Βωλάξ, Τήνος. Τόπος όμορφος και ζωντανός. Χωριό αγαπημένο. Μέρος που θέλουμε να προστατέψουμε και να αναδείξουμε πιο πολύ από ποτέ! Εκτιμούμε όλα όσα μας προσφέρει μέσα απ' την ιστορία και την κουλτούρα του, μέσα από την αξεπέραστη φύση και τις αξίες των ανθρώπων του...
Ακολουθήστε μας!

ποίηση

Εμφανίζονται αναρτήσεις με την ετικέττα ποίηση.   Ολες οι ετικέττες, Ολες οι αναρτήσεις

Για σκέψου να μην πρόφταινα
κι αυτό το καλοκαίρι
να δω το φως ξανά εκτυφλωτικό
να νιώσω την αφή του ήλιου στο κορμί μου
να οσμιστώ δροσερές και χαλασμένες μυρωδιές
να γευτώ γλυκόξινες και πιπεράτες γεύσεις
ν' ακούω τα τζιτζίκια ως τα κατάβαθα της νύχτας
να καταλαβαίνω τους δικούς μου που αγαπώ
να μην αδημονώ μ’ αυτούς που με στηρίζουν
να σκέφτομαι κι εκείνους που θέλησα να ξεχάσω
να βρίσκω φίλους που έρχονται από μακριά
ν' αφήνω κι άλλες ζωές να μπαίνουν στη δική μου
[...]

Tίτος Πατρίκιος, Άλλο ένα καλοκαίρι [απόσπασμα]

Ήμουν στη βρύση κι έπλενα –έλεγε η μεγάλη γιαγιά. Kι εκεί, στο πουρνάρι, φανερώθηκε –μέρα μεσημέρι! Όμορφη, να της πάρεις το κεφάλι! Φόραγε ένα φουστάνι άσπρο, μακρύ, και στέκονταν! Δεν πάταε στη γη, στέκονταν! Kι όντας χαμογέλασε, βγήκε απ' το στόμα της ένα φως λαμπρό που θαμπώθηκε ο τόπος όλος!

«E, καλά... Kι εμείς τώρα γιατί δε "βλέπουμε";» αμφισβητούσε η εγγονή της. «Που ξέρω; Για, ήταν αθώος ο κόσμος τότες, κι "έβγαιναν"...»  συνέχεια...



«Όσο πιο μακριά είμαστε από την πατρίδα μας,
τόσο περισσότερο τη σκεφτόμαστε και τόσο περισσότερο την αγαπάμε.

Όταν βρίσκομαι στην Eλλάδα βλέπω τις μικρότητες, τις ίντριγκες, τις ανοησίες,
τις ανεπάρκειες των αρχηγών, τη μιζέρια του λαού».


Nίκος Kαζαντζάκης, συνέντευξη στη γαλλική ραδιοφωνία, 6.05.1955.
 

όταν μόνος μείνω ανάμεσα σε εκατοντάδες βράχια
τότε πρέπει να προετοιμαστώ /  να φορέσω την καφέ ζακέτα μου
να κάνω ότι έκαναν και οι προηγούμενοι από μένα

όταν μόνος μείνω ανάμεσα στα βράχια / αφουγκράζομαι τη σοφή
την άναρθρη λαλιά τους / αφήνομαι στους μικρούς ανεμοστρόβιλους
που μου χτυπούν τις πόρτες / ας φορέσω την καφέ ζακέτα
και ας ζητήσω απ' τους ανέμους / ας τους παρακαλέσω
να με σηκώσουν ψηλά, όσο πιο ψηλά μπορούν / για τελευταία φορά

και από κει, λαίμαργα θα κοιτάω / μήπως περάσει κανένας ταξιδιώτης
μήπως αφήσει τάχα κάποιο μήνυμα για μένα
μήπως καμιά καλή κουβέντα γράψει / να την φυλάξω τώρα που έβαλε κρύο
τώρα που πρέπει να προετοιμαστώ
τώρα, που ήρθε η ώρα να φορέσω την καφέ ζακέτα μου
που ήρθε η ώρα να κάνω ότι έκαναν και οι προηγούμενοι από μένα

χειμώνιασε πια, για τα καλά / να προφυλακτώ απ' τον αέρα, πρέπει
να κουλουριαστώ / να κουλουριαστώ και να πετρώσω
σιγά σιγά / και γίνω κι εγώ ένα από τα βράχια

χειμώνιασε / ήρθε η ώρα να φορέσω την καφέ ζακέτα
ότι έκαναν και οι προηγούμενοι από μένα πρέπει κι εγώ να κάνω

YΓ. Tον Nοέμβριο που περπάτησα προς το Bουνό, πίσω από τον βράχο που ονομάζουμε «Aετό», βρήκα ένα καφέ κουμπί. Aπό ζακέτα προφανώς.

Cultural project

Πόρτες από εγκαταλελειμμένα κτίσματα –παλιός φούρνος που οι πέτρες του μυρίζουν ακόμη  ψωμί, οικία που αφέθηκε στην τύχη της (εδώ και δεκαετίες), ξεχασμένα εργαστήρια καλαθοπλεκτικής και μικρές αποθήκες-απολιθώματα, κυκλαδίτικες σκάλες που χάνονται στα σύννεφα– παρέχουν το σκηνικό για ένα έργο τέχνης που επανασυνδέει τον άνθρωπο με τις αξίες του. Που του αφαιρεί την κούραση της καθημερινότητας, που ημερεύει το άγριο μεταβάλλοντας το ζωώδες σε ευαισθησία.

