαγή/καταστροφή των συγκεκριμένων όπλων, και από τα άτομα που παρατηρούμε ότι «παίζουν» τριμπονιές τα τελευταία 30 χρόνια, έχουν παραμείνει με αυτά τα όπλα μόνο δυο-τρεις οικογένειες στο χωριό...

 

Πηγή πληροφοριών υπήρξαν:
Τάσος Ν. Βιδάλης, Τα τριμπόνια της Τήνου (www.tinos.biz)
Xριστός Ανέστη! (www.komitinos.com, 4.04.2010)

Για την μεταφορά: dvidos, 7_2015

Πάντα είχαν ενδιαφέρον οι ιστορίες–θρύλοι για πειρατικούς θησαυρούς κρυμμένους σε σπηλιές δίπλα στο κύμα· για ναυάγια πλοίων που, φορτωμένα με χρυσό και ασήμι, βουλιάζουν από τον κακό καιρό του Αιγαίου...

Οι ληστές και οι πειρατές προτιμούσαν να απαλλαγούν σύντομα από τα πολύτιμα φορτία τους και έτσι επέλεγαν να τα κρύβουν σε πιο... εύκολα αλλά ταυτόχρονα δυσπρόσιτα σημεία, όπως χαράδρες, πηγάδια ή σπηλιές.

Υπάρχουν ιστορίες με κλεμμένα γρόσια από την τουρκοκρατία ή κρυμμένες αγγλικές λίρες από την περίοδο της γερμανοϊταλικής κατοχής που έθαψαν οι χωρικοί στα χωράφια και τα βουνά για να τις γλυτώσουν. Πολλούς θησαυρούς άφησαν οι Τούρκοι πριν φύγουν από την Ελλάδα. «Το αγαπημένο τους... χρηματοκιβώτιο ήταν το καζάνι και σπανιότερα το πιθάρι. Έκρυβαν τους θησαυρούς τους χρησιμοποιώντας σαν δόλωμα ένα μικρότερο δίπλα του και σε μικρότερο βάθος, ώστε όποιος τον έβρισκε να σταματούσε εκεί. Τα σημάδια τους ήταν η στάχτη, τα κάρβουνα και ο ασβέστης, μια και το πέρασμα του χρόνου δεν αλλοιώνει αυτά τα υλικά». [Τα Νέα, 2007] συνέχεια...