Πίσω από όλα αυτά –επιτρέψτε μας τα διθυραμβικά επίθετα– ο ενθουσιώδης, ευαίσθητος και πάντα ευγενής Λάσκος! συνέχεια...

τρία χρόνια μετά...

Μέρες και νύχτες γυρνούν,
καθώς ρυτιδώνεται το πρόσωπό μου
και λιγοστεύει το πνεύμα μου.

Φοβάμαι, μη σε μια στιγμή σκορπίσει η ζωή στον άνεμο.
Πάντα είχα δύναμη... 
Όμως, που ξέρεις. 

Τζουάν Τσι (210-263 μ.Χ.)

Tρεις φωτογραφίες και ένα απόσπασμα από ποίημα του Kαβάφη...


 

[...] Κι αν είσαι στο σκαλί το πρώτο, πρέπει
νά 'σαι υπερήφανος κ’ ευτυχισμένος.
Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι·
τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα.
Κι αυτό ακόμη το σκαλί το πρώτο
πολύ από τον κοινό τον κόσμο απέχει.
Εις το σκαλί για να πατήσεις τούτο
πρέπει με το δικαίωμά σου νά 'σαι
πολίτης εις των ιδεών την πόλι.
Και δύσκολο στην πόλι εκείνην είναι
και σπάνιο να σε πολιτογραφήσουν.
Στην αγορά της βρίσκεις Νομοθέτας
που δεν γελά κανένας τυχοδιώκτης.
Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι·
τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα.

συνέχεια...

Διαβάζεται με την καρδιά...

Αναρωτιέμαι μερικές φορές: είμαι εγώ που σκέφτομαι καθημερινά πως η ζωή μου είναι μία; Όλοι οι υπόλοιποι το ξεχνούν; Ή πιστεύουν πως θα έχουν κι άλλες, πολλές ζωές, για να κερδίσουν τον χρόνο που σπαταλούν;

Μούτρα. Νʼ αντικρίζεις τη ζωή με μούτρα. Τη μέρα, την κάθε σου μέρα. Να περιμένεις την Παρασκευή που θα φέρει το Σάββατο και την Κυριακή για να ζήσεις. Κι ύστερα να μη φτάνει ούτε κι αυτό, να χρειάζεται να περιμένεις τις διακοπές. Και μετά ούτε κι αυτές να είναι αρκετές. Να περιμένεις μεγάλες στιγμές. Να μην τις επιδιώκεις, να τις περιμένεις.

Κι ύστερα να λες πως είσαι άτυχος και πως η ζωή ήταν άδικη μαζί σου.
συνέχεια...

Mαλακώνει το φθινόπωρο. Σε λίγο θα έλθουν και οι άλλοι. Nα μην είμαστε μόνοι μας πια. Πόσο άλλο μόνοι μας...

Όσο περνά ο καιρός και κάνω ένα προχώρημα
βαθύτερο μες στην παραδοχή, τόσο καταλαβαίνω
γιατί βαραίνεις κι αποχτάς τη σημασία
που δίνουν στα ερείπια οι άνθρωποι. Εδώ που όλα
σκουπίζονται, τα μάρμαρα κι οι πέτρες κι η ιστορία
μένεις εσύ με την πυρακτωμένη σου πνοή για να θυμίζεις
το πέρασμα ανάμεσα στην ομορφιά, τη μνήμη
εκείνου που εσίγησε ανεπαίσθητα εντός μου
σφαδάζοντας στην ίδια του κατάρρευση κι ακόμα
τους άλλους που ανύποπτοι μες σε βαθύν ύπνο διαρρέουν
Όσο περνά ο καιρός και προχωρώ βαθύτερα
στο ακίνητο φθινόπωρο που μαλακώνει πλένοντας
με φως τα πεζοδρόμια, τόσο βλέπω
στη χρυσωμένη δωρεά του ήλιου μια εγκατάλειψη
για όσα περιμένω και δεν πήρα, για όσα
μου ζήτησαν κι αρνήθηκα μη έχοντας, για όσα
μοιράστηκα απερίσκεπτα και μένω
ξένος και κουρελιάρης τώρα
                                         Μα όταν
μες στη θρυμματισμένη θύμηση αναδεύω
ερείπια, βρίσκω απόκριση βαθιά γιατί τα μάρμαρα
κι οι πέτρες κι η ιστορία μένουν για να θυμίζουν
το πέρασμά σου ανάμεσα στην ομορφιά - απόκριση
για όσα περιμένω και δεν πήρα.

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου (1931-1996) συνέχεια...

Λέμε να αρχίσουμε να ανεβάζουμε φωτογραφίες από τους ανθρώπους του χωριού·
φωτογραφίες από τους ανθρώπους μας. Λέμε ακόμη, να ανεβάζουμε ποιήματα, αντί για λεζάντες.

Ο ήλιος βασιλεύει. Τα σύννεφα σηκώνονται ανάμεσα στα βράχια / και ένας μακρύς άνεμος ξυρίζει τις βελανιδιές. / Τα πουλιά πετάνε πέρα, στο ατέλειωτο διάστημα. /
Στα βουνά δεν υπάρχουν οι έγνοιες του κόσμου...

συνέχεια...